Καμινώνω σημαίνει πυρακτώνομαι…
Απο την Παναγιωτα Ιωακειμιδου
Καμινώνω – η φλόγα που έρχεται από την αρχαιότητα
Καμινώνω σημαίνει πυρακτώνομαι, καίγομαι, φλέγομαι.
Η χρήση της λέξης στον Πόντο είναι μια εκπληκτική συνέχεια της αρχαίας κάμινος, του καμινιού όπου δοκίμαζαν και “χώνευαν” το μέταλλο. Λέξη και εικόνα διατηρήθηκαν αιώνες ολόκληρους: η ένταση, η φωτιά, η διάπυρη θερμότητα – κυριολεκτική και μεταφορική – έμειναν ίδιες.
Στα ποντιακά η λέξη ζει δυνατά, μέσα από εκφράσεις που περιγράφουν όχι μόνο φωτιά, αλλά και πάθος, ορμή, ακόμη και ψυχική αναστάτωση:
• εκαμίνωσεν το σίδερον = το πυράκτωσε
• εκαμίνωσεν ο ήλον = καίει ο ήλιο
• Τ’ ομμάτ’ μ’ εκαμίνωσαν = τα μάτια μου βγάζουν φωτιές
• το άλογον εκαμίνωσε και τρέχ’ = καλπάζει με τέτοια ορμή που βγάζει σπίθες
Η λέξη σώζεται και στις παραγόμενες μορφές της, μικρά “γλωσσικά απολιθώματα” μιας παλιάς φωτιάς:
• καμινωσία = καύση, υπερθέρμανση
• καμινωτέρ’ = τσακμακόπετρα, κυριολεκτικά «πέτρες που κάνουν καμίνι»
Από το ανέκδοτο λεξικό μου “Αρχαίες λέξεις στην ποντιακή διάλεκτο”
καμινεύω = καίω, βγάζω σπινθήρες, καθιστώ κάτι διάπυρο.
Αρχ. καμινεύω = χωνεύω, καίω, θερμαίνω.
Και η αρχαία μαρτυρία:
Ταύτην δ’ οἱ μὲν ἁπλῶς φασὶ πλύναντας καμινεύειν.
(Αριστοτέλης, Περὶ θαυμαστών 48)
Εδώ το καμινεύειν σημαίνει σαφώς καίει – θερμαίνει, δείχνοντας την αδιάσπαστη συνέχεια της λέξης από την αρχαιότητα έως τον Πόντο.
Η γραμμή της συνέχειας
Η ποντιακή μορφή καμινώνω προέρχεται από το μεσαιωνικό καμινίζω, που με τη σειρά του πατά στην αρχαία κάμινος.
Όλα αυτά μαζί συνθέτουν μία από τις πιο καθαρές γραμμές της ελληνικής γλωσσικής συνέχειας:
ίδια ρίζα, ίδια εικόνα, ίδια φωτιά.
Μια φλόγα που δεν έσβησε ποτέ.
Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.