Γεμενία: Παπούτσια που ταξίδεψαν από την Υεμένη ως τον Πόντο –
Απο την Παναγιωτα Ιωακειμίδου
Τα γεμενία έχουν μια ζωή που μυρίζει δέρμα, καπνό εργαστηρίου και τεχνίτη που ξενυχτά σκυμμένος πάνω από τη φόρμα. Κι ας είναι δάνειο από τα τουρκικά —το yemeni, «το παπούτσι από τη Υεμένη»— η λέξη ρίζωσε βαθιά στο ελληνικό χώμα, έπιασε στα χωριά, στους μαχαλάδες, στους μαστόρους των προσφυγικών κοινοτήτων και στα στόματα των Ποντίων.
Στα ελληνικά κείμενα των 18ου–19ου αιώνων βρίσκουμε γεμενία / γεμενιά ως ελαφρά, μαλακά δερμάτινα παπούτσια από κατσίκι ή πρόβατο.
Περιηγητές, λαογράφοι και Σμυρνιοί θεατρικοί συγγραφείς μιλούν για «κόκκινα γεμενιά» σε πανηγύρια και γάμους, για εργαστήρια «γεμεντζήδων» που δούλευαν το μαλακό δέρμα στην εντέλεια και για νέους που τα φόραγαν ως στολίδι.
Η λέξη πέρασε μέχρι και στο ελληνικό τραγούδι.
Στη «Γιορτή των Ζεϊμπέκηδων» του Γιώργου Νταλάρα, τα γεμενιά εμφανίζονται σε σκηνή όπου οι ζεϊμπέκηδες χορεύουν δυνατά,· ο τραγουδοποιός περιγράφει τα βήματα να χτυπούν στο πάτωμα με αυτά τα χαρακτηριστικά μαλακά δερμάτινα παπούτσια.
Η χρήση της λέξης εκεί είναι απόλυτα ζωντανή, λαϊκή, και δείχνει πως τα γεμενιά είχαν ταυτιστεί με το αντρίκιο ντύσιμο σε όλη τη Μικρά Ασία και τα παράλια.
Στην ποντιακή παράδοση η λέξη βρήκε ακόμη πιο ζεστή θέση.
γεμενία, τα = ανδρικά παπούτσια από κατσικόδερμα.
Και ο μάστορας; Γεμενετσής, ειδικός, ξεχωριστός από τον κοινό τσαγγάρη. Ήξερε να φτιάχνει παπούτσια που «κάθουνταν σαν πόδι δεύτερο», όπως θα ’λεγε μια παλιά γιαγιά στον Πόντο.
Οι φράσεις που έφτασαν ως εμάς κουβαλούν ολόκληρη εικόνα ζωής:
«Ζαρωτά εφόρεσεν το μωρόν τα γεμενία τ’» —το παιδάκι που μπήκε ανάποδα στα παπούτσια και τρέχει άτσαλα, με τους μεγάλους να γελούν και να το ισιώνουν.
Και φυσικά η φιγούρα του καλοντυμένου νεαρού:
«Φορεί ορτάρε σύμψιλα, ποστάλε γεμενία…» —λεπτές κάλτσες, προσεγμένα γεμενία και καμάρι μεγάλο· εικόνα άντρα που τιμά την εμφάνισή του στις γιορτές, στα παζάρια, στα πανηγύρια.
Τα γεμενία, με τη μακρινή καταγωγή τους, έγιναν ελληνικά, μετά ποντιακά, κι έπειτα σήμα μιας εποχής όπου η τέχνη του δέρματος ήταν γνώση, αξιοσύνη και κύρος.
Κουβαλούν τον ήχο του σφυριού, τη μυρωδιά του δέρματος, την περηφάνια του μάστορα και το βήμα του ανθρώπου που τα φόρεσε για το «καλό».
Η γλώσσα τα διασώζει σαν μικρά, στιλπνά αντικείμενα μνήμης —κι εμείς τα πιάνουμε σήμερα, τα χαϊδεύουμε σαν κειμήλια και τα ξαναβάζουμε να περπατήσουν σε ιστορίες, σε λεξικά, σε ζωντανές κοινότητες.
Παναγιωτα Ιωακειμίδου
Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.