Γεώργιος Χαλκιάς-Στραβελάκης (Mustapha Khasnadar) (مصطفى خزندار) Β ΜΕΡΟΣ
Όσον αφορά στην εσωτερική πολιτική της χώρας που χαρακτηρίζει την περίοδο διακυβέρνησης του Γεωργίου Στραβελάκη ως Μεγάλου Βεζίρη (σημ. 27) τρία γεγονότα είναι αξιοσημείωτα. Το πρώτο γεγονός, το οποίο έχει νομική σημασία, περιλαμβάνει τη χορήγηση του πρώτου τυνησιακού συντάγματος. Ένας συνασπισμός Γάλλων και Βρετανών προξένων οδήγησε τον Mustapha Khaznadar να επιβάλει στον μπέη την ανάγκη για αυτήν την μεταρρύθμιση, με στόχο κατά ένα μεγάλο μέρος την καθιέρωση μιας φιλελεύθερης φήμης του στα μάτια των ευρωπαϊκών εθνών. Ο μπέης Muhammad στις 9 Σεπτεμβρίου του 1857 ενώπιον μίας συγκέντρωσης όλων των αξιωματούχων των εθνών, εξήγγειλε την πρόθεσή του να παραχωρήσει ένα σύνταγμα στο λαό του και απαρίθμησε τις κύριες αρχές ενός Βασικού Συμφώνου (σημ. 28). Αυτό το Σύμφωνο επρόκειτο να συνδέσει τον κυβερνήτη με τους υπηκόους του και να αποτελέσει τη βάση του νέου Συντάγματος, δηλαδή του Dustur. Το σύνταγμα διακηρύχθηκε στα μέσα Ιανουαρίου του 1861 και τέθηκε σε ισχύ στις 23 Απριλίου του ίδιου χρόνου, ενώ ουσιαστικά προορίστηκε να επιβεβαιώσει την ανώτατη δύναμη του Mustapha Khaznadar. Επίσης, οδήγησε στο σχηματισμό του Ανώτατου Συμβουλίου, αποτελούμενου από 60 μέλη, στο οποίο συγκεντρώθηκαν όλη η δύναμη, η επιρροή και ο πλούτος. Ουσιαστικά, το σύνταγμα ήταν μόνο ένα προπέτασμα καπνού που κάλυπτε τη συσσώρευση όλης της δύναμης στα χέρια των μαμελούκων εις βάρος των Τυνήσιων χωρικών. Τελικά, όλες αυτές οι συνθήκες οδήγησαν στην λαϊκή επανάσταση της Τυνησίας του 1864 (σημ. 29).
Το δεύτερο γεγονός που συνδέεται με τη διακυβέρνηση του Mustapha Khaznadar είναι κοινωνικής φύσης και αφορά αυτήν ακριβώς την εξέγερση. Στην πραγματικότητα, εξαιτίας αυτής της εξέγερσης των φυλών υπό την ηγεσία του Aliben Ghadahum τον Απριλίο του 1864, ο Mustafa Khaznadar βυθίστηκε στις κρατικές υποθέσεις σχεδόν αβοήθητος, δεδομένου ότι ο μπέης έδωσε την εντύπωση πως ήταν απών. Ο Khaznadar έβαλε σε εφαρμογή την έξυπνη πολιτική του διαχωρισμού που βοήθησε στο να θρυμματίσει την εξέγερση των φυλών, ενώ παράλληλα προκάλεσε μεταξύ τους ένα πλήθος ανταγωνισμών. Κατά τη διάρκεια της ειρήνευσης, υποσχέθηκε αμνηστία, μείωσε στο μισό τη δεκάτη (ushur) στα δημητριακά και προχώρησε στο διορισμό ιθαγενούς Τυνήσιου καδή αντί μαμελούκου, αλλά στην πραγματικότητα με αυτές τις ενέργειες υπεράσπιζε τη θέση του ως πρωθυπουργός, η οποία είχε απειληθεί άμεσα (σημ. 30).
Το τρίτο γεγονός της διακυβέρνησης του Mustapha Khaznadar είναι οικονομικής φύσης και μπορεί να συνοψισθεί στο χρέος της χώρας που ακολουθήθηκε από δύο δάνεια. Η κατάσταση του χρέους χαρακτηρίζεται από τις περιοδικές πληρωμές των ανωτέρων υπαλλήλων και του στρατού. Προκειμένου να διασωθούν οι πόροι χρηματοδότησης της χώρας, ο Mustapha Khaznadar προσέφυγε σε ένα διπλό
δάνειο, ένα το 1863 και ένα το 1865, τα οποία είχαν καταστροφικές συνέπειες. Η απάντηση στην πτώχευση που ακολούθησε ήταν η καθιέρωση μιας διεθνούς οικονομικής επιτροπής (Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ιταλία) με τον Khayral-Din ως πρόεδρο και γενικό επιθεωρητή των γαλλικών πόρων χρηματοδότησης και τον Francois Villet, ως αντιπρόεδρο (από το 1869 έως το 1874). Μάλιστα, ο τελευταίος σε δύο σημειώματα που απηύθυνε στο Υπουργείο Εξωτερικών της Γαλλίας κατήρτισε ένα σοβαρό κατηγορητήριο εναντίον του Mustapha Khaznadar. Τον κατηγορούσε πως είχε οργανώσει ένα τεράστιας εμβέλειας σχέδιο που στόχευσε στη λεηλασία των κεφαλαίων του τυνησιακού κράτους (σημ. 31).
Σε συνεδρίαση που έγινε στο παλάτι του Bardo ενώπιον του μπέη ο Mustapha Khaznadar απεδέχθη τις κατηγορίες και ομολόγησε την ενοχή του. Στις 21 Οκτωβρίου του 1873 υπέστη πλήρη ατίμωση, καθώς του αφαιρέθηκαν όλα του τα αξιώματα και οι τίτλοι, συνελήφθη και τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό στο παλάτι του (σημ. 32) στην Τύνιδα με την τελική κατηγορία της αφαίρεσης 80 εκατομμυρίων φράγκων από τα κρατικά κεφάλαια. Ο Mustapha Khaznadar πέθανε απομονωμένος και μισητός από όλους στις 26 Ιουλίου του 1878 (σημ. 33), όμως ετάφη με τιμές στο Tourbet El Bey (σημ. 34) ως μέλος της πριγκιπικής
οικογένειας.
Οι σχέσεις με την οικογένεια στην Ελλάδα και την ελληνική κοινότητα της Τύνιδος
Οι πληροφορίες που έχουμε για τις σχέσεις του Γεωργίου Στραβελάκη με την οικογένειά του στην Ελλάδα, αλλά και την ελληνική κοινότητα της Τύνιδας προέρχονται τόσο από την ελληνική πλευρά, όσο και από την τυνησιακή. Η Ευγενία Στραβελάκη στην μαρτυρία της, που ήδη αναφέραμε παραπάνω, αναφέρεται σε ένα περιστατικό κατά το οποίο τα δύο αδέλφια, Γιάννης και Γεώργιος, ψάχνουν τον τρίτο τους αδελφό, Κωσταντή, ο οποίος παρέμεινε βρέφος στη Χίο, κατά τα γεγονότα της σφαγής (σημ. 35).
«Έπειτα ο Γιάννης είπε του Γιώργη. Έχομεν και αδελφόν, που μπορεί να ’ναι φτωχός. Δεν πρέπει να τον ζητήσομεν να δούμε ίσως σώζεται;»
Αντιλαμβανόμαστε από τα παραπάνω λόγια πως ο Γιάννης είχε σαφώς πιο έντονες μνήμες από το νησί και την οικογένειά του, καθώς είχε αιχμαλωτιστεί σε ηλικία 14 ετών. Αναμφίβολα, στα δύσκολα χρόνια της αιχμαλωσίας, αλλά και στην εποχή της ανέλιξης στα αξιώματα της Τυνησίας ο Γιάννης θα λειτουργούσε ως ασπίδα προστασίας για τον μικρότερό του αδελφό. Αυτή η σχέση και συνεργασία των δύο αδελφών διατηρήθηκε μέχρι και το θάνατο του Γιάννη Στραβελάκη.
Οι αδελφοί από την Τύνιδα απέστειλαν επίσημους απεσταλμένους στο νησί της Χίου το 1944 προκειμένου να αναζητήσουν τον Κωσταντή και να τον φέρουν στην Τύνιδα. Η έκπληξη του Κωσταντή ήταν πολύ μεγάλη, όπως επίσης και ο φόβος του, αλλά η επιμονή των απεσταλμένων έκαμψε τις αντιστάσεις του (σημ. 36). Ενδεικτικό του φόβου του Κωσταντή για το μακρινό ταξίδι και την τύχη της οικογενείας του που άφηνε πίσω αποτελεί το γεγονός πως πριν φύγει έκανε τη διαθήκη του και κοινώνησε (σημ. 37). Στην Τύνιδα η υποδοχή του Κωσταντή ήταν μεγαλοπρεπής και ασφαλώς η συνάντηση των τριών αδελφών εξαιρετικά συγκινητική, ιδιαιτέρως μάλιστα, όταν πληροφορούνται το θάνατο της μητέρας τους (σημ. 38).
Η διήγηση της Ευγενίας Στραβελάκη μας δίνει την πληροφορία πως ο Γιάννης Στραβελάκης σκεφτόταν να πάει στην Κωνσταντινούπολη και να ζητήσει από τον Σουλτάνο να απαλλάξει το νησί της Χίου από τη φορολογία (σημ. 39). Αυτό δεν επιβεβαιώνεται από
τις ιστορικές πηγές της Τύνιδας επισήμως. Παρ’ όλα αυτά θα πρέπει να ήταν μία σκέψη του Γιάννη Στραβελάκη που συζητούσε με τον αδελφό του, Γεώργιο κατ’ ιδίαν και την οποία όμως δεν κατάφερε να υλοποιήσει, καθώς τον πρόλαβε ο θάνατος.
Ο Κωσταντής Στραβελάκης θα επιστρέψει στην Χίο προκειμένου να παραλάβει την οικογένειά του και να επισκεφθούν εκ νέου την Τύνιδα (σημ. 40). Η ίδια η Ευγενία Στραβελάκη αναφέρει πως επισκέφθηκε την Τύνιδα το 1861 μαζί με τον άνδρα της Λαμπρινό Στραβελάκη, το γιο του Κωσταντή Στραβελάκη, όπου και παρέμειναν για δύο χρόνια. Η Χατζηευγενία μας πληροφορεί πως της έκανε βαθύτατη εντύπωση η έντονη θρησκευτική πίστη των μουσουλμάνων της τυνησιακής αυλής (σημ. 41). Επιπλέον, αναφέρεται στην παρουσία και άλλων Χιωτών στο παλάτι του Βardo, οι οποίοι είχαν ανέλθει σε διάφορα αξιώματα (σημ. 42).
Από τις τυνησιακές πηγές πληροφορούμαστε πως ο Mustapha Khaznadar διατηρούσε έντονες τις αναμνήσεις από το νησί της Χίου, είχε επαφές με την εκεί οικογένειά του και επίσης είχε στείλει 10.000 riyals από το κρατικό ταμείο προκειμένου να σπουδάσει τα ανίψια του από την Χίο στο Παρίσι (σημ. 43).
Πολύ σημαντική, επίσης, ήταν η συμβολή των δύο Χιωτών αδελφών στην ζωή της ελληνικής κοινότητας της Τύνιδας. Στην αφήγηση της Ευγενίας Στραβελάκη αναφέρεται πως ο Γιάννης Στραβελάκης παρέμεινε χριστιανός και έκτισε δύο εκκλησίες: τον Άγιο Γεώργιο και τον Άγιο Ιωάννη (σημ. 44). Ο Άγιος Γεώργιος βρίσκεται στην καρδιά της Τύνιδας, πίσω από τον καθεδρικό ναό των Καθολικών (Αρχιεπισκοπή) στην 5 rue de Rome. Εντύπωση προκαλεί η εγγύτητα του ναού με το παλάτι του Mustapha Khaznadar. Στο ναό του Αγίου Γεωργίου και πιο συγκεκριμένα μέσα στο πνευματικό κέντρο του ναού υπάρχει τιμητική επιγραφή για τον Mustapha Khaznadar της ελληνικής κοινότητας της Τύνιδας. Η επιγραφή φέρει την ημερομηνία Κατά μήνα Ιούλιον 1917 (1 Σεπτ. 1917). Στο κείμενο διαβάζουμε: «Εις μνήμην διηνεκή και αϊδίου ευγνωμοσύνης τέκμαρσιν/τω/χριστιανών μεν γεννητόρων γόνω εν δε καιροίς κρισίμοις προς αλλοτρίαν μεταπεσόντι πίστιν/Μουσταφά των Χασναδάρη/[εκ του των Χίων Χαλκιάδων ή Στραβελάκηδων γένους]/ώπερ/η τε καθόλου εν Τύνιδι ομογενής παροικία πλείσθ’ όσα ώφληκε/ και αυτό δε το ιερόν τόδε της Ορθοδοξίας τέμενος την αυτού αναφέρει υπόστασιν/ η ελληνίς εν τη παρά τον Τύνητα πόλει επιλογάς/ως μεγάλω αυτήν ευεργέτη/τήδε τη πλάκα ανατίθησι. Η επιγραφή κάτω αριστερά φέρει την υπογραφή M. Funaro. Πρόκειται για τον ιταλό εβραϊκής καταγωγής γλύπτη, Fumaro, ο οποίος
εγχάραξε την επιγραφή.
Σχετικά με τη δεύτερη εκκλησία, τον Άγιο Ιωάννη, η Ευγενία Στραβελάκη αφηγείται πως επρόκειτο για μία εκκλησία στο ελληνικό κοιμητήριο, η οποία πωλήθηκε μαζί με το χώρο του κοιμητηρίου στους Γάλλους προκειμένου αυτή να γίνει τελωνείο την εποχή της παραμονής της στην Τύνιδα (1861) (σημ. 45).
Το 1868 ο πρόξενος του ελληνικού κράτους στη Χίο, Σπυρίδων Λογιωτατίδης έλαβε την πρωτοβουλία να στείλει επιστολή στον Mustapha Khaznadar για να του θυμίζει την ανάγκη για τη δημιουργία των προξενικών σχέσεων μεταξύ της Τυνησίας και του Βασιλείου της Ελλάδος (σημ. 46). Στην επιστολή του, ο πρόξενος αναφέρει πως ο ίδιος γνώριζε τα φιλελληνικά συναισθήματα του Khaznadar μέσα από τις συστάσεις ενός κατοίκου της Χίου, που ονομαζόταν Μιχαήλ Κουτσούδης, ο οποίος είχε εμπορικές σχέσεις με το μπεηλίκι της Τύνιδας (σημ. 47). Άγνωστο γιατί, ο Mustapha Khaznadar δεν ανταποκρίθηκε σε αυτή την επιστολή. Ίσως οι σημαντικές οικονομικές εξελίξεις της Τυνησίας να μην του άφησαν χρόνο να ασχοληθεί με αυτό το θέμα.
Συμπέρασμα
Είναι δύσκολο να γίνει σε αυτή τη συνάφεια μια αμερόληπτη κρίση για το πρόσωπο του Γιώργου Στραβελάκη ή Mustapha Khaznadar, αν λάβουμε υπόψη τις πολυάριθμες οικονομικές κερδοσκοπίες και σκάνδαλα στα οποία υπέπεσε. Είναι βέβαιο, πως ο Khaznadar γεννήθηκε σε ταραγμένα χρόνια εξαιτίας των οποίων η ζωή του ανατράπηκε εκ θεμελίων. Από αιχμάλωτο παιδί της σφαγή της Χίου είχε την τύχη να οδηγηθεί στην αυλή του μπέη της Τύνιδος και την ικανότητα να ανελιχθεί στο υψηλότερο αξίωμα μετά από αυτό του μπέη. Σχεδόν για σαράντα χρόνια κυβέρνησε με σταθερό χέρι τις κρατικές υποθέσεις επισκιάζοντας πολλές φορές τους ίδιους τους μπέηδες.
Βέβαια, αυτή του η ισχύς δεν τον απάλλαξε από προβλήματα που προκλήθηκαν κυρίως από τις ίδιες τις επιλογές του. Άνθρωπος του καιρού του, ο Khaznadar φαίνεται πως έζησε τη ζωή του σε κάθε βαθμό έντασης. Εντούτοις, θα ήταν άδικο να αποδοθούν όλες οι ευθύνες στον Mustapha Khaznadar και να απαλλαχθούν οι τρεις μπέηδες, αλλά και όλοι οι ανώτεροι υπάλληλοι της κυβέρνησης. Αναμφίβολα, ο Mustafa Khaznadar θα πρέπει να χρησιμοποίησε τη λεπτή νοημοσύνη του για να εξασφαλίσει μια τέτοια υπεροχή πάνω στους τρεις μπέηδες της Τυνησίας. Μέσα από την προσαρμοστικότητά του στις εναλλασσόμενες
συνθήκες της περιόδου πέτυχε να διατηρηθεί στην εξουσία, ενώ παράλληλα κράτησε τις ισορροπίες της χώρας του στο διεθνές πολιτικό σκηνικό της εποχής.
ΠΗΓΗ https://www.archaiologia.gr/