Το vima365.gr είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.Απλά γαρ εστί της αλήθειας επη

ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΚΡΥΠΤΟΦΕΡΡΗΣ

Μια Ανατολική Μαρτυρία στη Γη του Λατίου

Ταξίαρχος Διερμηνέας εα Όθων Κυπριωτάκης 1

Μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση στον κόσμο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας
τυγχάνει η «Εξαρχική Ιερά Μονή της Παναγίας Θεοτόκου της Κρυπτοφέρρης (Abbazia o
Monastero Esarchico di Santa Maria di Grottaferrata)» της «Ιταλο-Αλβανικής Ελληνο-
Καθολικής Εκκλησίας». Είναι κτισμένη στη ΝΔ άκρη της Γκροτταφερράτα, κωμόπολης στην
πεδιάδα του Λατίου, 20 χλμ ΝΑ της Ρώμης, κοντά στην αρχαία ρωμαϊκή οδό που οδηγεί
στους λόφους, το εσβεσμένο ηφαίστειο και τη λίμνη του Αλβάνου, το Καστέλ Γκαντόλφο
(θερινή κατοικία του πάπα) και το Φρασκάττι. Η περιοχή είναι πλέον πευκόφυτο προάστιο
της Ρώμης, εκεί όπου από παλιά υπήρχαν καλλιέργειες, ελαιώνες και αμπελώνες. Στην
τοποθεσία της ίδιας της μονής βρίσκονταν ερείπια ρωμαϊκής βίλλας, που φέρεται ότι ανήκε
στο Ρωμαίο ρήτορα Κικέρωνα. Τον 5ο αιώνα μΧ εκεί λειτούργησε χριστιανική κοινότητα με
μικρό ναό, με μορφή κρύπτης και σιδερένια κάγκελα στα παράθυρα, γι’ αυτό και πήρε το
όνομα Γκροτταφερράτα, που ελληνικά αποδίδεται ως Κρυπτοφέρρη ή σιδηρόφρακτη
κρύπτη, αφού grotto σημαίνει σπήλαιο ή κρύπτη, και ferrum είναι ο σίδηρος. Ο παλαιός
ναός είναι πλέον ενταγμένος στο συγκρότημα της μονής.


H Μονή της Κρυπτοφέρρης ονομάζεται επίσης Μονή του Οσίου Νείλου και είναι το
μοναδικό ελληνόφωνο καθολικό μοναστήρι στην περιοχή της Ρώμης. Η λεγόμενη «Ιταλο-
Αλβανική Εκκλησία» είναι μια από τις ελληνόρρυθμες καθολικές εκκλησίες και ανήκει στην
ομάδα των «Ανατολικών Εκκλησιών» (Ενωτικών / Ουνιτικών) σε εφαρμογή των αποφάσεων
της Συνόδου της Φερράρας-Φλωρεντίας (1439) που δεν αποδέχεται η Χριστιανική
Ορθόδοξη Εκκλησία. Αναγνωρίζει ως κεφαλή της τον Πάπα της Ρώμης, διατηρεί την
ιεραρχία και τις παραδόσεις της και, στη θεία λατρεία, χρησιμοποιεί την ελληνική γλώσσα
ή την αλβανική γλώσσα της τοπικής κοινότητας, και το εκκλησιαστικό τυπικό της
Κωνσταντινουπόλεως. Στη δικαιοδοσία της «Εκκλησίας» αυτής ανήκουν σήμερα περίπου
100.000 πιστοί στις περιοχές Λούγκρο της Καλαβρίας, Παλέρμο της Σικελίας (γνωστή ως
«Πεδιάδα των Ελλήνων-Αλβανών») και στην Κρυπτοφέρρη, υπό αντίστοιχους επισκόπους.
Ο κλήρος φέρει βυζαντινούς τίτλους, ελληνικά εκκλησιαστικά ονόματα και τρέφει μαλλιά
και γένια. Ο κάθε πρεσβύτερος καλείται «παπάς». Κατόπιν αδείας του Βατικανού,
επιτρέπεται πρεσβυτέροι της «Ιταλο-Βυζαντινής Εκκλησίας» να είναι έγγαμοι, όπως και της
Χριστιανικής Ορθόδοξης.
Οι Έλληνες αποίκισαν τα νότια της ιταλικής χερσονήσου και τη Σικελία από τον 8ο
αιώνα πΧ («Μεγάλη Ελλάδα») και ακόμη και μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση διατήρησαν τη
γλώσσα, τις παραδόσεις και τα έθιμά τους. Δέχθηκαν πρώτοι τη χριστιανική θρησκεία και,
μάλιστα, πολλοί από τους πρώτους πάπες της Ρώμης ήσαν Έλληνες ή ελληνόφωνοι. Μετά
1 Πτυχιούχος Νομικής Θεσσαλονίκης, πρώην Διευθυντής Γραμματειακής και Μεταφραστικής
Υποστήριξης Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ/ΔΓΜΥ), Αναγνώστης της Χριστιανικής Ορθόδοξης
Εκκλησίας, Ψάλτης Ιερού Ναού Αγίου Προκοπίου Ρέστη Σαλαμίνος

την πτώση της Ρώμης στους βαρβάρους, σημειώθηκαν τρία μεγάλα κύματα μετοικεσίας
Ελλήνων από την Ανατολή, το πρώτο ύστερα από την προσωρινή ανάκτησή περιοχών της
Ιταλίας από στρατεύματα της Κωνσταντινουπόλεως υπό τους στρατηγούς Βελισσάριο και
Ναρσή επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού του Μεγάλου (6ος αιώνας μΧ), το δεύτερο λόγω των
χριστολογικών και εικονοκλαστικών ερίδων (9ος έως 11ο αιώνες) αφού οι τότε πάπες
(όπως ο τελευταίος ελληνικής καταγωγής Ζαχαρίας τον 8ο αιώνα) είχαν υπερασπίσει το
χριστιανικό ορθόδοξο δόγμα, και το τρίτο ύστερα από την αραβική κατάκτηση της Εγγύς
Ανατολής (από τον 7ο αιώνα και μετά) και τις Σταυροφορίες. Το οικογενειακό επίθετο
«Greco» αποτελεί χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου.


Οι ρίζες της χριστιανικής ορθόδοξης παράδοσης στην Κρυπτοφέρρη ανάγονται
ακριβώς σε αυτούς τους Έλληνες της Διασποράς, που μεταλαμπάδευσαν την ελληνική
φιλοσοφία μαζί με πολύτιμα χειρόγραφα και αρχαιοπρεπείς σεβάσμιες ιερές εικόνες, όταν
στη Δύση επικρατούσε η συνήθεια των αγαλμάτων. Κάποιες από τις εικόνες είναι η
Παναγία η Νικοποιός στο ναό του Αγίου Μάρκου της Βενετίας και η Αχειροποίητος
(Achiropita) στα Ρώσανα της Καλαβρίας. Τότε κτίσθηκαν ελληνόφωνες μονές, ακόμη και
μέσα στη Ρώμη, όπως του Αγίου Σάββα, του Αγίου Αλεξίου Ανθρώπου του Θεού (ήταν
Ρωμαίος), του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και πολλές της Θεοτόκου. Κατά τη μαρτυρία
του καρδινάλιου Τζιοβάννι Μερκάτι (+1957), βιβλιοθηκάριου των Απόρρητων Αρχείων και
της Βιβλιοθήκης του Βατικανού, μόνο στη Ρώμη υπήρχαν 40 ελληνόφωνα μοναστήρια, οι
ηγούμενοι των οποίων, λίγο πριν το Σχίσμα, είχαν το δικαίωμα να περιστοιχίζουν τον
εκάστοτε πάπα κατά τις θείες λειτουργίες με το ανατολικό τυπικό και να ψάλλουν
ελληνικά, ακόμη και στην καθέδρα του, το ναό του Αγίου Ιωάννου του Λατερανού. Εκείνη
την εποχή διακρίθηκαν και ελληνομαθείς σοφοί όπως ο Σάββας ο νεώτερος, ο Μεδιολάνων
(Μιλάνου) Χρυσόλαος, ο Βαρλαάμ (όχι ο γνωστός της εποχής των Ησυχαστών) και ο
επίσκοπος Πλακεντίας Φιλάγαθος, μετέπειτα (αντι-)πάπας Ιωάννης Ιστ’.


Ο ιδρυτής της Κρυπτοφέρρης όσιος Νείλος καταγόταν από τα Ρώσανα. Λόγω
εισβολής των Σαρακηνών το 981, κατευθύνθηκε προς βορρά με συνοδεία Ιταλο-Βυζαντινών
μοναχών ήτοι ελληνόφωνων της κάτω Ιταλίας που ακόμα ανήκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή
(τη λεγόμενη «Βυζαντινή») Αυτοκρατορία. Παρ’ ότι μιλάμε για τον 11ο αιώνα μΧ, η Μεγάλη
Ελλάδα βρισκόταν ακόμη σε ακμή και ο εκλατινισμός δεν είχε επικρατήσει. Ο όσιος Νείλος
διατηρούσε στενές σχέσεις με Βενεδικτίνους μοναχούς του γειτονικού Μόντε Κασίνο και
είχε έλθει σε αντιπαράθεση με τον (αντι-)πάπα Ιωάννη Ιστ’. Ο φίλος του κόμης Γρηγόριος Α’
του Τούσκουλουμ, του εκχώρησε γη για ανοικοδόμηση μονής, επηρεασμένος από το φόβο
για ενδεχόμενο τέλος του κόσμου με την αλλαγή της πρώτης χιλιετίας. Η σπουδαία πόλη
Τούσκουλουμ καταστράφηκε εκ θεμελίων το 12ο αιώνα. Σε ανασκαφές, εκεί βρέθηκε η
καλύτερη σωζόμενη κεφαλή αγάλματος του Ιουλίου Καίσαρα.


Η κατασκευή της μονής ξεκίνησε το 1004, μόλις 50 έτη πριν το μεγάλο Σχίσμα
Ρώμης-Κωνσταντινουπόλεως. Όμως μετά ένα έτος, ο Νείλος απεβίωσε (τιμάται ως όσιος
τόσο από την Ορθόδοξη όσο και από την Καθολική Εκκλησία) και ηγούμενος ανέλαβε ο
μαθητής του όσιος Βαρθολομαίος ο νέος, τον οποίο η ευσεβής Ελληνίδα μητέρα του είχε
αφιερώσει στην Αχειροποίητο των Ρωσάνων. Το 1955 γιορτάσθηκαν τα 900 έτη από την

κοίμησή του. Ο Βαρθολομαίος ανέδειξε τη μονή ως φυτώριο των ιερών γραμμάτων αλλά
και των επιστημών. Η γύρω περιοχή ήταν ερημωμένη, όμως με μεγάλες δωρεές όχι μόνο
οικοδομήθηκε η μονή αλλά και αγοράσθηκαν κτήματα και κτίσματα σε Καλαβρία, Απουλία,
Βασιλικάτα και Σικελία.
Ο όσιος Βαρθολομαίος υπήρξε σπουδαίος κληρικός και, στα 50 έτη της ηγουμενίας
του, διατέλεσε σύμβουλος πολλών παπών. Η Αγία Έδρα ήταν τότε σε δραματική
κατάσταση, στο έλεος ισχυρών γυναικών και της οικογένειας των κομήτων του
Τούσκουλουμ. Ο πάπας Ιωάννης ο ΙΘ’, που εγκαινίασε τη μονή της Κρυπτοφέρρης το 1024,
είχε εξαγοράσει τον παπικό θρόνο. Ο αδελφός του καταστάθηκε διάδοχός του ως
Βενέδικτος ο Θ’ σε ηλικία μόλις 12 ετών (!). Ο όσιος Βαρθολομαίος εξεμάνη, πήγε στη Ρώμη
και έλεγξε το νέο πάπα, που μετανόησε, παραιτήθηκε του θρόνου, παρέμεινε στη μονή ως
μοναχός, προσέφερε την τιάρα του στην Παναγία, και απεβίωσε και τάφηκε στο σολέα της
μονής σε απλό τάφο με επιγραφή «Ενθάδε κείται Βενέδικτος ο Θ’». Στη μονή υπάρχει
σχετικός ζωγραφικός πίνακας της μετάνοιας του πάπα.
Ο όσιος Βαρθολομαίος υπήρξε επίσης σπουδαίος υμνογράφος, ιδίως προς την
Υπεραγία Θεοτόκο. Στη βιβλιοθήκη της Κρυπτοφέρρης διασώζονται έργα του: 30 Κανόνες,
236 Ωδές, 1004 Τροπάρια, 10 Εξαποστειλάρια και Φωταγωγικά, 55 Καθίσματα, 60 Στιχηρά
και Ιδιόμελα και 100 Κώδικες Ύμνων. Πέραν του Βαρθολομαίου, η μονή Κρυπτοφέρρης
ανέδειξε και άλλους υμνογράφους από τον 10ο έως τον 13ο αιώνα. Αλλά η έκδοση των
έργων τους δεν πραγματοποιήθηκε πριν το 1955 και το άνοιγμα των ελληνορρύθμων
Καθολικών προς τους Ορθοδόξους.
Ο ηγούμενος της μονής προβλέπεται να φέρει βαθμό «μιτροφόρου αρχιμανδρίτη»,
κατά το ανατολικό τυπικό. Τη μονή στελεχώνει η «Αδελφότητα των Βασιλειανών
Μοναχών», δηλαδή Μοναχοί που τηρούν τις διδαχές του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου,
ένα ίδρυμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας που δημιουργήθηκε το 1579 με την παπική
Αποστολική Διάταξη «Benedictus Dominis» του πάπα Γρηγορίου ΙΓ΄ για να συνενώσει τα
μοναστήρια στην Ιταλία και τις άλλες δικαιοδοσίες των Ελληνο-Καθολικών. Σήμερα αριθμεί
18 κληρικούς. Το 1937, ο πάπας Πίος ο ΙΑ’ όρισε το ισχύον καθεστώς της μονής ως
«εξαρχικής» της ελληνόρρυθμης «Ιταλο-Αλβανικής Εκκλησίας». Η τελευταία ενισχύθηκε
σημαντικά μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Αλβανία και τη
μετανάστευση αντίστοιχων πιστών σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Τον Ιανουάριο 2026, ο
πάπας Λέων ΙΔ’ διόρισε ηγούμενο της μονής τον τιτουλάριο επίσκοπο Καρκαβίας Μανουέλ
Νιν-υ-Γκιουέγι, που είχε διατελέσει έξαρχος των ελληνορρύθμων Καθολικών στην Ελλάδα.
Είναι η πρώτη φορά που ηγούμενος της Κρυπτοφέρρης αναλαμβάνει στέλεχος από άλλο
καθολικό μοναστικό τάγμα, τους Βενεδικτίνους.
Η θεία λατρεία στη μονή τελείται στην ελληνική γλώσσα κατά το τυπικό της
Κωνσταντινουπόλεως, με θαυμάσιο χορό που ψάλλει ελληνική εκκλησιαστική (βυζαντινή)
μουσική και υμνογραφία. Το Σύμβολο της Πίστεως, χωρίς την προσθήκη «και εκ του Υιού
(filioque)», και το «Πάτερ ημών» απαγγέλλονται στην Ελληνική. Σε κάποια επίσημα
συλλείτουργα κατά την ανατολική τάξη, παρευρίσκονται συμπροσευχόμενοι Λατίνοι
ιεράρχες και πολλές φορές χοροστατούν καρδινάλιοι «εν βύσσω και πορφύρα». Στα

πανηγύρια της Κρυπτοφέρρης, ιδίως αυτό της 22 Αυγούστου, προσκυνητές καταφθάνουν
από την Καλαβρία και τη Σικελία.
Η μονή της Κρυπτοφέρρης μοιάζει με τον Άγιο Γεώργιο του παλαιού Καΐρου του
Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, γιατί από τον 15ο αιώνα έλαβε μορφή φρουρίου. Αριστερά
της εισόδου, υπάρχει η ελληνική επιγραφή προς τους προσκυνητές και επισκέπτες
«Χαίρετε ξένοι». Τα κελιά των μοναχών φέρουν ονόματα Πατέρων της Ανατολικής
Εκκλησίας. Τα γραφεία και τα εργαστήρια έχουν ελληνικούς τίτλους «Συνοδικόν»,
«Φροντιστήριον», «Γραμματοφυλάκιον», «Ξενών Υποδοχής», κτλ. Υπάρχει πλήρες
πρόγραμμα από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου, εκπαίδευση των δοκίμων και
απασχόληση σε ξεναγήσεις, στα εργαστήρια και τους αγρούς. Κανένας μοναχός ή
επισκέπτης δεν επιτρέπεται να μένει αργός. Κατά την παράθεση της τράπεζας επικρατεί
σιωπή, ενώ ο διατεταγμένος μοναχός διαβάζει αναγνώσματα από βίους αγίων της
Εκκλησίας πριν το Σχίσμα. Παρέχεται φιλοξενία, όπως στις μονές του Αγίου Όρους, με
αυστηρή εφαρμογή της κοινοβιακής διάταξης.
Κέντρο της Κρυπτοφέρρης είναι βυζαντινή εικόνα της Παναγίας, που διασώθηκε
από τους εικονοκλάστες και αποκαλείται «Βασίλισσα [της πόλης] του Τούσκουλουμ». Μετά
την καταστροφή της τον 12ο αιώνα, Ρωμαίοι μετάφεραν την εικόνα αυτή ως λάφυρο μαζί
με άλλους θησαυρούς στο θησαυροφυλάκιο του Αγίου Πέτρου της Ρώμης. Οι μοναχοί της
Κρυπτοφέρρης ζήτησαν επίμονα την επιστροφή της. Τελικά το 1230 ο πάπας Γρηγόριος ο Θ’
μετέφερε την εικόνα με μεγαλόπρεπη πομπή από τη Ρώμη στην Γκοτταφερράτα και την
εναπέθεσε στη μονή. Έκτοτε ο ναός της μονής φέρει τίτλο «ποντιφικής βασιλικής», με
υψηλή κατάταξη μετά τον Άγιο Πέτρο, τον Άγιο Παύλο έξω των Τειχών, τον Άγιο Ιωάννη
Λατερανού και την Αγία Μαρία τη Μεγίστη (Santa Maria Maggiore).
Η βιβλιοθήκη της μονής είναι περιώνυμη για τους μεγάλους θησαυρούς, που
ανάγονται στη βυζαντινή Ανατολή, περίπου 50.000 τίτλους. Την εποχή της Αλώσεως της
Κωνσταντινουπόλεως, ο Βασίλειος Τραπεζούντιος, γνωστός ως Καρδινάλιος Βησσαρίων
πρώην ορθόδοξος μητροπολίτης Νικαίας και μετά καθολικός επίσκοπος και τέσσερις φορές
υποψήφιος για τον παπικό θρόνο, εγκατέστησε εργαστήριο κωδικογράφων αρχικά στη
Ρώμη και μετά στην Γκροτταφερράτα, όπου εργάσθηκαν ευάριθμοι Έλληνες πρόσφυγες.
Έστελνε πράκτορες στην Ανατολή, οι οποίοι αγόραζαν ή αντέγραφαν χειρόγραφα, αλλά και
προμηθευόταν τέτοια από τους πρόσφυγες και ελληνόφωνες κοινότητες της Μεγάλης
Ελλάδος. Τα χειρόγραφα περιείχαν έργα φιλοσοφικά, ποιητικά, λογοτεχνικά, ρητορικά,
ιστορικά, γεωγραφικά, μαθηματικά, αστρονομικά, ιατρικά, κτλ. Η Κρυπτοφέρρη επί ημερών
του έγινε μια μικρή ακαδημία. Η βιβλιοθήκη της εκσυγχρονίσθηκε και το 1955
πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνιά της. Εκτός άλλων δραστηριοτήτων, η μονή μεριμνά για
έκδοση και συντήρηση λειτουργικών βιβλίων ανατολικού τυπικού και τηρεί καταλόγους
αγίων της Χριστιανικής Εκκλησίας πριν το Σχίσμα.
Κανένας Χριστιανός Ορθόδοξος κληρικός δεν είχε επίσημες επαφές με τη μονή της
Κρυπτοφέρρης, από την εποχή του Βησσαρίωνα για 500 χρόνια. Μετά την ένωση της
Ιταλίας σε ένα βασίλειο, ο πάπας Λέων ο ΙΓ’ εκδήλωσε το 1880 την επιθυμία η μονή να
διατηρήσει καθαρά ελληνικό χρώμα και ανέθεσε στον πραγματιστή ηγούμενο Αρσένιο

Pellegrini (1849-1926) την ευαίσθητη αποστολή του ανοίγματος της Εκκλησίας της Ρώμης
προς την Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτό επιβεβαιώθηκε το 1917 με την ίδρυση δύο
οργανισμών: της Συνόδου για τις Ανατολικές Εκκλησίες και το Ποντιφικό Ανατολικό
Ινστιτούτο για την ανατολική Ευρώπη και την Εγγύς Ανατολή.
Ο καθηγητής Παύλος Καρολίδης (+1930), που συμπλήρωσε το ιστορικό έργο του
Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, υπήρξε από τους λίγους Έλληνες μελετητές που
ενδιαφέρθηκαν για την ύπαρξη και το έργο της Κρυπτοφέρρης και την χαρακτήριζε «όαση
και νησίδα ελληνική εντός του λατινικού ωκεανού». Οι Χριστιανοί της Ανατολικής
Ορθόδοξης Εκκλησίας την ανακάλυψαν μετά τη Β’ Βατικάνεια Σύνοδο και την άρση των
αναθεμάτων μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας. Λίγο πριν, το Νοέμβριο
1952, εκπρόσωποι της μονής μετέβησαν στην Αλεξάνδρεια για την χιλιετηρίδα της
Πατριαρχικής Βιβλιοθήκης και την επίσκεψη ανταπέδωσε το επόμενο έτος ο Μέγας Άρχων
Υπομνηματογράφος και Βιβλιοθηκοφύλακας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας Θεόδωρος Δ
Μοσχονάς. Ο ίδιος, ως επίσημος εκπρόσωπος και κομιστής επιστολής του Πάπα και
Πατριάρχη Αλεξανδρείας Χριστοφόρου του Β’, μετέβη το 1955 για δεύτερη φορά στην
Κρυπτοφέρρη, κατόπιν πρόσκλησης του ηγουμένου της για τα εγκαίνια της ανακαινισμένης
βιβλιοθήκης [Επίσημο Δελτίο «Εκκλησία» της Εκκλησίας της Ελλάδος, αριθμός 23 της 1
Δεκεμβρίου 1956].
Τα τελευταία χρόνια η μονή της Κρυπτοφέρρης έχει αποκτήσει μεγάλη σημασία για
τον ορθόδοξο και ιδιαίτερα για τον ελληνικό και ελληνόφωνο κόσμο, γιατί διαφυλάσσει και
προβάλλει τα ελληνικά γράμματα. Είναι ένας σύνδεσμος μεταξύ Ανατολής και Δύσης και
μάλιστα στην αυλή της Ρώμης. Να σημειωθεί ότι στους καταλόγους του Υπουργείου
Πολιτισμού της Ιταλίας, η μονή αναφέρεται ως «Greca» (ελληνική). Πολλές σημαντικές
εκδόσεις είδαν το φως και αποκάλυψαν θησαυρούς, που διασώθηκαν από τους
Ρωμαιοκαθολικούς, οι οποίοι επί πολλούς αιώνες υποτιμούσαν τον ορθόδοξο κόσμο σαν
αιρετικό και απολίτιστο.

Όθων Κυπριωτάκης Για το vima365 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά