Το vima365.gr είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.Απλά γαρ εστί της αλήθειας επη

Στην Ποντιακή λαλιά ………… Γρύμψος

    Απο την Παναγιωτα Ιωακειμίδου

Γρύμψος — η γαμψή σκιά του γρύπα στο ανθρώπινο πρόσωπο

Στην Ποντιακή λαλιά σώζεται ένας θησαυρός λέξεων με αρχαιοελληνική γενεαλογία. Γρύμψος λέγεται εκείνος που είναι αδυνατισμένος, στεγνός, με μύτη γαμψή και χαρακτηριστικά οξυγραμμένα· και γρυμψώνω σημαίνει «αδυνατίζω τόσο που το πρόσωπο γαμψώνει».

Η λέξη ριζώνει στην πανάρχαια μορφή γρύψ (γεν. γρυπός), το μυθικό πτηνό της αρχαιότητας, μισό αετός, μισό λέων, σύμβολο δύναμης και φύλακας του χρυσού. Από το όνομά του προήλθε το επίθετο γρυπός = «γαμψός, κυρτός», ιδίως για τη μύτη (γρυπορρίνης).

Οι αρχαίοι συγγραφείς το χρησιμοποιούν συχνά:

– Ησίοδος (Θεογονία, 287):

«Γρύπες τε χρυσόφυλλοι καὶ ἀργυρόπτεροι ἵπποι»
(«Οι γρύπες, φύλακες του χρυσού, με τα ασημένια φτερά») — εδώ οι γρύπες παρουσιάζονται ως πλάσματα με ράμφος κυρτό, σχεδόν τρομακτικό.

– ΑισχύλοςΠρομηθεύς Δεσμώτης (804):

«Καὶ τῶν Ἀρίμαςπῶν μονόφθαλμοι φυλᾶκες,
καὶ γρυπῶν ὠκυπτέρων φύλακες ἄγριοι»
(«Και των Αρίμασπων μονόφθαλμων φύλακες, και των γρυπών των φτερωτών, άγριοι φύλακες») — ο γρυπός εδώ συνδέεται με την άγρια δύναμη και το γαμψό ράμφος του αρπακτικού.

– ΑριστοφάνηςΌρνιθες (510):

«Οὐ γὰρ ἔστιν οὐδὲ γρύψ, οὐδὲ δράκων, οὐδὲ τίς ἄλλος θεῶν.»
(«Δεν υπάρχει ούτε γρύψ, ούτε δράκοντας, ούτε άλλος των θεών») — το πλάσμα είναι πια σύμβολο του φανταστικού, του ανύπαρκτου, μα η μορφή του έχει ριζώσει στη φαντασία των ανθρώπων.

– ΠλούταρχοςΠερί του προσώπου εν τω κύκλω της σελήνης (30):

«Ὥσπερ γρύψ ἐστὶν ἰσχυρός τε καὶ ἄγριος» — «όπως ο γρύψ είναι ισχυρός και άγριος».

Στους βυζαντινούς και μεσαιωνικούς χρόνους, η λέξη γρύψος επιβιώνει με τη σημασία του αρπακτικού, αλλά παίρνει και ανθρωπομορφική διάσταση.
Στο Βέλθανδρος και Χρυσάντζα (14ος αι.), διαβάζουμε:

«Εξαίφνης κατ’ έπεσεν ο γρύψος εκ του τόπου» —
ο γρύψος εδώ είναι πτηνό, μα η γλώσσα ήδη αρχίζει να συνδέει τη λέξη με την έννοια του «γαμψού», του «φοβερού».

Από εκεί, στον Πόντο, η λέξη μεταμορφώθηκε σε γρύμψος με ρινική προσθήκη (μ), χαρακτηριστική εξέλιξη πολλών ποντιακών τύπων.
Και το μυθικό ράμφος του γρύπα πέρασε στο ανθρώπινο πρόσωπο:

Έγρυμψεν, έγρυμψεν κι επέμ΄νεν μόνον στούδε.

Η λέξη περιγράφει όχι απλώς τη φυσική αδυναμία, αλλά και το βλέμμα το οξύ, το πουλιώδες, το «αρπακτικό». Είναι μια λέξη που μυρίζει αρχαιότητα, μ’ εκείνο το γρ- που στα αρχαία ελληνικά δηλώνει γδούπο, τραχύτητα, αγριάδα (όπως στο γρῖφοςγρυλίζωγρύζω).

Έτσι, από τον γρύπα των ποιητών ως τον γρύμψον των Ποντίων, το ίδιο αρχαίο ράμφος συνέχισε να «σμιλεύει» τα ανθρώπινα πρόσωπα.
Ο γρύπας έγινε άνθρωπος, κι ο άνθρωπος πήρε κάτι απ’ τον γρύπα — μια γαμψή μύτη, ένα οξύ βλέμμα, κι έναν πανάρχαιο ήχο: γρ-, το σύμφωνο της τραχύτητας και της αντοχής.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά