Το vima365.gr είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.Απλά γαρ εστί της αλήθειας επη

Στο φως των μεσάνυχτων

της Λιλίκας Άρνακη

Μεσάνυχτα.

Η νύχτα είναι γυμνή. Δεν φορά προσχήματα. Στέκει πάνω από τον κόσμο σαν αρχέγονο μυστικό.

Τα φώτα της πόλης λιγοστεύουν, οι φωνές απομακρύνονται, κι όσα παραμέρισε η μέρα έρχονται κοντά: το σώμα, η επιθυμία, εκείνη η δίψα να μας αγγίξει κάποιος και να μας αναγνωρίσει.

Τέτοιες ώρες, η καθημερινότητα χάνει την εξουσία της. Οι εκκρεμότητες μένουν πίσω από την κλειστή πόρτα.
Ο χρόνος μετριέται αλλιώς: με την παλάμη σου στην πλάτη μου, με την ανάσα που πλησιάζει, με τη μικρή παύση πριν από το φιλί. Η καρδιά χτυπά τόσο δυνατά, σαν να θέλει να ακουστεί κι έξω από το σώμα.
Σε αγγίζω. Κάτω από τα δάχτυλά μου νιώθω τη ζεστασιά σου, τον παλμό σου, ένα ανεπαίσθητο ρίγος. Είσαι εδώ, με όσα έζησες και με όσα ακόμη φοβάσαι. Κι εγώ στέκομαι μπροστά σου με τη δική μου ιστορία. Δεν χρειάζεται να την αφηγηθούμε ολόκληρη απόψε. Αρκεί που δεν χρειάζεται να την κρύψουμε.
Τα κορμιά ανάβουν φωτιές. Δύο ζωές τολμούν να πουν «ναι» η μία στην άλλη. Όσα μας πλήγωσαν δεν σβήνουν μ’ ένα χάδι.
Μα το χέρι σου μένει εκεί όπου άλλοτε περίμενα την απομάκρυνση. Κι εγώ, λίγο λίγο, αφήνω το βάρος μου κοντά σου.
Ανταριάζουν οι ψυχές όταν αγαπούν.
Λέξεις κρατημένες για χρόνια ανεβαίνουν στα χείλη. Οι άμυνες χαμηλώνουν, κάποτε με πάταγο, κάποτε αθόρυβα, σαν δάχτυλα που λύνονται ύστερα από μακρύ σφίξιμο.
Ο φόβος της απόρριψης μπορεί να βρίσκεται ακόμη εδώ. Απόψε, όμως, δεν αποφασίζει εκείνος για μένα.
«Σε θέλω», σου λέω.
Και νιώθω πόση ζωή χωρά σε δύο λέξεις όταν τις αφήνεις να ειπωθούν χωρίς ντροπή. Το βλέμμα σου μένει στο δικό μου.
Ύστερα έρχεται το «σ’ αγαπώ», πιο χαμηλό, σχεδόν στο ύψος της ανάσας.
Το ακούς και με φέρνεις πιο κοντά.
«Κρατήσου πάνω μου».
Το ψιθυρίζω κι απλώνω τα χέρια. Έχω κι εγώ έναν ώμο για την κούρασή σου, μια αγκαλιά όπου μπορείς να αφήσεις για λίγο την ανάγκη να φαίνεσαι δυνατός.
Πόσο δρόμο διανύουμε κάποτε ώσπου να μπορέσουμε να ακουμπήσουμε σε έναν άνθρωπο χωρίς να απολογούμαστε για το βάρος μας.
Έλα να απογειωθούμε. Να βρεθούμε στους γαλαξίες που φτιάχναμε κάποτε με κλειστά μάτια. Το δωμάτιο μας χωρά και συγχρόνως μοιάζει απέραντο.
Η πόλη συνεχίζει έξω από το παράθυρο, μα εδώ η νύχτα έχει τον ήχο της ανάσας σου.
Η επιθυμία βαθαίνει. Μαζί της έρχεται η τρυφερότητα: ο τρόπος που παραμερίζεις τα μαλλιά από το πρόσωπό μου, που περιμένεις, που ακούς ακόμη κι όταν σωπαίνω. Σ’ αυτές τις μικρές κινήσεις βρίσκω κάτι ιερό.
Τη φροντίδα ενός ανθρώπου για έναν άλλον, τη στιγμή που κι οι δυο είναι εκτεθειμένοι.
Γι’ αυτό αγαπώ τη νύχτα. Στο λιγοστό της φως μπορώ να σε κοιτάζω χωρίς να ετοιμάζω την επόμενη λέξη.
Μπορώ να αφήνω το πρόσωπό μου να φανερώνει όσα αισθάνομαι. Κι εσύ δεν βιάζεσαι να γεμίσεις τη σιωπή. Μένεις μαζί μου μέσα της.
Θέλω να σου υποσχεθώ το «για πάντα». Η φράση ανεβαίνει στα χείλη μου με όλη την ορμή της στιγμής.
Σκέφτομαι όμως και το πρωί το φως στις κουρτίνες, τα πρόσωπά μας χωρίς τη γενναιοδωρία του σκοταδιού, τις έγνοιες που θα επιστρέψουν.
Σε θέλω κι εκεί. Στις συνηθισμένες ώρες, όταν θα χρειάζεται να βρίσκουμε ξανά τον δρόμο ο ένας προς τον άλλον.
Μαζί σου νιώθω ατόφια. Μπορώ να επιθυμώ, να συγκινούμαι, να ζητώ. Μπορώ να σου δείχνω την κούραση και τις αντιφάσεις μου.
Με κοιτάζεις κι εγώ αντέχω να με βλέπεις. Ίσως από εδώ να αρχίζει η βαθύτερη οικειότητα.

Αν ο παράδεισος έχει μια θέση στον κόσμο, απόψε τον βρίσκω σ’ αυτή την ανάσα ανάμεσα στα πρόσωπά μας. Στο χέρι σου που αναζητά το δικό μου. Στο γέλιο που μας ξεφεύγει ξαφνικά και μας φέρνει ακόμη πιο κοντά.

Θέλω να σου δοθώ. Να χορέψουμε γυμνοί από προσχήματα, να αφήσουμε την επιθυμία να βρει τον δικό της ρυθμό. Να μη μικρύνουμε τη χαρά από φόβο μήπως τελειώσει. Ξέρω πόσο εύθραυστο είναι ό,τι ζει.
Γι’ αυτό θέλω να είμαι ολόκληρη εδώ.
Δεν γνωρίζω τι θα μας ζητήσει ο χρόνος. Γνωρίζω τη ζεστασιά σου αυτή τη στιγμή, το φιλί σου, την εμπιστοσύνη με την οποία αφήνεσαι στην αγκαλιά μου. Κι αυτά αρκούν για να ανοίξω τα χέρια.
Μεσάνυχτα.
Ακουμπάς το μέτωπό σου στο δικό μου.
«Είμαι εδώ», μου λες.
Κλείνω τα μάτια.
Το χέρι μου βρίσκει το πρόσωπό σου.

Έξω, η πόλη σκοτεινιάζει ακόμη.
Εγώ σε βλέπω.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά