Απεργώνω – μια λέξη της Κερασούντας με αρχαίες ρίζες
Στο ιδίωμα της Κερασούντας συναντούμε το ρήμα απεργώνω, που σημαίνει καθυστερώ κάποιον, τον εμποδίζω από την εργασία του, τον κάνω να αργήσει σε αυτό που κάνει.
Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα λέξη, καθώς διατηρεί μια σημασία που μας οδηγεί απευθείας στην αρχαία ελληνική γλώσσα.
Η ετυμολογία της είναι: ἀπεργώνω < ἀπέργω < εἴργω, όπου το αρχαίο ρήμα εἴργω σήμαινε «εμποδίζω, αποκλείω, κρατώ μακριά».
Η ίδια ακριβώς έννοια επιβιώνει στην ποντιακή της Κερασούντας, όπου το απεργώνω δεν σημαίνει απλώς «αργώ», αλλά «με καθυστερούν», «με εμποδίζουν να ολοκληρώσω τη δουλειά μου».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα από την καθημερινή ομιλία είναι η φράση:
Σείτε εποίνα τα δουλείας τη σπιτί’ μ’, έρθεν η κουμπάρτσα μ’ κ’ επέργωσέν μεν.
Δηλαδή:
Καθώς έκανα τις δουλειές του σπιτιού μου, ήρθε η κουμπάρα μου και με καθυστέρησε.
Η λέξη δεν περιορίζεται μόνο στην προφορική παράδοση. Απαντά και στη μεσαιωνική ελληνική γραμματεία, στο Χρονικόν του Μορέως, όπου διαβάζουμε:
«Άλλοι τον απεργώσαν κ’ επίστεψεν τα λόγια τους κ’ έστειλε εδώ φουσάτα.»
και
«Αν θέλεις να καθέζεσαι να τα παρακαθίσεις, έχασες το επιχείρησες, απεργωμένος είσαι.»
Οι μαρτυρίες αυτές δείχνουν ότι η σημασία του «εμποδίζω, καθυστερώ» ήταν γνωστή και χρησιμοποιούνταν ήδη από τα μεσαιωνικά χρόνια.
Η λέξη απεργώνω αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα της γλωσσικής συνέχειας που χαρακτηρίζει την ποντιακή διάλεκτο.
Παράλληλα, μας υπενθυμίζει ότι ο Πόντος δεν αποτελούσε μια ενιαία γλωσσική περιοχή.
Η συγκεκριμένη χρήση καταγράφεται στο ιδίωμα της Κερασούντας, καθώς κάθε περιοχή του Πόντου διέθετε τις δικές της λέξεις, τις δικές της φωνητικές ιδιαιτερότητες και τις δικές της σημασιολογικές αποχρώσεις.
Αυτή ακριβώς η ποικιλία αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους γλωσσικούς θησαυρούς του ποντιακού ελληνισμού.
Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.