Το vima365.gr είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.Απλά γαρ εστί της αλήθειας επη

Η κρίση ως δίαυλος πολιτειακής μετάβασης – Μερος Γ

Εικονομαχία: Η Ιδεολογική και Κοινωνική κρίση της Ελληνικής Αυτοκρατορίας της Χριστιανικής Ανατολής

ΣΤο ξεκίνημα και στο απόγειο της ακμής της η Αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως δεν απετελείτο από ένα αλλ’ από πολλά έθνη. (Μόνο στα τέλη της ζωής της κατόρθωσε να υψωθεί στην ιδέα ενός έθνους.). Ήταν μια Αυτοκρατορία πολυεθνική, που μπόρεσε κι επιβλήθηκε στα τότε μονοεθνικά κράτη ή κρατίδια. Ακόμη και ο πληθυσμός της πρωτεύουσας δεν ήταν αμιγής. Η ΚΠολη ήταν κοσμοπολιτικό κέντρο που έδινε εντύπωση ενός μωσαϊκού λαών και γλωσσών. Ο στιχουργός Ιωάννης Τζέτζης (περίπου 1100 – 1180) γράφει:

«Οι Πόλιν γαρ την άνασσαν ναίοντες[37] – Κωνσταντίνου

ουχί μιας φωνής εισί και έθνους ενός μόνου,

μίξεις γλωσσών δε περισσών, άνδρες τε πολυκλέπται,

Κρήτες και Τούρκοι, Αλανοί, Ρόδιοι τε και Χίοι…»

Όμως το κυρίαρχο πληθυσμιακό στοιχείο ήταν το ελληνικό, που με την αφομοιωτική δύναμή του απορρόφησε τα ετερόκλητα ξενικά στοιχεία. Γι’ αυτό και σε μεταγενέστερο κείμενο διαβάζουμε πως η Πόλη δεν κατοικείται από «μιξοβάρβαρο λαό» αλλά από «αυσωνικό» (=ελληνικό), που μιλάει «την Ελλάδα γλώτταν την ορθορρήμονα».

Όμως το βαθύ πρόβλημα της αυτοκρατορίας δεν ήταν η πληθυσμιακή αλλ’ η πνευματική σύστασή της. Παρ’ όλο που μετά το 476 μ.Χ. (κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους) λειτούργησε ως μία αυτοδύναμη πολιτική οντότητα, ουδέποτε αποσπάσθηκε από τη ρωμαϊκή παράδοση. Το επίσημο όνομα ήταν Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι Αυτοκράτορες ονομάζονταν Ρωμαίοι και τ’ όνομα αυτό χρησιμοποιούσαν οι υπήκοοί της. Το όνομα Έλλην, λόγω της σφοδρής αντιθέσεως Χριστιανισμού – Ελληνισμού, πήρε τη σημασία του «εθνικού», που εσήμαινε τότε του μη χριστιανού, του ειδωλολάτρη. Στα λαϊκά στρώματα το όνομα «Έλλην» πήρε τη σημασία της υπερανθρώπου.

Μετά την ανακήρυξη του Χριστιανισμού σε επίσημη θρησκεία του κράτους, ο Χριστιανισμός έγινε και η επίσημη ιδεολογία του κράτους. Η επισημοποίηση αυτή γίνεται έκδηλη από το γεγονός ότι κανείς δεν μπορεί να καταλάβει μεγάλο αξίωμα, αν δεν είναι χριστιανός. Αυτό περισσότερο ισχύει για το αξίωμα του Αυτοκράτορα. Παλαιότερα βασική προϋπόθεση είναι η ιδιότητα Ρωμαίου πολίτη. Τώρα βασική προϋπόθεση είναι η ιδιότητα του χριστιανού. Η αυτοκρατορία είναι πρώτα χριστιανική και μετά ρωμαϊκή. Το ρωμαϊκό παρελθόν υποχωρεί σιγά – σιγά στο χριστιανικό παρόν. Αυτό δεν σημαίνει εγκατάλειψη της Ρωμαϊκής παραδόσεως. Η Ρωμαϊκή Ιδέα, έστω και ξεθωριασμένη θα διατηρηθεί ως την οριστική πτώση. Η ΚΠολη διεκδίκησε όλα τα προνόμια της Ρώμης, μια και ο ιδρυτής της μετέφερε όλο το μεγαλείο της παλιάς πρωτεύουσας σ’ αυτήν. Η νέα αυτοκρατορία πρέπει να διατηρήσει τον οικουμενικό χαρακτήρα της παλιάς, με ιδεολογική «Πλατφόρμα» το χριστιανισμό και με έμβλημα το Σταυρό.

Ο Χριστιανισμός στους πρώτους αιώνες της κυριαρχίας του είδε σαν κύριο αντίπαλο την ελληνική πνευματική παράδοση. Τα κτυπήματα του Θεοδοσίου και του Ιουστινιανού (έκλεισε την πλατωνική ακαδημία) ήταν ανηλεή. Το χριστιανικό πάθος κατά του ελληνικού πνεύματος εκφράζει ο κορυφαίος υμνογράφος Ρωμανός ο Μελωδός στον «Ύμνον εις Πεντηκοστήν»:

Τί φυσώσιν και βαμβεύουσιν οι Έλληνες;
Τι φαντάζονται προς Άρατον[38] – τον τρισκατάρατον;
Τι πλανώνται προς Πλάτωνα,
Τί Δημοσθένη στέργουσι τον ασθενή;
Τι μη νοούσι Όμηρον όνειρον αργόν;
Τί Πυθαγόραν θρυλούσιν τον δικαίως φιμωθέντα;

Παρά την αντίθεση αυτή, ο Ελληνισμός ωστόσο κατόρθωσε να επιβιώσει και τελικά έδωσε τα ιδιαίτερα στοιχεία στην Αυτοκρατορία, που από τα μέσα του 7ου αιώνα ταυτίζεται με τη μοίρα του ελληνικού κόσμου και «τείνει να αποβεί ο χώρος της πολιτικής και πολιτιστικής του δραστηριότητος», όπως γράφει ο ακαδημαϊκός Δ. Ζακυθηνός. Πιο επιγραμματικός ο Heisenberg γράφει ότι η Αυτοκρατορία της ΚΠόλεως είναι «το εκχριστιανισθέν ρωμαϊκόν κράτος του Ελληνικού Έθνους». Και κατά του Bury, «η τελευταία φάση του ελληνικού πολιτισμού». Αυτοί που τελικά επέμεναν να ονομάζονται επισήμως «Ρωμαίοι» δεν ήσαν τίποτα άλλο παρά Έλληνες ή ελληνόφωνοι χριστιανοί. Όντως, ο χριστιανισμός μεσ’ από ένα πλήθος πολυφασματικές διεργασίες έδωσε τελικά το δικό του ύφος και ήθος στην Αυτοκρατορία, που χωρίς επίσημη ομολογία μεταβλήθηκε σε Ελληνική Αυτοκρατορία της Χριστιανικής Ανατολής. Μόνο ο Θεόδωρος Β ́ Λάσκαρις της Νικαίας, μια πρωτοπόρα φυσιογνωμία της Ελληνικής Ιδέας, θέλησε να επισημοποιήσει την ελληνική ονομασία.

Όμως παρά τις ρωμαϊκές πολιτικές παραδόσεις, παρά τις ελληνικές Πνευματικές καταβολές της, η Αυτοκρατορία είχε έναν διφυή πνευματικό χαρακτήρα. Το άπλωμά της βαθειά στην Ασία την τροφοδοτούσε με πολλά ανατολικά πνευματικά στοιχεία, που δεν «δένονταν» με την ελληνορωμαϊκή παράδοση, όσο κι αν ο χριστιανισμός, ως δεσπόζουσα Πνευματική δύναμη, επεδίωξε ν’ απαλύνει τις αντιθέσεις. Απεναντίας η αντίθεση αυτή εκδηλώθηκε εν ονόματι της καθαρότητας του χριστιανισμού και εκφράστηκε σαν θρησκευτική διαμάχη (αρχικά αιρέσεις – ακολούθως εικονομαχία), ενώ πρόκειται για απόπειρα να επιβληθεί η ανατολική πνευματική παράδοση στην ελληνορωμαϊκή. Το αποκορύφωμα της συγκρούσεως αυτής είναι η εικονομαχία, που ξεκινά με τους Ισαύρους, που πέρα από την ανατολική καταγωγή τους, ήταν διαποτισμένοι από το πνευματικό κλίμα της Ανατολής.

Εικονομαχία (726 – 843)

Η ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ ήταν η μεγαλύτερη σε χρονική έκταση, ένταση και παρεκτάσεις κρίση που πέρασε η Αυτοκρατορία. Δεν επρόκειτο απλώς για μια θρησκευτική διαμάχη για ένα τοπικό ζήτημα (λατρεία εικόνων που είχε εξελιχθεί σε ειδωλολατρία) αλλά για κρίση ταυτότητος. Το αποτέλεσμα της διαμάχης δεν έκρινε τον θρησκευτικό αλλά τον πνευματικό χαρακτήρα της Αυτοκρατορίας. Οπωσδήποτε, η περίοδος που εκδηλώνεται «η περί εικόνων έρις» είναι εποχή μεγάλων στρατιωτικών κινδύνων, οικονομικού μαρασμού, στρατιωτικής αποσύνθεσης, κατάρρευσης της μεγαλοπράγμονος Ιουστινιάνειας πολιτικής για ανασύσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ηθικής κρίσης του χριστιανισμού και κυρίως ενός βασικού πολιτικού αιτήματος: η Αυτοκρατορία δεν έχει πλέον δυτικό αλλά ανατολικό χαρακτήρα, αφού η κυριαρχία της εκτείνεται κυρίως στην Ανατολή, οι Αυτοκράτορες, στρατηγοί και στρατιώτες προέρχονται από την Ανατολή. Με απλά λόγια, με πρόσχημα τις εικόνες, η πνευματική παράδοση της Ανατολής θέλησε να δώσει το δικό της πνευματικό και πολιτικό στίγμα στην Αυτοκρατορία. Η εικονομαχική τάση εκπορεύεται από την πνευματική ατμόσφαιρα της Ανατολής. Οι πρωτεργάτες της εικονομαχίας, και δεν εννοούμε τους αυτοκράτορες μόνο (αυτοί ίσως έβλεπαν το ζήτημα από στρατιωτική και οικονομική σκοπιά) προέρχονται από περιοχές που βρίσκονται κάτω από την επιρροή Ιουδαϊκών, μουσουλμανικών και μονοφυσιτικών αντιλήψεων, που αρνούνται την ελληνορωμαϊκή αντίληψη περί απεικονίσεως θείων μορφών. Άρα, με πρόσχημα τις εικόνες, ξέσπασε μια φοβερή σύγκρουση ανάμεσα στο ελληνικό εικονιστικό και στο ανατολικό ανεικονικό πνεύμα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συντρέχουν και λόγοι θρησκευτικοί. Οι παραστάσεις θείων μορφών στην αρχή χρησιμοποιήθηκαν σαν μέσο διδαχής του απαίδευτου λαού. Πολλοί όμως μορφωμένοι κοσμικοί και κληρικοί είχαν διαπιστώσει μια παρέκκλιση από την αληθινή πίστη και μια εκτροπή της χριστιανικής λατρείας, σε ειδωλολατρία, με το να αποδίδονται θείες ιδιότητες σε άψυχα αντικείμενα, όπως οι εικόνες. Σχετικά ο εθνικός μας ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος γράφει: «Αι των αγίων εικόνες ετιμήθησαν πολλάκις ως θαυματουργοί οι άνθρωποι ησπάζοντο αυτές, επέθετον επί της κεφαλής, προσήγον εις τα όμματα και εις το στήθος, εποίουν ενώπιον αυτών το σημείον του σταυρού, εγονάτιζον, προσεκύνουν και εν γένει απέδιδον εις αυτάς όλα τα δείγματα της αμέσου λατρείας, εξ ου οι Ιουδαίοι και οι Μωαμεθανοί κατήντησαν να ονομάζωσι τους χριστιανούς ειδωλολάτρες» (Τόμος Γ ́, έκδ. Β ́ 1886, σελ 378). Στα παραπάνω πρέπει να προστεθούν και κάποιες ηθικές αιτίες. Πολλοί κληρικοί, κυρίως μοναχοί, ζούσαν βίο ανάρμοστο προς τις ηθικές επιταγές του χριστιανισμού.

Αλλ’ οι Ίσαυροι, αξιόλογοι στρατιωτικοί και πολιτικοί, είδαν το ζήτημα και από την στρατιωτική, οικονομική και πολιτική του όψη. Συγκεκριμένα, η αύξηση του αριθμού των μοναχών, με την είσοδο στα μοναστήρια χιλιάδων φυγοπόνων νέων, στερούσε από την αυτοκρατορία πολύτιμες δυνάμεις σε στιγμές κρίσιμες για την εξωτερική ασφάλειά της (αραβικές και βουλγαρικές επιδρομές). Ανάλογη με την αύξηση των μοναχών ήταν και η αύξηση των μοναστηρίων και της μοναστηριακής περιουσίας, που ήταν αφορολόγητη. Έτσι το κράτος έχανε πλούσιους πόρους. Τέλος, πολλοί φανατικοί μοναχοί εφανάτιζαν τον αμαθή όχλο και τον έστρεφαν κατά της κεντρικής εξουσίας κι έτσι εξασθενούσε η πολιτική της βάση.

Η Εικονομαχία κράτησε πάνω από έναν αιώνα, είχε πολλές διακυμάνσεις αλλά σε βασικές γραμμές χωρίζεται σε δύο φάσεις:

Α ́ φάση (726 787): Ο Λέων βέβαιος ότι η λατρεία των εικόνων είναι αντιχριστιανική, επειδή νοθεύει την καθαρότητα της πίστης και ακόμη ότι συμφέρει στο κράτος μια γενικότερη μεταρρύθμιση, άρχισε την εικονομαχική του πολιτική με μια προσπάθεια να επιβάλει τις απόψεις του στον πάπα Γρηγόριο Β΄[39] και στον πατριάρχη Γερμανό. Μετά από πολλούς δισταγμούς το 726 συγκάλεσε έκτακτη συνεδρίαση της Συγκλήτου, το λεγόμενο σιλέντιο[40] κι εξέδωσε το πρώτο διάταγμα, με το οποίο επιβάλλεται η τοποθέτηση των εικόνων σε ψηλά σημεία, που να μη τις φθάνουν οι πιστοί. Στη μετριοπαθή αυτή ενέργεια του αυτοκράτορα ο Γρηγόριος Β’, για λόγους περισσότερο πολιτικούς αντέδρασε και σε υποκίνησή του οφείλεται η στάση του Αγαλλιανού και του Κοσμά. Οργισμένος ο Λέων διέταξε το βυζαντινό στρατό της Ιταλίας να σωφρονίσει τον πάπα. Αυτός κατέφυγε στη βοήθεια των Λομβαρδών που νίκησαν τ’ αυτοκρατορικά στρατεύματα. Το 728 ο Λέων έβγαλε νέο διάταγμα που απαγόρευε τελείως την παρουσία εικόνων στις εκκλησίες. Ο πατριάρχης Γερμανός αρνήθηκε να το υπογράψει και γι’ αυτό σε δεύτερο σιλέντιο του παλατιού το 730 υποχρεώθηκε να παραιτηθεί υπέρ του Αναστασίου, που ήταν σύμφωνος με την πολιτική του Λέοντα. Αντίθετοι όμως εξακολουθούσαν να είναι οι πάπες. Ο διάδοχος του Γρηγορίου Β’ Γρηγοριος Γ ́ (731-741), όχι μόνο δεν θέλησε συμβιβασμό, αλλ’ απεναντίας αναθεμάτισε τον Λέοντα σαν αιρετικό. Μετά από αυτό ο Λέων διέταξε την κατάσχεση της παπικής περιουσίας στην Κ. Ιταλία και Σικελία και απέσπασε από τη δικαιοδοσία της Ρώμης την ελλαδική, ιλλυρική και κρητική εκκλησία. Αυτό έκανε τους πάπες να στραφούν προς τη νεόφυτη δύναμη των Φράγκων. Ο Άμαντος θεωρεί την τιμωρία αυτή του Γρηγορίου Γ ́ σαν αρχή του Σχίσματος[41].

Αυστηρότερος και μαχητικότερος στην εικονομαχική του πολιτική αποδείχθηκε ο Κωνσταντίνος Ε ́. Αυτός, θέλοντας να κατοχυρώσει δογματικά την εικονομαχία, συγκάλεσε το 754[42] σύνοδο στο ανάκτορο της Ιερείας, στην οποία παρακάθησαν 338 επίσκοποι. Ονομάστηκε «ακέφαλος σύνοδος», γιατί δεν παρευρέθηκε κανένας πατριάρχης. Αυτή καταδίκασε τους εικονολάτρες ως «ξυλολάτρες» και τους έθεσε σε διωγμό. Τότε δημεύτηκαν οι περιουσίες πολλών μοναστηρίων, εικόνες και άλλα λατρευτικά σύμβολα καταστράφηκαν, και πολλοί μοναχοί και κληρικοί αποσχηματίστηκαν και στρατεύτηκαν ή κατέφυγαν στην Αραβία και Ιταλία. Στην πρώτη περίοδο της εικονομαχίας δεινός πολέμιος των Ισαύρων αναδείχτηκε ο Ιωάννης Δαμασκηνός, που θεωρούσε τις εικόνες βιβλία αγραμμάτων.

Ο διάδοχος του Κωνσταντίνου Λέων Δ ́ ο Χάζαρος ήταν μετριοπαθής εικονομάχος και δεν μετήλθε βίαια μέτρα κατά των εικονολατρών. Πέθανε όμως ξαφνικά, και την επιτροπεία του ανήλικου Κωνσταντίνου ΣΤ ́ ανέλαβε η φιλόδοξη μητέρα του Ειρήνη. Αυτή, αφού πρώτα απομάκρυνε τους εικονομάχους στρατηγούς, ανέβασε στο θρόνο τον εικονολάτρη Ταράσιο. Το 787 συγκάλεσε στη Νίκαια την Ζ ́ Οικουμενική Σύνοδο, στην οποία παρακάθησαν 350 επίσκοποι και αντιπρόσωποι του πάπα και των πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Αντιοχείας. Η σύνοδος αυτή επέβαλε την αναστήλωση των εικόνων και αποδέχθηκε την άποψη του Δαμασκηνού ότι στις εικόνες πρέπει «ασπασμόν και τιμητικήν προσκύνησιν απονέμειν, ου μην την κατά πίστιν ημών αληθινήν λατρείαν, ή πρέπει μόνη τη θεία φύσει». Έτσι έληξε με μια παραχώρηση προς τους εικονομάχους η Α ́ φάση της εικονομαχίας.

Β ́ φάση (815 – 843): Αυτή αρχίζει με την άνοδο στο θρόνο του Λέοντα Ε ́ του Αρμένιου. Αυτός το 815 συγκάλεσε τη Σύνοδο των Βλαχερνών (ο Ανώνυμος βυζαντινός συγγραφέας την αποκαλεί «ληστρική»), που ακύρωσε τις αποφάσεις της Συνόδου του 787, επανέφερε σε ισχύ τις αποφάσεις της Συνόδου της Ιερείας (754), αφόρισε επισκόπους και καταδίκασε ξανά τις εικόνες. Σφοδρός πολέμιος των εικονομάχων τη φορά αυτή υπήρξε ο μοναχός Θεόδωρος Στουδίτης, που κατηγόρησε τους εικονομάχους ότι αρνούνται την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Επακολούθησαν και πάλι διώξεις και θανατώσεις, μέχρις ότου, μετά το θάνατο του Θεόφιλου, ή σύζυγός του Θεοδώρα, σαν επίτροπος του ανήλικου Μιχαήλ, μπόρεσε να καθαιρέσει τον εικονομάχο πατριάρχη και ν’ ανεβάσει στον πατριαρχικό θρόνο τον εικονολάτρη Μεθόδιο. Υπό την προεδρία που έγινε νέα Σύνοδος στην Κων/πόλη το 843, που επανέφερε σε ισχύ τις αποφάσεις της Ζ’ Συνόδου, αναστήλωσε τις εικόνες και καθιέρωσε την Κυριακή της Ορθοδοξίας (Α ́ Κυριακή της Μ. Τεσσαρακοστής). Έτσι έληξε οριστικά το εικονομαχικό ζήτημα.

Κρίσεις πάνω στο θέμα της εικονομαχίας

Η ΤΕΛΙΚΗ επικράτηση των εικονολατρών κατέδειξε ότι οι ανάγκες τις λατρείας καθιστούν αναγκαία τη χρήση των εικόνων για την εκδήλωση της ευλαβείας των πιστών. Ο πολύς λαός για να πιστεύει, θέλει να βλέπει. Ο «λόγος» της εικόνας, όπως δείχνει η σημερινή κατίσχυση της τηλεοράσεως και των «κόμικς», υπερισχύει του λόγου του πνεύματος.

Το σημαντικό όμως είναι ότι η ελληνορωμαϊκή παράδοση νίκησε το εικονομαχικό πνεύμα της Ανατολής και αποσοβήθηκε ο κίνδυνος να καταστραφεί η χριστιανική ζωγραφική τέχνη. Είναι ενδεικτικό πως μετά την εικονομαχία η αποστροφή προς τον Ελληνισμό υποχωρεί. Απεναντίας έχουμε μία αναζωπύρηση του ενδιαφέροντος για την ελληνική αρχαιότητα. Αποκαθίσταται σημασιολογικά ο όρος «Έλλην». Τα ιδεώ δη του αρχαίου κόσμου δεν θεωρούνται ασυμβίβαστα προς τα ιδεώδη του χριστιανικού κόσμου. Μεγάλες μορφές της Ορθοδοξίας, όπως ο Φώτιος, ο Αρέθας, ο Ξιφιλίνος, ο Μαυρόπους εμπνέονται από την αρχαιότητα. Σε πολλών τα έργα, όπως του Μιχαήλ Ψελλού, ο αρχαίος κόσμος προβάλλεται σαν ένα ηθικό ιδεώδες, σαν πρότυπο ζωής. Εκδίδονται τα πρώτα λεξικά και γίνονται υπομνηματισμοί σε αρχαίους συγγραφείς (Κορυφαίος Ομηριστής ο λογιώτατος μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ευστάθιος). Αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι ίσως ότι στην χριστιανική εικονογραφία εισάγονται μορφές αρχαίων φιλόσοφων. Σε ιατρικά χειρόγραφα έχουμε τον Ιπποκράτη με φωτοστέφανο αγίου(!) και σε πολλές εκκλησίες έχουμε αγιογραφίες αρχαίων φιλοσόφων! Ακόμη και σε υστεροβυζαντινούς χρόνους. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στη μονή του Αγίου Νικολάου Τσαριτσάνης (17ος αιώνας) υπάρχει τεράστια αγιογραφία που εικονίζει τη «Ρίζα του Ιεσαί», μήκους 5,50 μέτρων, με 90 μορφές, από τις οποίες 12 είναι μορφές αρχαίων φιλόσοφων! (Θαλής, Δίων, Απολλώνιος (;), Πλάτων κ.λπ.) Ομοίως και στο ναό Αγίου Δημητρίου του χωριού Χρύσαφα Λακωνίας. Όλα αυτά δείχνουν πως η κατίσχυση του εικονομαχικού πνεύμα- τος θα καθιστούσε ανέφικτη την επιβίωση του ελληνικού πνεύματος, άρα γενικότερα του Ελληνισμού.

Πολλοί εικονολάτρες, κυρίως μοναχοί, καταδιωκόμενοι κατέφυγαν στην Ιταλία και διέδωσαν την τέχνη της αγιογραφίας. Όμως, οι πάπες με το πρόσχημα ότι κόπτονται για τις εικόνες, στρέφονται προς Φράγκους, αποσυνδέονται πολιτικά από την ΚΠολη και σταδιακά αρχίζει ο εκγερμανισμός της παπικής εκκλησίας, πράγμα που θα οδηγήσει σε ρήξεις και στο σχίσμα. Όμως, η απόσπαση της Κρήτης και των ελλαδικών περιοχών από τη δικαιοδοσία του Πάπα, απεσόβησε σε μεταγενέστερους χρόνους τον εκκαθολικισμό των περιοχών αυτών. Ο Ελλαδικός χώρος πέρασε στο πνευματικό κλίμα του Πατριαρχείου.

Συμπέρασμα: Από την κρίση της εικονομαχίας η Αυτοκρατορία βγήκε πιο «ελληνική». Για να αντιμετωπίσει τις επικρίσεις των εικονομά χων η εκκλησία υποχρεώθηκε ν’ αναμορφωθεί ηθικά και ν’ ανέβει πνευματικά (ακόμη και οι αγιογραφίες έχουν πνευματικό, θεολογικό και όχι ιστορικό, περιγραφικό χαρακτήρα). Τέλος, παρά τη νίκη των εικονολατρών, η κεντρική εξουσία, κάνοντας υποχωρήσεις σε θέματα λατρείας, πέτυχε να επιβάλει την εποπτεία της πάνω στην εκκλησία. Τέλος, σ’ ό,τι αφορά στην οικονομία αρκούν αυτά που γράφει η Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ: «Η εικονομαχία που εξέφραζε τους ανατολικούς πληθυσμούς εγκαταλείφθηκε αμαχητί. Η αυτοκρατορία ασπάζεται τώρα τις επιθυμίες των δυτικών πληθυσμών της, του κόσμου δηλαδή, που ήταν βαθειά προσκολλημένος στις ελληνορωμαϊκές παραδόσεις, ενός κόσμου ασχολουμένου με το εμπόριο, τη βιομηχανία και τη ναυτιλία» («Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας» μετάφραση Τ. Δρακοπούλου, εκδ. «Αργώ», σελ 46)

 

Η ναυτιλιακή κρίση της αυτοκρατορίας

ΤΟ 330 ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερε την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στο Βυζάντιο. Αυτό είχε δύο άμεσα αποτελέσματα: Πρώτον, η Αυτοκρατορία μετασχηματίσθηκε σε ελληνική και δεύτερον, σε ναυτική δύναμη. Ο Γάλλος ναύαρχος Jurien de la Graviere γράφει: «Το στέμμα αφηρέθη από της επταλόφου Ρώμης και η Λατινική Αυτοκρατορία παρεχώρησε την θέσιν της εις Αυτοκρατορίαν Ελληνικήν. Ουδέν το παράδοξον ότι το νέον κράτος κατέστη ευθέως ναυτικόν». Εφόσον, δηλαδή, η Αυτοκρατορία πήρε ελληνικό, μοιραία πήρε και ναυτικό χαρακτήρα. Διότι η ιστορική εξέλιξη της Ελλάδος είναι στενά δεμένη με τη θάλασσα. Εξάλλου, η πόλη του Βυζαντίου είχε μακρά ναυτική παράδοση. Όταν την πήραν οι Ρωμαίοι διέθετε στόλο 500 περίπου πλοίων.

Επί πλέον, η νέα πρωτεύουσα είναι «κλειδοκράτωρ» των δύο κυριότερων εμπορικών οδών της εποχής. Ελέγχει την «Οδό του Σίτου», τη γνωστή Εγνατία, και την οδό που συνδέει διά του Βοσπόρου, τις ζωτικότερες τότε θάλασσες: Εύξεινο, Προποντίδα, Μεσόγειο. Πέρα από το εξαίρετο φυσικό λιμάνι της, τον Κεράτιο, απέκτησε κι άλλα έξι λιμάνια (Ελευθερίου, Ιουστίνου, Καισαρίου, Κοντοκαλίου, Βουκολέοντος, Σοφιών). Άρα η Κωνσταντινούπολη δεν ήταν μόνο επτάλοφος, ήταν και επταλίμενος. Όλα αυτά τα λιμάνια ενισχύονταν διαρκώς με εγκαταστάσεις (προκυμαίες, προβλήτες φορτώσεων και εκφορτώσεων, νεώρια, κ.λπ.). Ακόμη ενισχύθηκαν με θαλάσσια τείχη και για την ασφαλή πλεύση των ναυτιλομένων κατασκευάσθηκε στην άκρη της Ακροπόλεως ο περίφημος «Φάρος». Μικρότερος φάρος, το «Φανίον» ή «Φανάριον» φτιάχτηκε εντός του Κερατίου. Στη θέση αυτή το 1602 μεταφέρθηκε το Πατριαρχείο.

Τα σπουδαιότερα ναυτιλιακά κέντρα, εκτός από την ΚΠολη, ήταν η Θεσσαλονίκη (ξακουστή για την εμποροπανήγυρη των «Δημητρίων»), η Κόρινθος (χάρη στον Ισθμό και τη μεταξουργία), η Πάτρα, το Ναύπλιο, η Κέρκυρα, το Δυρράχιο. Στον Εύξεινο η Τραπεζούς, η Σινώπη και η Χερσώνα (Κριμαία). Στην Ασία η Έφεσος, η Αντιόχεια, η Ταρσός, η Αττάλεια, η Σμύρνη, η Φώκαια. Στην Αφρική επί αιώνες τα σκήπτρα κράτησε ο σιτοβολώνας της Μεσογείου, η Αλεξάνδρεια. Στα 150 χρόνια που παρέμεινε σε ελληνικά χέρια, μεγάλη ακμή παρουσίασε και η Καρχηδών. Στην Ιταλία, η Ραβέννα και στη Σικελία οι Συρακούσες.

Η οικονομική ακμή της Αυτοκρατορίας είναι πρωτίστως απότοκος της ναυτικής ισχύος. Εφόσον παρακμάζει η ναυτική ισχύς, μαραίνεται και η οικονομική ευρωστία της. Συνεπώς, ο θάνατος της Αυτοκρατορίας υπήρξε πρώτα οικονομικός και μετά στρατιωτικός, όπως παρατηρεί ο Στήβεν Ράνσιμαν. Ειδικότερα, ως προς τη ναυτιλία, ο Αλέξανδρος Διομήδης παρατηρεί: «Οσάκις κατά την διαδρομήν των αιώνων διεγράφετο κατιούσα γραμμή εις το κύρος, την ισχύν και την εμπορικήν επικράτησιν του Βυζαντίου, ωφείλετο τούτο πρωτίστως εις το ότι παραμελουμένη κατέπιπτεν η θαλασσία του κυριαρχία». (Εγκυκλ. λεξικό «Ηλίου», τόμος «Ελλάς», σελ. 300).

Παρ’ όλο που η ΚΠολη κατέχει εξαιρετική για ναυτιλία θέση, ίσως γιατί τα τείχη και η αλυσίδα που την προστάτευαν την έκαναν επί αιώνες απόρθητη από τη θάλασσα, ίσως γιατί κατά τους πρώτους αιώνες, οι αντίπαλοί της ήταν στεργιανοί, ίσως διότι κανείς από τους 85 αυτοκράτορές της δεν ήταν ναυτικός (ο ναύαρχος Ρωμανός Λεκαπηνός ήταν επίτροπος του ανηλίκου Κωνσταντίνου Ζ ́) και είχαν μια πεζικοκρατική αντίληψη, η Αυτοκρατορία δεν άσκησε μόνιμη ναυτική πολιτική. Μόνο όταν αντιμετώπισε τον κίνδυνο των Βανδάλων και Αράβων ανέπτυξε ναυτικό πρόγραμμα. Η έλλειψη όμως μόνιμης ναυτικής πολιτικής δεν δημιούργησε ναυτικό πνεύμα και μια πολιτική παράδοση «ναυτοσύνης». Έτσι η πολιτική διοίκηση δεν αισθάνθηκε εγκαίρως τον κίνδυνο που αντιπροσώπευαν οι ναυτικές πόλεις της Ιταλίας. Οι αυτοκράτορες δέχονταν ευχαρίστως τις ναυτικές υπηρεσίες των Ιταλών, γιατί απαλλάσσονταν από τη μέριμνα και τα έξοδα να συντηρούν ναυτικό κι έτσι επέτρεψαν στους τέως συμμάχους να υπονομεύσουν την οικονομική ισχύ τους με την εκχώρηση των εμπορικών προνομίων». Το χειρότερο όμως είναι ότι οι Ιταλοί παίρνουν από τους Έλληνες την ναυτική παράδοση.

Ένας από τους εγκυρότερους μελετητές της Αυτοκρατορίας, ο L. Brehier, γράφει πάνω στο ζήτημα αυτό: «Αι εποχαί της δυνάμεώς του (εννοεί του Βυζαντίου), είναι εκείναι κατά τας οποίας κατέχει την κυριαρχίαν της θαλάσσης και, όταν την έχασεν, αρχίζουν αι ατυχίαι του. Η ανεπάρκεια των ναυτικών του δυνάμεων, η αμέλεια των Αυτοκρατόρων διά την ανάπτυξιν του ναυτικού του συγκαταλέγονται μεταξύ των σοβαροτέρων αιτίων της πτώσεώς του». «La marine de Byzance…», «Byzantion», XIX, 1).

Και όμως υπήρχε…

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ όμως ότι η Αυτοκρατορία της ΚΠόλεως είχε τη μακρότερη διάρκεια παγκόσμιας ισχύος (περί τη χιλιετία) και ότι ο πλούτος ήταν κατά βάση πλούτος προερχόμενος από το ναυτεμπόριο, δείχνει πως παρά τα γραφόμενα, υπήρχε φροντίδα για τη ναυτιλία. Οι θαλάσσιες συγκοινωνίες τότε είχαν προτεραιότητα έναντι των χερσαίων. Αυτό υποχρέωνε το κράτος να διατηρεί ισχυρό πολεμικό στόλο για να διαφυλάσσει τις θαλάσσιες οδούς και να προστατεύει – σχεδόν ασφυκτικά – την εμπορική ναυτιλία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα χρόνια του Θεοδοσίου Β ́ του Μικρού (408-450) ο ικανότατος πολιτικός Ανθέμιος, εφάρμοσε την τακτική της περιπολίας πλοίων στο Δούναβη, για να εμποδίζεται η κάθοδος βαρβάρων προς Νότον. Εάν το μέτρο αυτό είχε διατηρηθεί, η χερσόνησος του Αίμου δεν θα γνώριζε τις αναστατώσεις που γνωρίζει και σήμερα.

Πέρα από αυτό, η «ελληνοποίηση» της Αυτοκρατορίας έφερε και την ελληνοποίηση του στόλου. Το κλασικό πολεμικό πλοίο της Ρώμης, η «λιβυρνίς» (libumum, υποκαθίσταται με νέου τύπου πλοία, με ελληνικά ονόματα: «Δρόμων», «Πάμφυλος» (κατ’ εξοχήν πλοία μάχης), «Γαλαίας» και «Μονήρεις». Τα βοηθητικά πλοία λέγονταν: «Χελάνδια» ή «Χελανδάρια», «Ιππαγωγά» και «Σκευοφόρα». Όλα αυτά λέγονταν «Βασιλικά πλοία» ή «Βασιλικοπλώιμα» και αποτελούσαν το «Βασιλικόν Πλώιμον». Ο κυβερνήτης του πλοίου λεγόταν «κύβερνος» ή «καραβίας» ή «καπετάνιος», (από αυτό προέκυψε και το ιταλικό capitano). Αναφέρονται ακόμη οι βαθμοί του «κελευστή» (για τα παραγγέλματα), του «βιγλεοφόρου» (παρατηρητή) και του «πλωρίτη» (επόπτη της πλώρης).

Τον εμπορικό στόλο αποτελούσαν τα «εμπορευτικά ή «πραγματευτικά σκάφη», που από ορισμένους συγγραφείς λέγονταν «ολικάδες», ή λόγω σχήματος «στρογγύλα». Φορτηγά πλοία ήταν επίσης ο λεγόμενος «δόρκων», η «νάβα» και η αναφερόμενη από τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης «σαγολαίφεα», (απ’ όπου το νεοελληνικό «σακολέβα»). Τα κείμενα της εποχής αναφέρουν σαν φορτηγό πλοίο και την «ξυλοκομβάραν» ή «κουμπάραν» (πιθανώς από το αρχαιοε λληνικό «κύμβη», είδος πλοίου). Γενικό όνομα των πλοίων ήταν το και σήμερα χρησιμοποιούμενο «σκάφος». Επίσης τα ονόματα «καράβι» και «ξύλο».

Πέρα από την αρτιότητα της κατασκευής, την εκγύμναση, τη γνώση των θαλασσών, τη διάταξη και την τακτική για τη διεξαγωγή ναυμαχιών[43], μεγάλη σημασία δινόταν στον παράγοντα του ηθικού. Έχει μάλιστα σωθεί μια εκπληκτική φράση του Νικηφόρου Ουρανού: «Ου γαρ εκ του έχειν σε πλοία πολλά και μεγάλα γίνεται η νίκη του πολέμου, αλλ’ εκ του έχειν εις αυτά πολεμιστάς τολμηρούς και προθύμους κατά των πολεμίων».

ΟΜΩΣ αυτό που έως την τελική πτώση εξασφάλισε τις περισσότερες νίκες στις «θαλασσομαχίες», και έσωσε την βασιλεύουσα από πολλές ναυτικές επιδρομές, ήταν το «Υγρόν Πυρ». Μια πραγματεία του 9ου αιώνα που γράφτηκε από τον Μάρκο Γραικό και σώζεται σε λατινική μετάφραση, μας πληροφορεί ότι ήταν μια χημική ένωση αποτελούμενη από τρία στοιχεία: νάφθα, θειάφι, νιτρικό κάλλιο. Πιθανώς περιείχε και πετρέλαιο, γιατί οι πηγές μιλούν για «έλαιον Μηδίας», το δε νάφθα» είναι απόδοση του μηδικού «na», που σημαίνει «έλαιον», και του «ptha», που σημαίνει «πυρ».

Η «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», του Καίμπριτζ, γράφει πως η «κατασκευή της ελληνικής φωτιάς, που είχε βελτιωθεί με τον καιρό, ήταν ένα απόρρητο μυστικό», (Ελλ. έκδοση, σελ. 652). Θεωρείται ως ευρετής του υγρού πυρός, ο ελληνοσύρος μηχανικός Καλλίνικος από την Ηλιούπολη (νυν Μωχαλαμπέκ). Πρόκειται όμως για τελειοποίηση προγενέστερης κατασκευής που είχε επινοήσει ο Αθηναίος φιλόσοφος Πρόκλος, για το «θείον άπυρον», με το οποίο ο πολιτικός Μαρίνος στα χρόνια του Αναστασίου Α ́ (491-518) κατέκαυσε το στόλο του στασιαστή Βιταλιανού. Αν πρέπει να αποδώσουμε κάτι σημαντικό στον Καλλίνικο, δεν είναι το μίγμα, αλλά ο τρόπος εξακοντίσεως. Το γεγονός ότι μια άλλη ονομασία ήταν «πυρ σκευαστόν», που σημαίνει πυρ ριπτόμενο με «σκευή», (συσκευή), μας κάνει να υποθέσουμε ότι το πυρ εκσφενδονιζόταν με ειδικούς σίφωνες από ειδικούς χειριστές («σιφωνάτορες»)[44].

Παρ’ όλο που αρχικά το ναυτικό ήταν υπό τη διοίκηση των στρατηγών της ξηράς, λόγω των νέων κινδύνων που έρχονται από τη θάλασσα, δημιουργείται – παράλληλα προς τα στρατιωτικά θέματα – το έτος 867 και ναυτικό θέμα, που ονομάζεται «Θέμα Καραβισιάνων», με έδρα τη Σάμο. Την εποπτεία του ναυτικού είχε το «Σέκρετον της Θαλάσσης» (κάτι ανάλογο προς το υπουργείο Ναυτικών). Ο γενικός αρχηγός του στόλου λεγόταν «Στρατηγός των Καραβισιάνων», που είχε υπό τις διαταγές του ένα «Δρουγγάριο». Από τον 9ο αιώνα, ο αρχηγός του στόλου ονομάζεται «Δρουγγάριος του πλωίμου». Αργότερα, και εφόσον οι κίνδυνοι στη θάλασσα πολλαπλασιάζονται και η αραβική εξάπλωση στη Μεσόγειο δημιουργεί τεράστια ναυτιλιακή, άρα και οικονομική κρίση, τα ναυτικά θέματα της Αυτοκρατορίας αυξάνονται. (Θέμα Ελλάδος, Αιγαίου, Σάμου και Κιβυρραιωτών). Παράλληλα, μια πολεμική φυλή, οι Μαρδαΐτες, που κατοικούσε στην περιοχή του Ταύρου, προσέφερε το πιο αξιόμαχο ναυτικό δυναμικό.

Στόλος: η γροθιά της αυτοκρατορίας

Η ΠΡΩΤΗ μεγάλη ναυτική επιχείρηση της Αυτοκρατορίας κατά των Βανδάλων το 467, παρά τα τεράστια μέσα (1.113 πλοία, 100.000 άνδρες) απέτυχε λόγω ανικανότητας τού αρχηγού της εκστρατείας Βασιλίσκου. Όμως στα επόμενα χρόνια ο στόλος είναι αυτός που θα μεταβληθεί σε γροθιά της Αυτοκρατορίας. Το 533 ο θρυλικός Βελισσάριος, χρησιμοποιώντας ως ναύαρχο έναν Έλληνα από την Αλεξάνδρεια που λεγόταν Καλώνυμος υποτάσσει τους Βανδάλους και προσαρτά την Καρχηδόνα, τη Σαρδηνία, την Κορσική και της Βαλεαρίδες. Χάρη στο βησιγοτθικό πόλεμο η ναυτική κυριαρχία εκτείνεται μέχρι των Ηρακλείων Στηλών (Γιβραλτάρ). Η Μεσόγειος γίνεται αυτοκρατορική λίμνη, και το αυτοκρατορικό νόμισμα, το περίφημο «σολδίον» (από τη λατ. λέξη solidus) μετατρέπεται σε «δολλάριο του Μεσαίωνα» επί μισή χιλιετία.

Ο στόλος πάλι έφερε τον Ηράκλειο από την Καρχηδόνα και ανέτρεψε τον καταστροφέα της αυτοκρατορικής στρατιωτικής ισχύος, το μέθυσο Φωκά, ο στόλος επέτρεψε στον Ηράκλειο να εφαρμόσει κατά την Περσών την τακτική του αντιπερισπασμού και χάρη στο στόλο σώθηκε το 626 η Πόλη από την αβαροσλαβική επίθεση.

Όμως, η εμφάνιση και ανάπτυξη των Αράβων, υπό τη δυναστεία των Ομμεϋαδών, δίνει στο ιστορικό σκηνικό της εποχής έναν άλλο χαρακτήρα: είναι μια θανάσιμη πάλη για την κυριαρχία της Μεσογείου. Η ναυτική δύναμη της Αυτοκρατορίας πέρασε την πιο μεγάλη κρίση από την εποχή που οι Άραβες κατέκτησαν τη Συρία και απέκτησαν ναυτική δύναμη. Διότι μαζί με τα πλοία των Σύρων πήραν και τη ναυτική τους παράδοση που ήταν ουσιαστικά παράδοση ελληνική. Γι’ αυτό νικούν κατά κράτος τον αυτοκράτορα Κώνσταντα στον Φοίνικα, και με τον φοβερό Μωαβία πολιόρκησαν για πρώτη φορά την Πόλη το 673-678. Αλλά η ικανότητα του Κωνσταντίνου Δ ́ Πωγωνάτου και η χρήση του υγρού πυρός έδωσαν τη νίκη («Το θαλάσσιον πυρ τα των Αράβων σκάφη ενέπρησε και σύμψυχα κατέκαυσε»). Και πάλι η ευψυχία, η στρατιωτική αξία του Λέοντα Γ ́, αλλά και η ναυτική δύναμη παράλληλα με τη χρήση του υγρού πυρός θα σώσουν ξανά την Πόλη στη δεύτερη αραβική πολιορκία του Μασαλμά το 717. Ουσιαστικά η σωτηρία της Αυτοκρατορίας οφείλεται στις ναυτικές δυνάμεις της. Ίσως εδώ να βρίσκεται και η αποτυχία της εικονομαχικής πολιτικής των Ισαύρων. Οι ναυτικές – κυρίως ελληνοκρατούμενες περιοχές – αντέδρασαν στην εικονομαχική πολιτική τους.

Μια μεγάλη κρίση περνά η αυτοκρατορία στα χρόνια της διαβόητης Ειρήνης, που, αφού τύφλωσε και παραμέρισε το γιο της, κυβέρνησε από το 797 έως το 802. Εγκαταλείπει τη φροντίδα του στόλου και αμέσως το παγκόσμιο σκηνικό αλλάζει. Ο βασιλιάς των Φράγκων Καρλομάγνος στέφεται το 800 στη Ρώμη αυτοκράτορας της Δύσης και αμφισβητεί τα δικαιώματα των αυτοκρατόρων της ΚΠόλεως επί της Ρώμης. Έκτοτε αρχίζει ο εκγερμανισμός της παπικής έδρας, με τα γνωστά επακόλουθα. Και κάτι που αρχικά φάνηκε ασήμαντο: το 809 αυτονομείται έναντι της ΚΠόλεως η Βενετία, που σιγά – σιγά θα εξελιχθεί στον πιο θανάσιμο αντίπαλό της.

Αλλά την ολοσχερή παράλυση του στόλου προκάλεσε το «λαϊκιστικό» κίνημα ενός επιδέξιου λαοπλάνου του «σλαβογενή» Θωμά, που πήρε με το μέρος του δύο ναυτικά θέματα και στράφηκε κατά του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Τραυλού (820-829). Το κίνημα κράτησε τρία χρόνια (821-823). Αυτό έδωσε στους Άραβες την ευκαιρία να κατακτήσουν το 827 την Κρήτη με τον Abu – Hafs (από τους Έλληνες αποκαλείται «Απόχαψ», να δημιουργήσουν πειρατικό κράτος, με κέντρο τον Χάνδακα (στη θέση του σημερινού Ηρακλείου) και να εκτείνουν τις επιδρομικές επιχειρήσεις τους σ’ όλη την έκταση του ελληνικού χώρου. Την ίδια χρονιά (827-828), οι Αγλαβίδες από την Αφρική κατακτούν και τη Σικελία. Ο Πάνορμος (νυν Παλέρμο), γίνεται πρωτεύουσα της αραβικής Σικελίας. Σ’ αυτές τις κρίσιμες ώρες ο αυτοκρατορικός στόλος – παρά την κρίση που πέρασε – έκανε ό,τι μπορούσε, αλλά δεν μπορούσε να είναι παντού.

Κατανοήθηκε πάντως ότι επιβάλλεται ανασυγκρότηση και επαναδραστηριοποίηση του στόλου. Το έργο αρχίζει επί Μιχαήλ Γ ́, χάρη στις προσπάθειες ενός παραγνωρισμένου άρχοντα του Θεόκτιστου Λογοθέτη. Ο ανασυγκροτημένος στόλος θα δώσει τη δυνατότητα στα χρόνια του Βασιλείου Α ́ (γενάρχης Μακεδονικής Δυναστείας) στους δύο ενδοξότερους ναυάρχους της Αυτοκρατορίας, τον Νικήτα Ωορύφα και τον Νάσσαρ να καταγάγουν μεγάλα τρόπαια. Παράλληλα, χάρη στη χρήση του υγρού πυρός αντιμετωπίζονται επιτυχώς όλες οι επιδρομές των Ρως (μετέπειτα Ρώσων).

Αλλ’ ένας Αυτοκράτορας, για να διοικεί καλά, δεν αρκεί να έχει παιδεία πρέπει να έχει στρατιωτικές και πολιτικές αρετές. Από το 886 μέχρι το 960 η κρίση της ναυτιλίας οφείλεται στο διανουμενισμό των Αυτοκρατόρων Λέοντα ΣΤ’ Σοφού και Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου, που μπορεί να έγραψαν πολλά περί ναυτιλίας (ιδίως ο πρώτος στα περίφημα «Τακτικά») αλλά έπραξαν ελάχιστα γι’ αυτή. Ο πρώτος μάλιστα με τα «Τακτικά» του ανατρέπει την παμπάλαιη παράδοση της ελληνικής ναυτοσύνης: ο στόλος πάντα επιτίθεται. Ο Λέων, για να τον προστατεύσει, του δίνει αμυντικό προσανατολισμό. Συνιστά αποφυγή ναυμαχιών. Έτσι δίνεται η ευκαιρία στον αρνησίθρησκο Λέοντα Τριπολίτη να καταλάβει το 902 τη Δημητριάδα και το 904 τη Θεσσαλονίκη (22.000 Θεσσαλονικείς πουλήθηκαν σκλάβοι).

Αλλά η κρίση του στόλου ξεπερνιέται όταν, κατά καλή τύχη, αυτοκράτορας γίνεται ο Ρωμανός Β’ (959-963), που ήταν άνθρωπος των απολαύσεων. Όπως λέει ο Παλαμάς, «ξεφαντωτής, κυνηγητής, ξενύχτης, καβαλλάρης». Όλες οι ευθύνες πέρασαν στη στρατιωτική οικογένεια των Φωκάδων. Ο διαπρεπέστερος όλων, ο «αραβομάχος» Νίκηφόρος, οργάνωσε το 960-961 τη μεγαλύτερη ναυτική επιχείρηση που είχε γνωρίσει μέχρι τότε ο κόσμος, με στόχο την ανάκτηση της Κρήτης και συνακόλουθα την ανάκτηση της κυριαρχίας στη Μεσόγειο, που τότε εσήμαινε παγκόσμια κυριαρχία. Χρησιμοποίησε 3.306 πλοία, από τα οποία, 2.000 ήσαν πολεμικά με ναύαρχο τον δρουγγάριο Μιχαήλ. Στα πλοία υπήρχαν συσκευές υγρού πυρός, ειδικές γέφυρες (σαν τα σημερινά αρματαγωγά), σκάλες για το σκαρφάλωμα στα τείχη. Στην πολιορκία ο Νικηφόρος χρησιμοποίησε και την τεχνική της υπονόμευ σης (λαγούμια) των τειχών. Ο Χάνδαξ μετά από σκληρή πολιορκία και

σφοδρή επίθεση έπεσε και ο εμίρης Αβδούλ Aζiζ, που οι Έλληνες τον έλεγαν «Κουρούπα», μαζί με το γιό του Ανεμά, αιχμαλωτίστηκαν και εκόσμησαν το θρίαμβο του Νικηφόρου στην ΚΠολη.

Η επιτυχία αυτή, καθώς και άλλες, έκαναν τον Νικηφόρο Φωκά, που είχε γίνει εν τω μεταξύ Αυτοκράτορας (961-963), να δηλώνει στον εκπρόσωπο του Όθωνα Α ́, τον επίσκοπο Κρεμώνας Λιουτπράνδο, πως ήταν ο μοναδικός ηγέτης στον κόσμο που διαθέτει θαλάσσια δύναμη. Αυτή η δύναμη είναι εκείνη που βοήθησε τον Ιωάννη Τσιμισκή να νικήσει τους Ρώσους του Σβιατοσλάβου, και ν’ ανακτήσει τη Βουλγαρία.

Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ του Βασιλείου Β ́ του Βουλγαροκτόνου (976-1025) θεωρείται το αποκορύφωμα της ακμής της Αυτοκρατορίας, που ξαναπήρε την έκταση που είχε επί Ιουστινιανού. Όμως, η εσωτερική κρίση (κεντρόφυγες τάσεις των δυνατών), που οδήγησαν το Βασίλειο σε μακρό εξαντλητικό αγώνα κατά των Βάρδα Σκληρού και Βάρδα Φωκά, επέτρεψαν στο νέο ικανότατο ηγεμόνα των Βουλγάρων Σαμουήλ, να κυριαρχήσει σ’ όλη τη χερσόνησο του Αίμου, μέχρι Ισθμού. Για την οριστική αντιμετώπισή του, ο Βασίλειος χρειάστηκε να πολεμήσει πάνω από 20 χρόνια. Ο πόλεμος ήταν χερσαίος και όλη η προσοχή του Αυτοκράτορα ήταν στις χερσαίες δυνάμεις. Ο στόλος παραμελήθηκε. Αυτό δε σημαίνει πως ο Βασίλειος αδιαφόρησε για τη Σικελία και Ιταλία. Αλλά για τις εκεί ναυτικές επιχειρήσεις χρησιμοποίησε τη ναυτική δύναμη των Ιταλών. Το 1004 οι Βενετοί απελευθέρωσαν για λογαριασμό του, το Μπάρι από μια αραβική πολιορκία. Το 1005 οι Πιζάτες βοήθησαν τον αυτοκρατορικό στόλο να καταστρέψει τον αραβικό στη Ρήγιο. Έναντι της βοήθειας αυτής, ο Βασίλειος, ο μέγιστος των Αυτοκρατόρων, διέπραξε το μέγιστο των λαθών: εκχώρησε τα πρώτα εμπορικά προνόμια στους Ιταλούς. Όπως θα έλεγε ο Θουκυδίδης, «ήδε η ημέρα τοις Έλλησι μεγάλων κακών άρξει».

Την τακτική του Βασιλείου Β ́ θα ακολουθήσουν όλοι οι μετά από αυτόν Αυτοκράτορες. Έτσι, όσο η Ανατολική Αυτοκρατορία θα φθίνει ναυτικά, τόσο θα εξαρτάται από τους Ιταλούς ναυτικούς που σταδιακά, επεκτείνοντας το εύρος των προνομίων τους, θα γίνουν κράτος εν κράτει. Μετά μάλιστα τη μοιραία ήττα που υπέστη το 1071 στο Μαντζικέρτ ο Ρωμανός Δ ́ ο Διογένης, η Αυτοκρατορία αρχίζει τον επιθανάτιο ρόγχο της. Η άνοδος στο θρόνο, μετά από μια σειρά ληθαργικών Αυτοκρατόρων, της δυναστείας των Κομνηνών, δίνει μια παράταση ζωής. Ο γενάρχης της δυναστείας Αλέξιος Α’ (1081-1118), αντιμετωπίζοντας την επιδρομή των Νορμανδών (1081-1085) του Ροβέρτου Γυϊσκάρδου, προσπαθεί να ανασυγκροτήσει το στόλο. Ενώνει τα υπολείμματα των θεματικών διοικήσεων υπό τον «Μεγάλο Δούκα», (αρχιναύαρχο) που έχει υφιστάμενο τον «Μεγάλο Δρουγγάριο». Όμως στην αρχή, για ν’ αντιμετωπίσει τον Γυϊσκάρδο, που κατέλαβε την Κέρκυρα και ακολούθως αποβιβάστηκε στην Ήπειρο, ζήτησε τη βοήθεια των Βενετών, οι οποίοι κατέστρεψαν τις βάσεις των Νορμανδών στον Αυλώνα και Βουθρωτό, αλλά ζήτησαν και πήραν νέα εμπορικά προνόμια. Το 1111 ανάλογα προνόμια παραχωρήθηκαν και στους Πιζάτες.

Ο γιος του, Ιωάννης Β ́, (1118-1143), είναι ο πρώτος που κατενόησε τον κίνδυνο τον προερχόμενο από την παραχώρηση εμπορικών προνομίων. Γι’ αυτό θέλησε να μην τα ανανεώσει. Αλλά εδώ ίσχυσε ένας άτεγκτος ιστορικός νόμος: όποιος, όταν μπορεί, δεν θα θελήσει, όταν θελήσει, δεν θα μπορέσει. Ο Ιωάννης θέλει, μα δεν μπορεί. Οι Βενετοί είχαν επεκτείνει το εμπόριό τους έως τη Συρία και τη μουσουλμανική Αίγυπτο. Ο δόγης Domenico Michiel δεν δίστασε να καταλάβει την Κεφαλονιά και ν’ αρχίσει πειρατικές επιδρομές στο Αιγαίο, ν’ απειλήσει Σάμο, Χίο και Ρόδο. Ο Αυτοκράτορας, μη έχοντας αρκετά πλοία για να τον αποκρούσει, αναγκάστηκε να του ανανεώσει τα προνόμια και μάλιστα να τα επεκτείνει, «με την προσθήκην μάλιστα της αφορολογήτου εξαγωγής εμπορευμάτων διά τους Βενετούς», γράφει ο  Άμαντος («Ιστορία Βυζαντινού Κράτους», Β ́ σελ. 290). Κι ακόμη, για ν’ αποτρέψει την αναμενόμενη επιδρομή του Ρογήρου Β ́ (Νορμανδού βασιλιά της Σικελίας), ανανέωσε το 1136 και τα προνόμια των Πιζατών.

Γιος του Ιωάννη ήταν ο ικανός, αλλά πολυπράγμων, Μανουήλ Α ́. Αυτός υπερέβαλε τις δυνατότητες του εαυτού του και του κράτους. Οραματίστηκε κι αγωνίστηκε για την ανασύσταση της παλιάς Αυτοκρατορίας. Όλη η μακρά βασιλεία του ήταν ένας διαρκής πόλεμος που έληξε με μια άδοξη ήττα. Πάντως, συνέχισε την ενίσχυση του στόλου, που έγινε ισχυρότερος από την εποχή του Αλεξίου. Όμως, τρία περιστατικά προκάλεσαν νέα κρίση: α) Οι νησιώτες μπορούσαν να εξαγοράζουν τις ναυτικές υποχρεώσεις τους με χρήματα. Αυτό ήταν ένα σοβαρό πλήγμα στη θαλάσσια ισχύ της αυτοκρατορίας. β) το 1197 οι Νορμανδοί κατέλαβαν και κατέστρεψαν στην Κόρινθο και Θήβα, τα πιο ακμαία κέντρα μεταξουργίας και μετέφεραν τους κατοίκους τους στο Παλέρμο. Για την αναχαίτιση των Νορμανδών ο Μανουήλ ζήτησε τη συνδρομή των Βενετών, έναντι νέων προνομίων. γ) Θέλοντας σαν τον Βελισσάριο να ανακτήσει την Ιταλία, κατέλαβε με το στόλο του την Αγκώνα (Ancona). Βενετοί και Νορμανδοί ενώθηκαν εναντίον του και τον νίκησαν στο Βρινδήσιο. Έτσι εξαντλημένος από τους διαρκείς πολέμους, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στην προέλαση των Σελτζούκων. Το 1176 νικήθηκε στο Μυριοκέφαλο.

Ο διάδοχός του, Ανδρόνικος Α ́ Κομνηνός, ήταν γενναίος, αλλά βίαιος. Εξέφρασε ένα πατριωτικό κίνημα, που άρχισε να σχηματίζεται στην Αυτοκρατορία με σαφή αντιδυτικό χαρακτήρα. Βασικοί άξονες της πολιτικής του ήταν: φιλο – αγροτισμόςαντι – αριστοκρατισμός και αντι – δυτικισμός. Θέλησε να απαλλάξει το κράτος από κάθε δυτική επιρροή, όχι με συνετά οικονομικά μέτρα, αλλά με τη σφαγή. Αυτό υπήρξε αφορμή να πολιορκήσουν και να καταλάβουν οι Νορμανδοί τη Θεσσαλονίκη το 1185. Στην πολιορκία διακρίθηκε ο λόγιος μητροπολίτης Ευστάθιος. Στα χρόνια του Ισαακίου Αγγέλου (1185-1195), η παρακμή της ναυτιλίας συνεχίζεται. Αυτό επιτρέπει στους Ασανίδες να ιδρύσουν το Β’ Βουλγαρικό κράτος και στους σταυροφόρους της Γ ́ Σταυροφορίας να περάσουν από τα εδάφη και τις θάλασσες της Αυτοκρατορίας σαν περιηγητές. Ο βασιλιάς μάλιστα, των «πελεκυφόρων Ιγγλίνων», Ριχάρδος κατέλαβε και την Κύπρο.

Αυτό όμως που έδωσε τη χαριστική βολή στο ελληνικό ναυτεμπόριο, είναι η κιβδήλευση του νομίσματος. Το «υπέρπυρο», όπως αλλιώς ονομάζεται το αυτοκρατορικό νόμισμα, που είχε αναχθεί, όπως έχουμε προαναφέρει, σε «δολλάριο του Μεσαίωνα», άρχισε να εκτοπίζεται στη διεθνή αγορά από το βενετικό δουκάτο. Κι ακόμη, ο Ισαάκιος έδωσε κι άλλα προνόμια στους Βενετούς. Τους παρεχώρησε «σκάλες» μέσα στην ΚΠολη. Τον Απρίλιο του 1192, υπογράφει επιβλαβλή συμφωνία με τους Γενουάτες και παραχωρεί και σ’ αυτούς «σκάλες». Το ίδιο κάνει και προς τους Πιζάτες. Έτσι, όλη η ναυτιλιακή δράση της Ανατολής πέρασε στα χέρια των Δυτικών. Η Αυτοκρατορία, μη έχοντας ναυτική πολιτική στην πιο κρίσιμη για την επιβίωσή της στιγμή, ουσιαστικά αυτοχειριάστηκε.

Όταν ξεκίνησε το 1204 η ασήμαντη Δ ́ Σταυροφορία, την οποία κατηύθυνε ο Ερρίκος Δάνδολος, δόγης της Βενετίας, η Αυτοκρατορία δεν έχει στόλο αλλά κυρίως σθένος ν’ αντισταθεί. Και η Πόλη των θρύλων πέφτει στα χέρια των Σταυροφόρων με τον πιο αξιοθρήνητο τρόπο. Φυσικά οι Βενετοί πήραν από τα ελληνικά εδάφη τη μερίδα του λέοντος, ήτοι τα 3/5 της ΚΠόλεως, την Αγία Σοφία, το δικαίωμα εκλογής Λατίνου πατριάρχη, τις παράλιες πόλεις της Μ. Ασίας, τη Μεθώνη και την Κορώνη, τα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη (την απέσπασαν το 1210 από τους Γενουάτες και την κράτησαν έως το 1669), τα νησιά του Ιονίου και το Δυρράχιο. Έτσι οι παραδοσιακές ελληνικές θάλασσες έγιναν βενετικές και τα ελληνικά νησιά βενετικά φέουδα.

To Requiem του αυτοκρατορικού ναυτικού

ΜΙΑ από τις ενδοξότερες στρατιωτικές φυσιογνωμίες της Αυτοκρατορίας, ο Κατακαλών Κεκαυμένος, είχε γράψει: «Ο στόλος εστίν η δόξα της Ρωμανίας». Αυτό όμως δεν το κατάλαβε η Ρωμανία στις μεγάλες δόξες της. Το καταλαβαίνει τώρα που βιώνει ένα άδοξο παρόν και βρίσκεται κατατεμαχισμένη. Αυτοί που ίδρυσαν την Αυτοκρατορία της Νίκαιας νιώθουν την ανάγκη να εφαρμόσουν μια ναυτική πολιτική. Χάρη σ’ αυτή ο Ιωάννης Βατάτζης (1222-1254) απέσπασε από τους Φράγκους της Πόλης την παραλία του Ελλησπόντου, άπλωσε την κυριαρχία του έως τη Θράκη και τη Μακεδονία και το 1246 πήρε τη Θεσσαλονίκη. Ακόμα κατέστησε υποτελή του τον τυχοδιώκτη άρχοντα της Ρόδου Λέοντα Γαβαλά. Μετέπειτα, ο στρατηγός Μιχαήλ Παλαιολόγος ανασυγκροτεί ξανά το στόλο και κατορθώνει να ανακτήσει την ΚΠολη (1261). Η Βυζαντινή Ιστορία του Καίμπριτζ γράφει γι’ αυτόν: «Ο Μιχαήλ ο 8ος έκρινε σωστά ότι μόνο η υπεροχή στη θάλασσα μπορούσε να εξασφαλίσει την ανεξαρτησία της Κωνσταντινούπολης, του έλειπαν όμως τα μέσα και η ευκαιρία για να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του» (σ.σ. 652-653).

Λίγο πριν από το τέλος του ο μεσαιωνικός Ελληνισμός θυμάται τις ναυτικές παραδόσεις του, τη ναυτοσύνη που χαρίζει το προτέρημα της αντρειοσύνης. Αλλ’ είναι πλέον αργά. Οι σταυροφόροι έχουν δώσει το καίριο πλήγμα. Οι Ιταλοί ελέγχουν όλες τις ελληνικές θάλασσες και τις θέσεις – κλειδιά. Ο Μιχαήλ προσπαθεί να υποκαταστήσει την αδυναμία με τη διπλωματία. Σαν εκκρεμές κινείται ανάμεσα στους Βενετούς και στους Γενουάτες, στους οποίους παραχωρεί προνόμια ελεύθερου εμπορίου μέσα στην Πόλη και δικαίωμα δημιουργίας δικής τους συνοικίας στο Γαλατά. Δεν του έλειψαν πάντως οι επιτυχίες. Όμως, ό,τι δημιούργησε αυτός, ανέτρεψε ο γιος του Ανδρόνικος Β ́ (1281-1318).

Ο Ανδρόνικος ήταν άνθρωπος μεγάλης παιδείας, αλλά δεν είχε στρατιωτική και κυρίως ναυτική κατάρτιση. Θεωρούσε τη συντήρηση του στόλου περιττή οικονομική επιβάρυνση. Πίστεψε ότι τις ναυτικές του ανάγκες μπορούσαν να καλύψουν οι Γενουάτες. Έτσι, διέλυσε το στόλο και κράτησε μόνο 20 πλοία! Η ιστορικός Tamara Talbot Rice γράφει γι’ αυτή την εξωφρενική πράξη: «Βυζαντινά πλοία διαλύθηκαν και εκατοντάδες ναύτες βρέθηκαν αναγκασμένοι να διαλέξουν ανάμεσα στις ακόλουθες τρεις δυνατότητες: να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους και ν’ αναζητήσουν άλλο βιοποριστικό επάγγελμα, να καταφύγουν στην υπηρεσία του Τουρκικού ναυτικού, ή να δοκιμάσουν τέλος την τύχη τους σε κανένα πειρατικό. Και οι πιο πολλοί, από το ν’ αρνηθούν τη θάλασσα, προτίμησαν την τρίτη λύση, έστω κι αν αυτό σήμαινε πως θα ήταν αναγκασμένοι να στραφούν εναντίον συμπατριωτών τους και χριστιανών». («Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των Βυζαντινών», σ. 156). Για την ενέργεια αυτή ο Νικηφόρος Γρηγοράς, ένα από τα πιο επιβλητικά πνεύματα των παλαιολογείων χρόνων γράφει:

«Αυτή δη γίνεται Ρωμαίοις δυστυχημάτων αρχή».

Και το δυστύχημα γίνεται μεγαλύτερο, γιατί τώρα στους εχθρούς της Αυτοκρατορίας προστίθεται ο χειρότερος και ο τελικός: οι Οθωμανοί Τούρκοι. Αυτοί εκμεταλλευόμενοι τις ενδοδυναστικές διαμάχες κατέλαβαν την Τυρολόη, την Καλλίπολη και το Διδυμότειχο, εδραιώθηκαν στη Θράκη και άρχισαν να σχηματίζουν ναυτική δύναμη. Ο Ιωάννης ΣΤ ́ Καντακουζηνός, διαισθανόμενος την πολλαπλή απειλή, θέλησε ν’ απαλλαγεί από την πνικτική επιρροή της Γένουας. Προσπάθησε να συγκροτήσει στόλο αλλά χρήματα δεν υπήρχαν. Προσπάθησε να περιορίσει τα εμπορικά προνόμια των Γενουατών που καρπώνονταν τα 9/10 των τελωνειακών δασμών του Βοσπόρου, εισήγαγε νέους φορολογικούς κανονισμούς, χαμήλωσε τα εισαγωγικά τέλη, ώστε οι ναυτιλόμενοι να προτιμούν την ΚΠολη αντί του Γαλατά, αλλ’ οι Γενουάτες αντέδρασαν δυναμικά. Πήραν τα όπλα και με τα πλοία τους κατέστρεψαν το μικρό αυτοκρατορικό στόλο.

Και φθάνουμε στο κύκνειο άσμα. Το 1453 ο Μωάμεθ Β ́ πολιορκεί την Κωνσταντινούπολη. Διαθέτει 258.000 στρατιώτες (κατά τον Σφραντζή) και 400 πλοία. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος διαθέτει 9.000 στρατιώτες και 26 πλοία, από τα οποία μόνο 10 είναι ελληνικά! Κι όμως την πιο ένδοξη σελίδα της πιο τραγικής στιγμής της Αυτοκρατορίας έγραψαν τα πλοία. Στις 20 Απριλίου ο ηρωϊκός πλοίαρχος Φλαντανελάς, επικεφαλής 4 πλοίων, σπάει τον τουρκικό αποκλεισμό και μπαίνει θριαμβευτικά στον Κεράτιο. Μετά από 40 περίπου μέρες ο Αυτοκράτορας, βλέποντας τους Τούρκους να μπαίνουν στην Πόλη αναφωνεί: «Ουκ έστι τις των Χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν απ’ εμού;». Ήδη όμως την «κεφαλήν την είχαν πάρει οι Χριστιανοί της Δύσης από αιώνες, με τα ναυτικά τους προνόμια, με την πρώτη άλωση και με το κτύπημα κάθε απόπειρας ν’ ανασυγκροτηθεί ο αυτοκρατορικός στόλος

Το τελικό συμπέρασμά μας το προσφέρει ο Νικηφόρος Γρηγοράς: «Ουδέ γαρ ην ούτε Λατίνους ούτω κατά Ρωμαίων θρασύνεσθαι, ούτε ψάμμον θαλάσσης θεάσαθαι Τούρκους ποτέ, της ναυτικής των Ρωμαίων δυνάμεως θαλασσοκρατούσης ως πρότερον» (VI,11).

Που σημαίνει: Ούτε οι Λατίνοι θα μπορούσαν ν’ αποθρασυνθούν έναντι των Ελλήνων, ούτε οι Τούρκοι ν’ αντικρίσουν ποτέ την άμμο της θάλασσας, αν η ναυτική δύναμη των Ελλήνων είχε όπως πρώτα την κυριαρχία στη θάλασσα.

Το δίδαγμα παραμένει επίκαιρο και στις μέρες μας.

 

Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922) πολιτικές και οικονομικές παράμετροι της κρίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά