Όταν η κοινωνία σωπαίνει, τα παιδιά ουρλιάζουν
Από το “δε βγαίνει ο μήνας” στο “δεν αντέχεται η ζωή”, εκεί οδηγούμαστε; Υπάρχουν στιγμές που μια κοινωνία δεν μπορεί πια να κρυφτεί πίσω από στατιστικές, διαγγέλματα, επικοινωνιακά τεχνάσματα και ψεύτικες εικόνες κανονικότητας. Υπάρχουν γεγονότα που σκίζουν το παραπέτασμα της συλλογικής υποκρισίας και αφήνουν γυμνή την αλήθεια: πως κάτω από τη βιτρίνα της “ανάπτυξης”, της “αριστείας” και των αριθμών μεγαλώνει μια γενιά εξαντλημένη, τρομαγμένη και βαθιά μόνη.
Και τότε έρχονται δύο παιδιά, δύο κορίτσια στα δεκαεπτά τους χρόνια, να κάνουν το αδιανόητο. Όχι σαν μια “είδηση” που θα χαθεί στο επόμενο δελτίο των 8. Όχι σαν ένα ακόμη τραγικό περιστατικό που θα καταναλωθεί για λίγα λεπτά στα κοινωνικά δίκτυα. Αλλά σαν μια κραυγή που πέφτει πάνω σε μια κοινωνία ήδη ραγισμένη από τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις.
Γιατί γύρω μας συσσωρεύονται ερείπια. Στα εθνικά ζητήματα, στα θεσμικά αδιέξοδα, στις υποκλοπές, στην απαξίωση της Δικαιοσύνης, στα Τέμπη, στη διαχείριση δημόσιου χρήματος, στην ενεργειακή ασφυξία, στη φτώχια που επιστρέφει ύπουλα σε κάθε σπίτι. Κι όμως, τίποτα δε συγκλόνισε τόσο όσο αυτή η βουβή απόφαση δύο νέων παιδιών να γυρίσουν την πλάτη στη ζωή πριν καν τη ζήσουν.
Η γενιά της εξάντλησης και του αδιεξόδου
Τα παιδιά σήμερα μεγαλώνουν μέσα σε μια αποπνικτική “κανονικότητα”. Μια κανονικότητα που ζητά επιδόσεις, αξιολογήσεις, πιστοποιήσεις, δεξιότητες, ασταμάτητο ανταγωνισμό. Παιδιά που από τα πρώτα τους βήματα μαθαίνουν ότι η ζωή είναι μια αρένα διαρκούς κρίσης και σύγκρισης. Μια αδυσώπητη κούρσα όπου πάντα κάποιος περισσεύει.
Από τη μία το σχολείο της εξουθένωσης και των πανελλαδικών. Από την άλλη, οι γονείς που ψιθυρίζουν «τελείωσαν τα χρήματα» και φωνάζουν «δε βγαίνει ο μήνας». Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, μια νεολαία που βλέπει το πανεπιστήμιο να μην εγγυάται τίποτα, την εργασία να μετατρέπεται σε γαλέρα και το μέλλον να μοιάζει όλο και περισσότερο με τιμωρία αντί για υπόσχεση.
Αυτή είναι η μεγάλη κοινωνική ήττα. Όταν στα 17, εκεί που θα έπρεπε να ανοίγονται δρόμοι, έρωτες, ταξίδια, όνειρα και εξεγέρσεις, κάποια παιδιά νιώθουν πως δεν υπάρχει αύριο.
Κι αυτό δεν είναι “ατομική υπόθεση”. Δεν είναι απλώς μια ψυχολογική δυσκολία. Είναι το αποτύπωμα μιας κοινωνίας που φθείρει καθημερινά τους πιο ευάλωτους. Που μετατρέπει την αγωνία σε προσωπική ενοχή και την κοινωνική βία σε ατομικό πρόβλημα.
Η βιομηχανία της “ψυχολογικοποίησης”
Δεν είναι τυχαίο ότι, μετά από κάθε τέτοια τραγωδία, ξεκινά η ίδια συζήτηση: περισσότεροι ψυχολόγοι στα σχολεία, περισσότερη διαχείριση συμπτωμάτων, περισσότερες “παρεμβάσεις”. Όμως πίσω από αυτή τη συζήτηση συχνά χάνεται η ουσία. Γιατί ένα εκπαιδευτικό σύστημα υποστελεχωμένο, εξοντωτικό και ταξικά άνισο δε θεραπεύεται μόνο με τεχνικές διαχείρισης της ψυχικής φθοράς. Όπως είχε επισημάνει χρόνια πριν ο καθηγητής Ψυχολογίας Κώστας Μπαϊρακτάρης, υπάρχει ο κίνδυνος ένα βαθιά πολιτικό, κοινωνικό και παιδαγωγικό πρόβλημα να μετατραπεί βολικά σε ατομική ψυχολογική υπόθεση.
Κι έτσι η φτώχια, η ανασφάλεια, η κοινωνική πίεση και η αποσύνθεση βαφτίζονται “διαταραχές προσαρμογής”. Η αλλοτρίωση γίνεται “burnout”. Η κοινωνική ασφυξία μετατρέπεται σε “ατομική δυσκολία διαχείρισης”.
Η κοινωνία του θορύβου και της λήθης
Την ίδια στιγμή, γύρω μας απλώνεται ένας πολιτισμός ευτέλειας και θορύβου. Μια πραγματικότητα γεμάτη γκλαμουριά βιτρίνας, life style φτώχιας, τηλεοπτικά σκουπίδια, ψευδεπίγραφη “αριστεία”, influencers του τίποτα και πρόχειρες ειδήσεις που διαρκούν όσο ένα κλικ.
Μια κοινωνία που μαθαίνει να ξεχνά γρήγορα. Να σοκάρεται στιγμιαία και αμέσως μετά να επιστρέφει στην κατανάλωση εικόνων. Να μη στέκεται ποτέ πραγματικά απέναντι στο τραύμα. Όμως εδώ υπάρχει κάτι ακόμη πιο βαρύ. Η εικόνα δύο φίλων που στηρίζουν η μία την άλλη όχι για να κρατηθούν στη ζωή, αλλά για να φύγουν από αυτήν. Μια δραματική αναστροφή της ίδιας της ανθρώπινης συνθήκης. Ένα σημάδι ότι κάτι έχει στραβώσει βαθιά στον πυρήνα της κοινωνίας μας.
Το ερώτημα που δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο
Το ζήτημα πια δεν είναι αν θα συγκινηθούμε για λίγες μέρες. Ούτε αν θα γεμίσουν τα πάνελ με ειδικούς και μεγαλόστομες διαπιστώσεις. Το ερώτημα είναι αν θα τολμήσουμε να δούμε τη ρίζα του προβλήματος. Πόσα ακόμη παιδιά πρέπει να λυγίσουν για να παραδεχτούμε ότι αυτή η κοινωνία παράγει μαζικά απόγνωση;
Πόσες ακόμη οικογένειες πρέπει να βυθιστούν στη σιωπή για να αναγνωρίσουμε πως η “κανονικότητα” που μας σερβίρουν δεν είναι τίποτε άλλο από μια καλά οργανωμένη βία; Γιατί όταν τα παιδιά φοβούνται το μέλλον πριν καν το γνωρίσουν, τότε δε μιλάμε απλώς για κρίση. Μιλάμε για κοινωνική αποσύνθεση. Και τότε η ευθύνη δεν ανήκει μόνο σε εκείνους που κυβερνούν. Ανήκει και σε μια κοινωνία που συνήθισε να σωπαίνει. Μόνο που τα παιδιά, πριν φύγουν, φρόντισαν να ουρλιάξουν για όλους μας.
https://www.neakriti.gr/