ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Γραφει ο Όθων Κυπριωτάκη
ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΛΛΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
Ταξίαρχος Διερμηνέας εα Όθων Κυπριωτάκης-Πτ Νομικής Θεσσαλονίκης
Ζήτησα από πολλούς γνωστούς μου σε διάφορες περιπτώσεις να μου υποδείξουν πότε οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις δεν πέρναγαν κρίση και πότε υπήρξε ο κίνδυνος ή εκδηλώθηκαν πολεμικές ενέργειες ανάμεσα στα δύο κράτη.
Για να μην επεκταθώ, όλοι αποδέχονται ότι από την εποχή της εμφάνισης των τουρκικών φύλων στη Μικρά Ασία μέχρι σήμερα, το ελληνικό έθνος είναι διαρκώς σε αντιπαράθεση με την Τουρκία, που σε πολλές περιπτώσεις έφτασε σε πολεμικές συρράξεις.
Δεν θα αναφερθώ στην κατάλυση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως (κακώς αποκαλείται Βυζαντινή, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσας) και τον οθωμανικό ζυγό στον ελληνικό χώρο.
Θα περιορισθώ στα μετά την Επανάσταση του 1821 και στην ίδρυση του νέου
Ελλαδικού Κράτους, που σταδιακά μέχρι το 1947 επεκτάθηκε στη βόρεια Ελλάδα και στα πελάγη Αιγαίο και Ιόνιο.
ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΚΑΙ ΧΡΕΟΣ
Κατ’ αρχήν ελληνο-τουρκικές σχέσεις υπάρχουν μετά την προκήρυξη της Τουρκικής Δημοκρατίας από τον Κεμάλ πασά Αττατούρκ τον Οκτώβριο του 1923, ενέργεια που ακολούθησε την υπογραφή από τις Μεγάλες Δυνάμεις, την Ελλάδα και την Τουρκία της Συνθήκης της Λωζάννης.
Πριν από τα γεγονότα αυτά, ΔΕΝ υπήρχε Τουρκία, αλλά Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Μια πολυ-εθνική, πολυ-πολιτισμική, πολύγλωσση και πολλών θρησκευμάτων
κρατική οντότητα, που ανήγαγε τις αρχές της στον 12ο αιώνα.
Όλα τα κράτη που προέκυψαν από απελευθερωτικούς αγώνες κατά του οθωμανικού ζυγού, είναι νομικά εν δυνάμει διάδοχοι της αυτοκρατορίας αυτής, ως προς το χώρο που κατέλαβαν.
Μάλιστα, οι Οθωμανοί απαλλάσσονταν από το χρέος τους, κατ’ αναλογία προς την έκταση και τον πληθυσμό που έχαναν, και τα νέα κράτη αναλάμβαναν το αντίστοιχο ποσοστό του οθωμανικού κρατικού χρέους, με βάση τις διεθνείς συνθήκες για την
αναγνώριση της ανεξαρτησίας τους.
Ακόμη και στη Συνθήκη της Λωζάννης, που είναι de jure η διεθνής συνθήκη που διέπει από το 1923 την Τουρκία, υπάρχει ολόκληρο κεφάλαιο για το πώς το οθωμανικό χρέος κατανεμήθηκε στα νέα και τα υπάρχοντα κράτη.
Συνεπώς, η σημερινή Τουρκία ΔΕΝ είναι η ΜΟΝΗ διάδοχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, όσο κι αν μας ενοχλεί, και η σημερινή Ελλάδα κατέχει εδάφη που απελευθερώθηκαν (πλην των Ιονίων Νήσων) από την οθωμανική κυριαρχία άμεσα ή έμμεσα (περίπτωση δυτικής Θράκης, που κατελήφθη αρχικά από τους Βουλγάρους και μας επιδικάσθηκε με τη Συνθήκη του Τριανόν, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και των Δωδεκανήσων που κατελήφθησαν αρχικά από τους Ιταλούς και αποδόθηκαν στην Ελλάδα με τη Συνθήκη των Παρισίων μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο).
Δηλαδή, από το 1830 μέχρι το 1947 έχουμε ελληνο-οθωμανικές και ελληνο-τουρκικές διαφορές και εμπόλεμες καταστάσεις, όπου η Ελλάδα, εκτός της Μικρασιατικής Καταστροφής, δημιουργήθηκε και επεκτάθηκε σε εδάφη που απελευθερώθηκαν από την οθωμανική κυριαρχία.
Και πλήρωσε αδρά την απελευθέρωση, αναλαμβάνοντας το οθωμανικό χρέος που της
αντιστοιχούσε.
Η αρχική έκταση της Ελλάδος το 1830 διαμορφώθηκε με την επιδίκαση στη χώρα μας της Φθιώτιδας (μέχρι την Όρθρυ) και της Φωκίδας, τις οποίες πληρώσαμε στους Οθωμανούς με το ένα τρίτο του δανείου που δόθηκε στο βασιλέα Όθωνα για τη συγκρότηση του Ελληνικού Βασιλείου.
Κατά τον ίδιο τρόπο, εξαγοράσαμε τη Θεσσαλία, το Δομοκό και την Άρτα μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου, χωρίς εμείς να συμμετέχουμε στον προηγηθέντα ρωσο-
τουρκικό πόλεμο.
Τέλος, έτσι περιήλθαν σε μας νότια Ήπειρος, δυτική- κεντρική-ανατολική Μακεδονία και οι νήσοι του Αιγαίου μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου.
ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΔΡΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΩΝ
Την επομένη της Μικρασιατικής Καταστροφής και μέχρι το 1952 έχουμε μια κατάσταση σχετικής αδράνειας στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις.
Το νέο τουρκικό κράτος βρισκόταν σε χειρότερη κατάσταση από την Ελλάδα, για τον
απλό λόγο ότι μεγάλο μέρος του είχε αποτελέσει θέατρο καταστροφικών πολεμικών συγκρούσεων: με τους Ρώσους στα βορειο-ανατολικά, με τους Έλληνες στη δυτική και κεντρική Μικρά Ασία, με τους Γάλλους στην Κιλικία και με τους Βρετανούς στις πηγές του Τίγρη και του Ευφράτη.
Ο Αττατούρκ, μετά την εθνο-κάθαρση που διέπραξαν οι δυνάμεις του σε συνέχεια προηγούμενων του οθωμανικού κράτους (Αρμένιοι, Χετταίοι), βρέθηκε προ του διλήμματος να συνεχίσει τις πολεμικές προσπάθειες για ανακατάληψη των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ή να ξεκινήσει την ανόρθωση του νέου τουρκικού κράτους.
Προτίμησε το δεύτερο: διέλυσε το Χαλιφάτο, άλλαξε το αλφάβητο της γλώσσας, υφάρπασε την ιστορία του πολιτισμού των άλλων λαών, κατάργησε τις ισλαμικές συνήθειες και εισήγαγε το δυτικό δίκαιο (ρωμαϊκό μέσω Γαλλίας και Γερμανίας). Βεβαίως, δεν σταμάτησε την εσωτερική εθνοκάθαρση κυρίως σε βάρος Ελλήνων, Αρμενίων και Συρίων Χριστιανών για να επιτύχει ένα «ομοιογενές» εθνικό περιβάλλον.
Ο ίδιος και ο διάδοχός του Ισμέτ πασάς Ινονού απέφυγαν κάθε πολεμική εμπλοκή και για τη συμπεριφορά της, η Τουρκία κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αποκλήθηκε «Επιτήδειος Ουδέτερος».
Μόλις, την τελευταία στιγμή και τρεις μήνες πριν ηττηθεί η Γερμανία (Φεβρουαριος
1945), η Τουρκία της κήρυξε τον πόλεμο, ελπίζοντας ότι, στα πλαίσια της διεθνούς ανακατάταξης, θα της επιδικάζονταν εδάφη που καταλήφθηκαν από τους Γερμανούς (όπως η Χίος και τα Δωδεκάνησα) ή από τους συμμάχους τους (η ανατολική Ρωμυλία από τη Βουλγαρία).
Αυτό δεν κατέστη εφικτό, γιατί αφ’ ενός δεν υπήρξε συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία, και αφ’ ετέρου η συνθήκη των Παρισίων (για ειρήνη με Ιταλία, Βουλγαρία, κτλ) αφορούσε μόνο τις εμπόλεμες προς αυτές χώρες, πράγμα που δεν είχε κάνει η Τουρκία (η Ιταλία παραδέχθηκε την ήττα της το 1943 και η Βουλγαρία άλλαξε στρατόπεδο το
1944) και γι’ αυτό δεν κλήθηκε στο συνέδριο της ειρήνης.
Να σημειωθεί ότι η Τουρκία επωφελήθηκε τρομερά οικονομικά, εισπράττοντας και από τις δύο εμπόλεμες πλευρές μεγάλα ποσά για προμήθεια μετάλλων και εφοδίων, και από τον Ερυθρό Σταυρό χρημάτων για αποστολή τροφίμων στις κατεχόμενες χώρες (περίπτωση πλοίου «Κουρτουλούς», που μετέφερε τρόφιμα στην Ελλάδα που λιμοκτονούσε).
Το 1952 υπήρξε το τελευταίο έτος αδράνειας και παρασκηνίων.
Η Τουρκία και η Ελλάδα έγιναν δεκτές στο ΝΑΤΟ, εξασφαλίζοντας την άμυνά τους κατά του «νέου» κινδύνου από τη Σοβιετική Ένωση και τα νέα «σοσιαλιστικά» κράτη-δορυφόρους της. Εκείνη τη χρονιά αποκορύφωμα των «καλών» σχέσεων υπήρξε η επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους της Ελλάδος (Παύλος-Φρειδερίκη) στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγιναν δεκτοί με «βυζαντινό» μεγαλείο.
ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
Βασιζόμενη στην ασφάλεια, που προσέφερε το ΝΑΤΟ και συνεπώς οι ΗΠΑ με την πυρηνική αποτροπή, και στην αναγκαιότητα να αποκλεισθεί η Σοβιετική Ένωση από τη Μεσόγειο, και με πρόσχημα τα γεγονότα στην Κύπρο και τη δήθεν «απειλή» κατά της εκεί τουρκόφωνης μειονότητας, η Τουρκία άρχισε ένα πρόγραμμα αντιπαραθέσεων με την Ελλάδα, με δύο στόχους: την κατάργηση de facto της Συνθήκης της Λωζάννης και τη διεκδίκηση πρώην οθωμανικών εδαφών, όπως της δυτικής Θράκης και της Κύπρου.
Οι διάδοχοι των Αττατούρκ και Ινονού θεωρούσαν ότι οι συμμαχικές δυτικές δυνάμεις και ιδίως οι ΗΠΑ δεν θα απέτρεπαν μια ανακατανομή εδαφών υπέρ της Τουρκίας, εφ’ όσον τελικά αυτά θα παρέμεναν υπέρ της Δύσης.
Τα αλλεπάλληλα στρατιωτικά πραξικοπήματα στην Τουρκία και αυτό της 21ης Απριλίου 1967 στην Ελλάδα δεν είχαν άλλο απώτερο σκοπό, από το να διατηρήσουν μια ισχυρή στρατιωτική επιβολή στο εσωτερικό των χωρών και την ενότητα μέσα στο ΝΑΤΟ. Ένας επί πλέον σκοπός υπήρξε η διαφύλαξη του «λαϊκού» κράτους, με απαγόρευση εξωτερικών θρησκευτικών εκδηλώσεων, όπως οι τελετές, λιτανείες και η μαντήλα στις γυναίκες.
Εν περιλήψει, στα πλαίσια του δόγματος επιβολής των θέσεών της Τουρκίας, με προσχήματα γεγονότα στην Κύπρο ή «διμερείς» διαφορές, έγιναν:
1) τα «Σεπτεμβριανά» του 1955 σε βάρος της ελληνικής κοινότητας σε
Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο, 2) τα συμβάντα του 1964 σε Τυλληρία και Κοφίνου (Κύπρο) και σε βάρος Ελλήνων σε Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη, 3) η πίεση για απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο (1967) με υποχώρηση της κυβέρνησης της Δικτατορίας, 4) η εισβολή και κατοχή του 39% του εδάφους στην Κύπρο (Αττίλας 1 και 2, 1974), 5) η ανακήρυξη του κατεχομένου εδάφους της Κύπρου σε «ανεξάρτητο» κράτος (1983), 6) η αντιπαράθεση για το πλοίο ερευνών «Χόρα» (1987), 7) η κρίση των Ιμίων (1996), 8) η παρ’ ολίγον εισβολή των λαθρομεταναστών μέσω του Τριγώνου στον Έβρο (2021), και βέβαια οι σχεδόν καθημερινές προκλήσεις σε αέρα και θάλασσα, με αποκορυφώματα τις πτώσεις αεροσκαφών και την περίφημη
«επακούμβηση» μεταξύ πολεμικών πλοίων.
Πέραν τούτων, πολλές φορές έγιναν προσπάθειες προσέγγισης (rapprochement) ατυχώς μόνο για τα μάτια και για σύντομα χρονικά διαστήματα: 1) η πολιτική μετά καταστροφικούς σεισμούς σε Τουρκία και Ελλάδα (1999 και 2023), 2) το κείμενο της Μαδρίτης (1997), 3) η διακήρυξη των Αθηνών (2023), κτλ.
Η ΙΣΛΑΜΙΚΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Μετά περίπου ογδόντα χρόνια κεμαλικού λαϊκού καθεστώτος, οι ισλαμικές πολιτικές δυνάμεις στην Τουρκία, που βασίζονται στην πλειονότητα των Σουνιτών Τούρκων (40%), κατόρθωσαν να εκλέξουν μια ισχυρή ισλαμική κυβέρνηση υπό τον Ταγίπ Ρετζέπ Έρντογαν, η οποία κυβερνά τη χώρα από το 2003.
Μια θεωρητικά κεμαλική στρατιωτική προσπάθεια ανατροπής του το 2016 απέτυχε παταγωδώς και έδωσε την αφορμή στον Έρντογαν να σκληρύνει το καθεστώς, μετατρέποντάς το σε μια ισλαμική δικτατορία με δημοκρατικό προσωπείο.
Μόνο στις μεγάλες πόλεις με μεγάλο αστικό πληθυσμό (Κωνσταντινούπολη, Άγκυρα, Σμύρνη, κτλ) διατηρούνται κεμαλικής έμπνευσης διοικήσεις.
Οι ισλαμιστές κατάργησαν τις απαγορεύσεις θρησκευτικών εκδηλώσεων και δημιούργησαν δίκτυο σχολείων για εκπαίδευση της νέας γενεάς στις αρχές τους, ενώ παράλληλα άσκησαν φοβερές διώξεις κατά των κεμαλιστών στο στράτευμα.
Αποτέλεσμα τούτου υπήρξε ο αποκλεισμός των στρατιωτικών από στρατιωτικο-πολιτικές δομές (πχ τα περίφημα στρατιωτικά λύκεια), η δημιουργία Συμβουλίου Ασφαλείας ελεγχόμενου από τα πολιτικά στελέχη, η απαγόρευση ασκήσεων και μετακινήσεων δυνάμεων χωρίς την άδεια της κυβέρνησης, κτλ.
Επισημαίνεται ότι για πρώτη φορά ο υπουργός Άμυνας μιας τουρκικής κυβέρνησης έγινε πράγματι προϊστάμενος του Αρχηγού των Ενόπλων Δυνάμεων.
Επίσης λόγω της δίωξης και φυλάκισης στελεχών όλων των Κλάδων των Ενόπλων Δυνάμεων στην Τουρκία, αυτές έχασαν μεγάλο μέρος της πολεμικής τους ετοιμότητας (ιδίως η Πολεμική Αεροπορία).
Από την άλλη πλευρά, οι ισλαμιστές έδρασαν πρωτοποριακά στην προσπάθεια αναγέννησης της οικονομικής δύναμης της Τουρκίας.
Υιοθέτησαν ακραιφνείς καπιταλιστικές διαδικασίες για την ανάπτυξη της βιομηχανίας και του τουρισμού, παρακάμπτοντας τα εμπόδια, που θα μπορούσε να βάλει το ισλαμικό δίκαιο.
Στα πλαίσια αυτά, έδωσαν μεγάλη σημασία στην ανάπτυξη της εγχώριας πολεμικής βιομηχανίας, με αιχμή τα διαβόητα μη-επανδρωμένα αεροσκάφη (drone) Bayraktar.
Κατασκευάζουν με επιμονή νέα σκάφη για το πολεμικό ναυτικό (όπως το Anadolu, που το διαφημίζουν ως αεροπλανοφόρο), ενώ δοκιμάζουν νέα μέσα για την Πολεμική Αεροπορία μακράς πνοής.
Όλα αυτά, τίθενται υπό αίρεση όταν πρόκειται για μέσα που χρειάζονται μεγάλο ποσοστό ξένης τεχνογνωσίας.
Η ισλαμική Τουρκία κατασκευάζει πχ κινητήρες, αλλά με άδεια ξένων εταιρειών και κρατών.
Αρχικά, οι ΗΠΑ και ο δυτικός κόσμος συνεπικουρούσε την προσπάθεια αυτή.
Η απόφαση, όμως, της Τουρκίας να αποκτήσει το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα C-400 και η πιθανότητα να αποκτήσει η Ρωσία γνώση δυτικών οπλικών συστημάτων μέσω αυτού, προκάλεσε συναγερμό.
Οι ΗΠΑ, επί πρώτης προεδρίας Τραμπ, απέπεμψαν την Τουρκία από το πρόγραμμα
αεροσκαφών F-35, ενώ και άλλες χώρες διέκοψαν τη συνεργασία τους.
Έτσι, τα προγράμματα εξοπλισμών της Τουρκίας αναγκαστικά κλιμακώνονται σε μεγάλο χρονικό βάθος, οπότε κάποιες από τις σύγχρονες τεχνολογίες θα είναι ξεπερασμένες.
Από την άλλη πλευρά, αναγκάσθηκε να επανέλθει στις διεθνείς αγορές πολεμικών αεροσκαφών και, επειδή δεν έχει πρόσβαση τώρα σε ΗΠΑ και Γαλλία, προσέγγισε Ηνωμένο Βασίλειο και Γερμανία για αγορά αεροσκαφών Eurofighter, αναγκαστικά μιας γενεάς πίσω από τα ελληνο-γαλλικά Rafale. Τυχόν επάνοδος της Τουρκίας στο πρόγραμμα F-35 θα είναι επίσης καθυστερημένο εν σχέσει προς το αντίστοιχο ελληνικό.
Γιατί η αγορά (procurement) τέτοιων αεροσκαφών γίνεται σταδιακά και όχι
μαζικά (bunch).
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ
Η Τουρκία αποτελεί ένα πολύ δυνατό γρίφο για τις εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδος. Καθημερινά αλλάζει τις θέσεις της, προσπαθώντας να προωθήσει μια υπεροχή της στην περιοχή του Ευξείνου Πόντου, του Αιγαίου Πελάγους και της ανατολικής Μεσογείου.
Μη έχοντας νομικά ερείσματα στο διεθνές δίκαιο προς υποστήριξη των θέσεων αυτών (ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα, μουσουλμανική μειονότητα Θράκης, εξοπλισμός νήσων Αιγαίου από την Ελλάδα, κτλ) επιδιώκει πλέον ένα γενικό αναθεωρητισμό, ο οποίος προκαλεί άμεσα την αντίδραση όλων των χωρών της περιοχής [πλην της Συρίας, που πλέον αποτελεί ασταθές (rogue) κράτος].
Έχει οδηγήσει κράτη, όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος, που διατηρούσαν εξαιρετικά φιλικές σχέσεις, στο να τη θεωρούν «εν δυνάμει» απειλή. Γαλλία και ΗΠΑ ανέπτυξαν δυνάμεις σε Κύπρο και Ελλάδα για επίβλεψη των ενεργειών της.
Τέλος και αυτή η Ρωσία του Πούτιν, με την οποία ο Έρντογαν είχε προνομιακούς διαύλους, είναι δυσαρεστημένη λόγω του κλεισίματος των Στενών στα πολεμικά της πλοία.
Τί απομένει στην Τουρκία; Ακούμε καθημερινά εκπόνηση προγραμμάτων εξοπλισμών και εκτόξευση απειλών (τελευταία όχι από επίσημα χείλη αλλά από «διαρροές») για αιφνιδιαστικές πολεμικές ενέργειες από τις πανίσχυρες (υποτιθέμενα) τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις.
Μπορεί να συγκεντρώσει εν τόπω και χρόνω εκείνη την ισχύ ώστε να επιτύχει αεροπορική και ναυτική υπεροχή για κίνηση στο Αιγαίο, σε βάρος κάποιου νησιού ή νησίδας, ή χερσαία στον Έβρο, για κατάληψη εδάφους στη Θράκη ή την ανατολική Μακεδονία;
Οι σύγχρονες διεθνείς συγκρούσεις συνηγορούν ότι η Τουρκία προτιμά την απειλή βίας από την ίδια τη βία.
Οποτεδήποτε κινήθηκε στο παρελθόν (Κύπρος, Ιράκ, Συρία) βασίσθηκε στην εσωτερική διαίρεση του στόχου.
Αντίθετα, δεν το έπραξε όταν το εσωτερικό μέτωπο του αντιπάλου ήταν συμπαγές.
Υπάρχει πιθανότητα επίθεσης σε βάρος της Ελλάδος; Και τί θα είχε να κερδίσει; Δεν έχει το διεθνές δίκαιο με το μέρος της.
Ερμηνεύει όπως θέλει τη διεθνή Συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας, την οποία δεν έχει υπογράψει.
Πρεσβεύει ένα αναθεωρητισμό στις περιπτώσεις Θράκης, Αιγαίου, Κύπρου, Συρίας, Ιράκ και ανατολικής Μεσογείου, αλλά δεν αποδέχεται την προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία.
Συνεπώς, είναι ορθή η διαχρονική ελληνική πολιτική της ψύχραιμης αντιμετώπισης της τουρκικής επιθετικής πολιτικής, και της διατήρησης ενός πολύ υψηλού επιπέδου ετοιμότητας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Τυχόν επιθετικές εξάρσεις, όπως θεωρούν ότι πρέπει να γίνει ορισμένοι κύκλοι στην Ελλάδα, μόνο προσχήματα μπορούν να δώσουν στην Τουρκία να ξεσπάσει.
Αλλά, σε αυτή την περίπτωση, η σύγκρουση θα συμπαρασύρει ολόκληρη τη δυτική αμυντική συμμαχία, η οποία προ του κινδύνου να ανοιχθεί μια δίοδος στη Ρωσία προς τη Μεσόγειο, θα αντιδράσει με απρόβλεπτες παγκόσμιες συνέπειες.
Μήπως η Τουρκία είναι σκύλος που μόνο γαβγίζει;
Ίδωμεν.
Ταξίαρχος Διερμηνέας εα Όθων Κυπριωτάκης-Πτ Νομικής Θεσσαλονίκης
Για το vima 365
- Λογοτυπο απο τον https://www.ot.gr/
Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.