Το vima365.gr είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.Απλά γαρ εστί της αλήθειας επη

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης απελευθερώνει και «κρατεί» τ’ Άγραφα, για λογαριασμό τού ελεύθερου ελληνισμού (1822-1823)

   Δημήτρης Κ. Αγγελής. Συγγραφέας – Αντιστράτηγος (ε.α.) ΕΛ. – ΑΣ.

Γ΄ ΜΕΡΟΣ και τελευταίο (συνέχεια του από 7-1-2026 Α΄μέρους και του από 12-2-2026 Β΄
μέρους ).
Τα καπάκια του 1823. Μάχες του στη Νευρόπολη, κατά του Σιλιχτάρ Μπόδα (Μάιος-
Ιούνιος 1823).
Περίπου δύο μήνες μετά την προαναφερόμενη συντριπτική νίκη του Καραϊσκάκη
στο Σοβολάκο, «περί τα μέσα του Απριλίου 1823 ο Σιλιχτάρ Μπόδας έφθασεν και
ετοποθετήθη εις τα Τρίκκαλα, αρχηγός της εκστρατείας […κατά του Καραϊσκάκη] με έως
πέντε χιλιάδες (Τουρκαρβανιτάδες). Αμέσως εζήτησεν τον Καραϊσκάκην εις προσκύνησίν
του. Ο Καραϊσκάκης τον απεκρίθη περιφρονητικώς, δεν άφινεν αισχρολογίαν οπού να μη
του την προσφέρει» και άρχισε να προετοιμάζεται για ν΄ αντιμετωπίσει, «να διώξει την καθ΄
ημών ετοιμαζομένην εκστρατείαν των Τούρκων»
Αναγράφει χαρακτηριστικά σ’ επιστολή του, την 16-5-1823 (απ΄ την Κερασιά Αγράφων),
προς τον «αδελφό του» Μάρκο Μπότσαρη, ζητώντας τη βοήθειά του:
«Τα καπάκια μου (πρόσκαιρη ψευτοσυμφωνία ειρήνης) οπού είχαμεν με τους εχθρούς
εχέσθηκαν (τα χάλασαν οι Τούρκοι) προ ημερών, ότι (διότι) απεφάσισαν αφεύκτως να μας
βαρέσουν, και αν δεν ήλθον έως σήμερον αύριον έρχονται άφευκτα (οπωσδήποτε) […].
Εις Λάρισαν είναι στράτευμα συναγμένον τώρα 15.000 και άλλαις 5.000 είναι εις
Τρίκαλα και όλα ένα συνάζονται (ενώνονται). Ισοχρόνως (ταυτοχρόνως) με τα Άγραφα
θέλουν πολεμήσει και το Ασπροπόταμον και πέρνοντάς μας σβάρνα να απεράσουν από
Καρπενήσι, Κράββαρα (ορεινή Ναυπακτία), και καθεξής καταντεύωντες έως το Μισιλόγγι
[…]. Όθεν και αν ήτον στρατεύματα τούρκικα, εδώ εσυνάχθηκαν, ως και από τα Ιωάννινα
όλοι εδώ εκουβαλίσθηκαν […] όλο το βάρος εδώ εκρεμάσθη.
Και διά τούτο αμέσως χωρίς αναβολήν καιρού να μας προφθάσετε με τζεπχανέδες
περισσούς (αποθήκη με πολεμοφόδια, μπαρούτι) και βοήθειαν αρκετήν (πολεμιστές) […].
Επειδή η δύναμίς μου […] δεν είναι ικανή να αντισταθώμεν εις την ασύγκριτον μεγάλην
δύναμιν των εχθρών […].
Αδελφέ. Μην αμελήσης τα γραφόμενά μου. Μηδέ να βάλλεις καιρόν εις το μέσον, ότι οι
χριστιανοί χάνονται […]», «[…] μας ήλθε με απιστίαν (καθότι είχαν «καπάκια») ο
σιλιχτάραγας μπότης (Μπόδας) και μας ηπλάκοσεν έξαφνα […]», γράφει σ’ επιστολή του
(17-6-1823) προς τον Γ. Βαρνακιώτη, ο Καραϊσκάκης.
Να τι αναφέρει ο καπετάν Γιαννάκης Γιολδάσης, την 19-5-1823, σ΄ επιστολή του από τα
Τρία Πηγάδια των Βαρδουσίων, προς τους Αρμοστές της Δυτ. Χέρσου Ελλάδος:
«Μ΄ έφθασαν ειδήσεις ότι οι Τούρκοι έφθασαν εις Άγραφα και χθες έγινε πόλεμος
φρικτός προς της Ρενδίνας το μέρος από το πρωί έως το εσπέρας»· σχετική και η επιστολή
(19-5-1823) προς το «Βουλευτικό» του Κ. Αναγνωστάκη, που καταγράφει «[…] μεγάλας
ετοιμασίας των εχθρών εις Λάρισαν και Τρίκαλα, και ότι ο Καραϊσκάκης πολεμείται, και
ζητούσι ταχείαν την επικουρίαν […]».
Αναφέρει και περιγράφει, προς την «Υπερτάτη Διοίκηση», τα τραγικά γεγονότα ο
«Παραστάτης των Αγράφων Αναγνώστης Ζορογιαννόπουλος», στην, από 26-5-1823,
«Αίτηση αποστολής στρατιωτικών ενισχύσεως εις περιοχήν Αγράφων δια τας ανάγκας του
αγώνος»:
«Ο καπετάν Καραϊσκάκης […] ευρισκόμενος εις αυτήν την φροντίδα […], οι εχθροί είχαν
προχωρέσει, επίασαν και την Ρενδίνα διά την εκπλήρωσιν του σκοπού των.
Ο Καραϊσκάκης δεν είναι αρκετός κατά το παρόν να τους αντιπαραταχθή, οτι (διότι)

μόνον με πεντακοσίους στρατιώτας είναι. Από κανένα μέρος βοήθεια δεν του ήλθε, με όλον
οπού καθημερινώς φωνάζει και δεν εισακούεται» και γνωστοποιεί «[…] την ανάγκην των
στρατευμάτων διά τα Άγραφα […] και ότι πάσχουν από έλλειψιν τροφών και
πολεμοφοδίων».
Ο ίδιος ο Καραϊσκάκης αναγράφει στην, από 5-6-1823 «εξ αγράφων», επιστολή του:
«Εσιγουράρησα ασφαλώς (εξασφάλισα – σιγούρεψα) όσαις φαμελιαίς είχα ανά χείρας
εις τα πλέον δυνατότερα μέρη στεκόμενος προπύργιον εις αυτούς έως της σήμερον […] διά
την σωτηρίαν των Χριστιανών» και αντιλαμβανόμενος τον τούρκικο σχεδιασμό φρόντισε
και έγκαιρα ζήτησε ενισχύσεις για να τους πολεμήσει στ’ Άγραφα, αφού γνωρίζουμε ότι με
την, από 5-6-1823, αναφορά του προς την «Υπέρτατη Διοίκηση» – Κυβέρνηση, καταγράφει
ως εξής το κατεπείγον αίτημά του προς αποστολή πολεμικών υλικών:
«Κακή τύχη έτυχα να βρεθώ, και χωρίς εφόδια πολεμικά […] στερημένοι από τα
αναγκαία πολεμικά εφόδια […]. Και η παρούσα μου αναφορά δεν είναι τι άλλο, παρά όσον
το συντομότερον, να κάμετε να προφθασθώμεν με όλα τα αναγκαία εφόδια του πολέμου
διά να ημπορέσωμεν να καταδιώξουμε τον εχθρόν από τας θέσεις μας […] και ο θεός να
φυλάξη τους Χριστιανούς ίνα μη πάθωσιν τα δεινότερα και να τους προφυλάξει από τας
χείρας των εχθρών. Όθεν αν είσθε Χριστιανοί θεοσεβείς και θεοφοβούμενοι να
προφθάσετε με τα άνω ειρημένα αναγκαία εφόδια».
Τότε λοιπόν ο Σιλιχτάρ Μπόδας, επιδιώκοντας την κατάληψη των
επαναστατημένων και ελεύθερων ελληνικών Αγράφων και την καταστροφή του
Καραϊσκάκη, «σπάζοντας» τα ισχύοντα «καπάκια», δηλαδή την περυσινή (1822) προσωρινή
συνθήκη ειρήνης, εισέβαλε στ’ Άγραφα κι’ έφτασε «με το μεγάλον (του) σώμα (και)
ετοποθετήθη εις την Ευρούπολιν (χωριό Στούγκου – Κρυονέρι στο οροπέδιο της
Νευρόπολης), ¨[…] εντός του Πύργου και της περιοχής του τζεφλικίου τσολάκογλου
στούγκου λεγόμενου […]¨, εις εν τζιφλίκι Ελληνικόν (στον πύργο του τουρκόφιλου
κοτζάμπαση της Ρεντίνας Τσολάκογλου), θέσιν δυνατήν, και αιχμαλώτισεν και λεηλάτησεν
τους περισσοτέρους Αγραφιώτας των χωριών του ριζού» της ρίζας των Αγράφων, των
χαμηλών, προς τον κάμπο, αγραφιώτικων χωριών, καθώς είναι καταγεγραμμένο ότι οι
Τούρκοι «έκαμαν μεγάλον αφανισμόν […] αιχμαλωτίσθησαν φαμελίαι οκτακόσιαι».
Ο Καραισκάκης «ευθύς εσύναξεν το στράτευμά του εις την Οξυάν, (από εκεί)
συγκεντρώθησαν ¨οι εδικοί μας και αντιστρατοπέδευσαν εις το χωρίον Κερασιάν¨ και κατά
το εσπέρας κινήθη κατά του στρατοπέδου» του Σιλιχτάρ Μπόδα (στα Κρυονερίτικα), δόθηκε
μάχη μεταξύ 5 και 10 Ιουνίου, κατά την οποία οι εχθροί «εδίωξαν την δεξιάν πτέρυγα οπού
διοικούσεν ο Γιάννης Φραγκίστας, (ακολούθως ο Καραισκάκης) ετοποθετήθη πάλιν εις την
Οξυάν, προμηθεύων τας αναγκαίας θροφάς, και περίμενεν τας επικουρίας να κάμη και
δεύτερον κίνημα».
Αναφέρουν απ’ το Μεσολόγγι, την 4 και 6-6-1823, οι «Γενικοί Αρμοσταί της Δυτικής
Χέρσου Ελλάδος» προς τον Υπουργό Εσωτερικών:
«[…] το κατά των Αγράφων (τούρκικο σώμα) ευρίσκεται πάντοτε εις Νευρόπολιν,
ενδυναμωθέντος του Καραϊσκάκη εις το εντεύθεν μέρος της ράχης, […] αι βοήθειαι δεν
πρέπει ν’ αργοπορούν. Στενοχωρούμεθα μεγάλως (πιεζόμαστε πολύ, μας λείπουν) διά τας
ζωοτροφίας στρατευμάτων· ζητούν και επιμόνως μέχρις από Αγράφων, διότι είναι αληθές
ότι δεν έχουσι, […] διά πολεμοφόδια […] βλέπομεν ότι γρήγορα τα ενόντα τελειώνουσι […]»,
«Από Καραϊσκάκην έχομεν είδησιν της α ης ενεστώτος από Κερασιάν. Είχεν έλλειψιν τροφών
και πολεμοφοδίων. Έγιναν κάποια κτυπήματα, εις τα οποία επροξένησαν βλάβην οι
ημέτεροι εις τους εχθρούς, στρατοπεδευμένους εις Νευρόπολιν, ολίγοι δε εκ του
Καραϊσκάκη επληγώθησαν. Όλον του το στρατόπεδον μετά της επικουρίας των λοιπών
χιλιάρχων συντίθεται ήδη από 2.100 ανθρώπους, εκτός των περιφερόμενων μπουλουκιών
λεγομένων».
Αρχές Ιουνίου 1823 ο Καραϊσκάκης «άφησεν τον στρατόν εις την Οξυάν και ετραβήχθη
υποκάτω εις το μοναστήρι, έως να αναλάβη (να ιαθεί, ήταν άρρωστος και ύστερα)

ανεπαισθήτως (σιγά – σιγά) ετράβηξεν όλον τον στρατόν εκεί, όπου και αυτός (στο
μοναστήρι)».
Μετά, και ενώ ο Καραϊσκάκης (και άλλοι οπλαρχηγοί – αρματολοί) πιέζονται απ’ τους
Τούρκους να «προσκυνήσουν», έρχεται κοντά του απεσταλμένος του Σιλιχτάρ Μπόδα, ο
πολιτάρχης του Σούλτζια Κόρτζια των Τρικάλων, ο Τούρκος Καραταΐρης, με σκοπό να
«κάμνουν προσωρινήν ειρήνην, συνθήκην», για δεύτερη φορά να κάνουν τα λεγόμενα
«καπάκια».
Πάλι οι Τούρκοι ζήτησαν απ’ τον Καραϊσκάκη να δεχθεί να κάνουν «καπάκια».
Να τι αναγράφει σχετικά ο αυτόπτης Ν. Κασομούλης:
«Ενώ ο Καραϊσκάκης ετοίμαζεν το κίνημα, ιδού ένας πεζός από τον Σιλιχτάρην Μπόδαν
με γράμμα του προς τον Καραϊσκάκην, γράφων ότι το κίνημα τούτο (ο πόλεμος) δεν ήτον με
την θέλησίν του, ότι ήτον λάθος και ό,τι έγινεν τώρα, έγινεν (να κάνουν «καπάκια»), να
αναλάβη την θέσιν του (να ξαναδιοικήσει) εις την επαρχίαν και να σκορπήση τας
επικουρίας. […Ο Καραϊσκάκης του απάντησε] ότι τότε δέχεται ειρήνην, όταν (ο Σιλιχτάρ
Μπόδας) τραβηχθή όλως διόλου από τα σύνορα (εγκαταλείψει τ’ Άγραφα) και επιστρέψη
όλους τους αιχμαλώτους».
Συγκεντρώθηκαν λοιπόν όλοι οι οπλαρχηγοί για να συναποφασίσουν, συζητούν, ενώ ο
αρματολός του Ασπροποτάμου Ν. Στορνάρης υπεραναλύει το ζήτημα, μακρυγορώντας·
αμέσως παρεμβαίνει ο Καραϊσκάκης φωνάζοντας:
«-Ωχ, αδελφέ Στορνάρη, (κάνεις) ωσάν να διαπραγματεύεται η Ρωσσία με την Τουρκιά!
Κλείω την ειρήνην τώρα· δεν με άρεσεν μεθαύριον, την χέζω (τη «χαλάω» – τη «σπάω») κ’
εγώ, κ’ εσύ, και όλοι μας!»
Ακολούθως απευθύνεται με οργή προς τον απεσταλμένο Τούρκο Καραταΐρη, και του
λέει:
«-Έλα, Σκατότουρκε· έλα, Εβραίε, απεσταλμένε από τους Γύφτους· έλα να ακούσης τα
κέρατά σας, γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας! Τι θάρευσέτε (νομίζετε),
κερατάδες, είναι ο πόλεμος, και τον κινείτε χωρίς να συλλογισθήτε; Δεν εντρέπεσθε να
ζητήτε από ημάς συνθήκην με έναν κοντζιά σκατο – Σουλτάν Μαχμούτην – να τον χέσω και
αυτόν, και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον τον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα!
Και άλλαις μύριες αισχρολογίες (έλεγε) κατά των Τούρκων όλων και της θρησκείας των.
Όλοι εγελούσαμεν (γράφει ο Κασομούλης) οπού θύμωνεν πεσμένος εις το στρώμα (ήταν
άρρωστος) ¨τον ηύραμεν ασθενήν και πάσχοντα από έναν ξηρόβηχαν¨».
Αλλά συνέχισε ακάθεκτος προς τον Καραταΐρη:
«-Θα σηκωθώ να φάγω κρέας από εσένα, βρωμερέ, να πάρω το δίκαιόν μου, οπού με
την προς εμέ φιλίαν ήλθες εις το στρατόπεδον ίσια, χωρίς να ρωτήσεις κανέναν, άπιστε, και
σύ και οι αφεντάδες σου […], με αυτούς τους πουτζαράδες (τους άλλους
παρευρισκόμενους) κάμε συνθήκην· εγώ είμαι άρρωστος και δεν ημπορώ να ακούγω ταις
φλυαρίαις σας. Κερατάδες! αυτουνούς οπού αιχμαλώτισέτε (πιο πριν έπιασαν Έλληνες
αιχμαλώτους οι Τούρκοι, από τα «χαμηλά» αγραφιώτικα χωριά, τα προσκυνημένα) ήτον
εδικοί σας, ήτον Τούρκοι, ήτον Εβραίοι, διότι ραγιάς αυτό θα ειπή. Ιδού οι Έλληνες! (οι
παρόντες εκεί). Αυτοί σας χέζουν, και τώρα και πάντα!»
Τέλος αναφέρεται ότι, η πρόσκαιρη συμφωνία ειρηνικής συνύπαρξης («καπάκια»)
υπογράφηκε, οι Τουρκαρβανιτάδες αποχώρησαν στη Λάρισα, απελευθερώθηκαν οι
Έλληνες αιχμάλωτοι, επέστρεψαν οι Αγραφιώτες στα καμένα τους χωριά, ενώ ο
Καραϊσκάκης και οι λοιποί συνυπογράψαντες τη συνθήκη, ο αρματολός του Ασπροποτάμου
(Τρικάλων) Νικόλας Στορνάρης, ο αρματολός του Σοβολάκου (Ευρυτανίας) Γεωργάκης
Πεσλής, ο καπετάνιος της Ρούμελης Ανδρίτζος Σιαφάκας, ο καπετάνιος του Κλεινοβού
(Καλαμπάκας) Γρηγόρης Λιακατάς και ο καπετάνιος των Χασίων (σύνορα ν. Τρικάλων –
Γρεβενών) Νάσιος Μάνταλος, όχι μόνον δεν έκαναν ουδεμία προσπάθεια να την
αποκρύψουν, αλλ΄ αντιθέτως, με την από 12-6-1823 αναφορά τους προς την «Υπερτάτη
διοίκησιν», επίσημα την ενημερώνουν αναλυτικά για όλες τις πτυχές της συμφωνίας,

εξηγώντας και τους λόγους που τους ανάγκασαν να υπογράψουν τα «καπάκια», ως εξής:
«Υπερτάτη διοίκησης. Προς το σεβαστόν μυνηστέριον (υπουργείο) του πολέμου.
Ημείς όντες αδύνατοι από βοηθείας και ενδεείς από γενήματα (προμήθειες – τροφές)
απεφασίσαμεν κοινή γνώμη (από κοινού – ομοφώνως) να μεταχειρισθώμεν αυτό το καπάκι
διά να ημπορέσωμεν, μέσου, το να λάβωμεν πρώτον τους αιχμαλωτισθέντες αδελφούς μας
Χριστιανούς, να κυβερνηθώμεν (να βρούμε τροφές – εφόδια) από τα γεννήματα οπού μας
είχαν κυριευμένα οι εχθροί και να ετοιμασθώμεν πλέον καλλίτερα ενόσω (μέχρι) να μας
κατ΄ εφθάσουν και αυτούθεν δυνάμεις (μέχρι να έλθουν σε εμάς και οι δυνάμεις που μας
στέλνετε) και οργανίζομεν (διοργανώνουμε) κατά το παρόν αυτήν την υπόθεσιν διά το
κοινόν όφελος αλλ΄ ουκ ίδιον τέλος.
Όθεν ειδοποιούμεν την υπερτάτην Διοίκησιν ότι ενόσω (έως ότου) να κερδήσωμεν τα
χρειώδη και επωφελή, τα οποία οι εχθροί μας τα έχουν, να μας προφθάσητε με τας
αναγκαίας δυνάμεις και πολεμοφόδια, διά να […] κάμωμεν και εις αυτούς (Τούρκους)
εκείνα τα οποία μελέτησαν αυτοί κατ΄ επάνω μας.
Καθώς ημπορέσαμεν να εγνωρίσωμεν δύω σκοπούς τρέφουσιν απάνω εις τούτο (οι
Τούρκοι), ή διότι ζητούν να μας βάλουσι εις τον ύπνον και λήθαργον και αμέριμνοι ώντας να
μας πλακώσουν, ή θέλοντες να δυναμώσουν το ταμπόρι του Ζητουνιού (Λαμία) με
στρατεύματα, ειρηνεύσουσι τούτα τα μέρη και στέλουσι εκεί τα εδώ στρατεύματα. […].
Διό (γι’ αυτό) πρέπει να λάβωμεν τα αναγκαία μέτρα […] και πάλιν να μας προφθάσητε
με όλας τας αναγκαίας δυνάμεις και εφόδια […] και ημείς κατά το παρόν ουδέ πόλεμον
έχομεν ουδέ ειρήνη.
[…Να μας στείλετε] απόκρισιν διά να ιξεύρωμεν πώς να φερθώμεν ότι (διότι) μονάχοι
μας χωρίς βοήθειά μας εις ετούτα τα αδύνατα μέρη ή (μόνον) βλάβην θέλομεν προξενήση
αν κινηθώμεν αλλ’ όχι όφελος. Και όσον αργοπορήσουν τα στρατεύματα αυτού τόσην
περισσοτέραν βλάβην ημπορούμεν να δοκιμάσωμεν».
Κατόπιν αυτής της επίσημης ενημέρωσης, η Κυβέρνηση, η διοίκηση και το υπουργείο
του πολέμου, δεν αντέδρασαν.
Κλείνουμε, παρουσιάζοντας ως επίλογο της εισήγησής μας, τ΄ ακόλουθο ιστορικό
γεγονός:
«Σημαντικωτάτη όμως και πολυθρύλλητος εστάθη η απόκρισις οπού έδωκεν (τον Ιούλιο
1823) εις τον Ρουσίτ πασιάν, Αρχιστράτηγον της Πόρτας: τον μέγαν εκείνον και φοβερόν
σερασκέρην, όστις βιάζων τον Καραϊσκάκην συνεχώς με τας διαταγάς του (μπουϊρουτιά),
διά να τον προσκυνήση, έλαβε παρ’ αυτού την παρούσαν απόκρισιν, αισχράν μεν και
απρεπή εις το να γραφθή και να εκφωνηθή, ηρωικωτάτην δε και αναγκαιοτάτην:
ΑΠΟΚΡΙΣΙΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΡΟΥΣΙΤ ΠΑΣΙΑ
Μου γράφεις ένα μπουϊρουτί, λέγεις να προσκυνήσω·
κ’ εγώ, πασιά μου, ρώτησα τον πούτσον μου τον ίδιον,
κ’ αυτός μου απεκρίθηκε να μη σε προσκυνήσω!
κ’ αν έλθεις κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω!»
Συμπληρωματικά αναφέρεται ότι, οι Δ. Αινιάν και Γ. Βλαχογιάννης δηλώνουν πως αυτή
την επιστολή, έστειλε, το 1822, ο Καραϊσκάκης στον αρχιστράτηγο των Τούρκων Χουρσίτ
πασά, όταν «του παράγγειλε να πάη να τον προσκυνήση ’σ τη Λάρσα».

Συμπεράσματα.
Ο Γ. Καραϊσκάκης απ’ την άνοιξη του 1822 απελευθέρωσε τ΄ Άγραφα για λογαριασμό
του ελεύθερου ελληνισμού, κρατώντας τα αυτόνομα, υπό την εξουσία και διοίκησή του,
μέχρι και τον Ιούλιο του 1823.
Έδρασε, καταρχάς κατόπιν διαταγής της συνέλευσης των στρατιωτικών και προκρίτων
«των επαρχιών της ελευθέρας Δυτικής Ελλάδος», στη συνέχεια ως αρματολός με τούρκικο
μπουγιουρντί, ύστερα απ’ την υπογραφή της ψευτοσυνθήκης – «καπάκι» με τους Τούρκους
και τέλος έπειτα απ΄ τη διαταγή της ελληνικής κυβέρνησης «[…] ως αρχηγός των όπλων των
Αγράφων […]», με την οποία «[…] τον διόριζαν να αρχηγεύει εις τα Άγραφα, να προσέχη και
να κάμη το χρέος του, και τα λοιπά».
Σ΄ αυτό το περίπου δεκαεξάμηνο συγκρούστηκε τέσσερις φορές με τους
Τουρκαλβανούς, καταρχάς με την άφιξή του και πρωτοαπελευθέρωση των Αγράφων,
ακολούθως όταν έκαψε την κονιαροκατοικημένη πόλη της Καρδίτσας, αργότερα στο
Σοβολάκο ενάντια στον Άγο Μουχουρδάρη κι ύστερα στη Νευρόπολη εναντίον του Σιλιχτάρ
Μπόδα, ενώ τέλος
«[…] αμέσως έστειλεν και εζήτησε πολεμοφόδια από την (ελληνική) Διοίκησιν», ώστε
«[…] ο θεός να φυλάξη τους Χριστιανούς […γράφοντας] όθεν αν είσθε Χριστιανοί θεοσεβείς
και θεοφοβούμενοι», «[…] να μας προφθάσητε με τας αναγκαίας δυνάμεις και
πολεμοφόδια, διά να […] κάμωμεν και εις αυτούς (Τούρκους) εκείνα τα οποία μελέτησαν
αυτοί κατ΄ επάνω μας» · έχοντας την απόλυτη πίστη ότι, «Για τους εχθρούς μου […] έχουμε
βόλια και μπαρούτι. Δεν θέλουμε αξιώματα μόνο πατρίδα…θέλουμε», και πως όταν «[…] η
Διοίκησις των Ελλήνων κάμη γενικήν εκστρατείαν κατά […των Τούρκων, δικαιούται αυτός
με τα παλληκάρια του] τότε να κάμουν τα χρέη των […] ως Έλληνες»· δηλώνοντας, μάλιστα,
απερίφραστα:
«-Έχομεν και στράτευμα και άλλας δυνάμεις, όταν μας διορίση (διατάξει) το Έθνος, να
βαρέσωμεν», «[…] ως Έλληνες».
Έρρωσθε.
«Η μεν χειρ διαλέλυται εν τάφω, η δε γραφή μένει αιώνας» 1 .
f/b: Δημήτρης Αγγελής

1 -Γιαννόπουλος Ι. Ν. «Χρονικόν της μονής του Ομβρικού». Αρμονία, έτ. Β΄,
τχ. 10 (1901) σ. 493· «θήμησι γράφομε. 1818 σεπτεμβρίου. Παπά –
Αντώνιος», σ’ εκκλήσιαστικό βιβλίο  του χωριού Παλαιά – Παναγιά
(Ομβριακής) Δομοκού.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά