Απο την Παναγιωτα Ιωακειμίδου
1) Από το αρχαίο γαμέτης = σύνευνος, σύζυγος, στο ποντιακό γαμέτα
γαμέτα, επιφ., κοινό, αμέτα Σάντα., Τραπεζούντα, Χαλδεία θηλ. γαμέτρα Κοτύωρα Χαλδεία, αμέτρα Τραπεζούντα, Χαλδεία, μέτρα Χαλδεία = κλητική προσφώνηση αντίστοιχη της κοινής νεοελληνικής βρε, καλέ, καημένε, αρχ. γαμέτα, λέξη δωρική, γαμέτης στην αττική = σύνευνος, άντρας. Αρχικά η σύζυγος το έλεγε απευθυνόμενη στον άντρα της, αλλά στη συνέχεια λεγόταν σε πολλές περιπτώσεις και πήρε και τη σημασία του δε βαριέσαι.
Πώς ΄κ΄ οκνείς, γαμέτα, κι εσύ! = δε βαριέσαι μωρέ άντρα μου και συ.
Σους γαμέτα κονιδέα, και πώς είσαι όλον καλλίον;
= σώπα κονιδάρη που είσαι απ΄ όλους πιο καλός, δημοτικό
2) Σπάνιες αρχαίες λέξεις στην ποντιακή
Στην ποντιακή διάλεκτο διασώθηκαν σπάνιες αρχαίες λέξεις, μια από αυτές είναι η λέξη αμμαζώνα που τη χρησιμοποιούσαν σε Αμισό, Κοτύωρα, Χαλδεία και σημαίνει γυναικείο ένδυμα δεμένο γύρω από το σώμα, προέρχεται από την αρχαία λέξη άμμα = κάθε τι που είναι δεμένο. Τη συναντάμε σε παραμύθι των Κοτυώρων και σε δίστιχο του χωριού Σταυρίν.
Εξέγκεν τα εντερία κι εφόρεσε το πόϊ και την αμμαζώνα = έβγαλε τα αντεριά και φόρεσε φούστα και μπλούζα, παραμύθι Κοτυώρων.
Έπαρ΄, κόρη, τον έξαμον και κόψον το ταφόπο μ΄,
ασ΄ σ΄ άσπρον την αμμαζώνα σ΄ ποίσον το σαβανόπο μ΄
= πάρε, κόρη, το μέτρο και κόψε μου το μνήμα,
κι απ΄ την ρόμπα σου την άσπρη το σάβανό μου κάνε, δίστιχο Σταυρίν.
Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.