Γεώργιος Χαλκιάς-Στραβελάκης (Mustapha Khasnadar) (مصطفى خزندار)
Κατά έναν περίεργο τρόπο η ιστορία της Χίου της Οθωμανικής περιόδου συνδέεται με εκείνη της Τυνησίας της ίδιας περιόδου. Κοινός παρονομαστής των δύο χωρών αποτελεί ένα πρόσωπο. Πρόκειται για τον Mustafa Khaznadar ή αλλιώς Γεώργιο Χαλκιά-Στραβελάκη
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
Η πρώτη μου επαφή με το πρόσωπο του Mustafa Haznadar υπήρξε τυχαία και εντελώς ανυποψίαστη. Μία επιχρωματισμένη φωτογραφία του στα υπόγεια της Ιστορικής Βιβλιοθήκης «Κοραής» στη Χίο και μία επιγραφή στα ελληνικά που βρίσκεται στο πνευματικό κέντρο του ελληνορθόδοξου ναού του αγίου Γεωργίου της Τύνιδας στάθηκαν ικανά να πυροδοτήσουν την έναρξη μίας έρευνας γύρω από το πρόσωπο του Γεωργίου Στραβελάκη.
Τα πρώιμα χρόνια
Η μοίρα του Γεωργίου Στραβελάκη ή Χαλκιά υπήρξε απόλυτα συνδεδεμένη με την καταστροφή της Χίου από τους Τούρκους το 1822. Ο Στραβελάκης γεννήθηκε το 1817 στα Καρδάμυλα της Χίου από Έλληνες γονείς. Το ελληνικό του όνομα ήταν Γεώργιος Στραβελάκης-Χαλκιάς. Οι γονείς του υπήρξαν ο Στεφανής Στραβελάκης και η Ειρήνη. Τον Ιανουάριο του 1822, οι Χιώτες εξεγέρθησαν εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας διεκδικώντας την
απελευθέρωσή τους. Το αποτέλεσμα ήταν ο σουλτάνος να στείλει στη Χίο έναν στρατό αποτελούμενο από 10.000 στρατιώτες, προκειμένου να καταπνίξει την εξέγερση. Οι συνέπειες της επανάστασης είναι γνωστές και υπήρξαν τραγικές για τους κατοίκους της Χίου, καθώς περίπου είκοσι χιλιάδες κάτοικοι σφαγιάσθηκαν, ενώ πολλά γυναικόπαιδα μεταφέρθηκαν στα σκλαβοπάζαρα (σημ. 2).
Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα της γενικής καταστροφής, ο Γεώργιος Στραβελάκης ακολουθεί τη μοίρα των συμπατριωτών του. Για τα γεγονότα της αιχμαλωσίας του και της τελικής κατάληξής του στην Τυνησία έχουμε μία πολύτιμη ελληνική πηγή. Πρόκειται για την μαρτυρία της Χατζηευγενίας Στραβελάκη, της νύφης του τρίτου αδελφού του Γεωργίου Στραβελάκη, του Κωσταντή, ο οποίος διέφυγε της σφαγής και παρέμεινε στην Χίο.
Η Χατζηευγενία διηγείται πως, όταν ο τουρκικός στρατός έφτασε στη Χίο, ο Στεφανής Στραβελάκης κατέφυγε στο νεκροταφείο της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας στα Καρδάμυλα (σημ. 3).
«Τότες στα ’21 ήταν κρυμμένοι στην Αγιά-Μαρίνα ο πατέρας του πεθερού μου, ο Στεφανής ο Στραβελλάκης, εις τα μνήματα μέσα της εκκλησιάς. Ήταν δική του η εκκλησιά» (σημ. 4).
Οι Τούρκοι ζήτησαν από τους Έλληνες που κρύβονταν να παραδοθούν και να προσκυνήσουν. Μεταξύ αυτών που κατέβηκαν για να παραδοθούν ήταν και η γυναίκα του Στεφανή Στραβελάκη, η Ειρήνη, μαζί με τα δύο της μεγαλύτερα παιδιά, τον Γιώργο και τον Γιάννη, ενώ δεν πήρε μαζί της τον τρίτο γιο της, τον Κωσταντή (σημ. 5).
«Η μητέρα του πεθερού μου τότες επήρεν τα δύο παιδιά, το Γιώργη και τον Γιάννη και επήγεν να προσκυνήσει. Ο Κωνσταντής, ο πιο μικρός, έμεινε».
Ο Γιάννης ήταν 14 και ο Γιώργος 5 ετών. Ο μεγαλύτερος μάλιστα έψελνε στην εκκλησία, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η πληροφορία πως επρόκειτο για πολύ όμορφα παιδιά, γεγονός που ίσως απέβη καθοριστικό για τη μετέπειτα εξέλιξη της ζωής τους (σημ. 6).
«…και τα δύο ομορφόπαιδα σαν αγγελούδια»
Τα γυναικόπαιδα τελικά αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν στη Χώρα. Περνώντας από την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, ο πατέρας τους, ο οποίος είχε κρυφτεί στο νεκροταφείο, βλέποντας τα παιδιά του και τη γυναίκα του αιχμαλώτους, αποκαλύφθηκε και παρακάλεσε τους Τούρκους να τους αφήσουν, ανταλάσσοντας τον εαυτό του στη θέση τους. Παρ’ όλα αυτά, επειδή οι διαταγές ήταν ρητές, δεν
εισακούστηκε και σφαγιάσθηκε επιτόπου (σημ. 7). Τα παιδιά και η μητέρα τους οδηγήθηκαν αρχικά στη Σμύρνη, όπου και παρέμεινε η μητέρα και ακολούθως τα δύο αδέλφια πωλήθηκαν και οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη (σημ. 8). Στην Πόλη τα παιδιά πωλήθηκαν εκ νέου σε απεσταλμένους του μπέη της Τύνιδας Hussein (1824-1835) στον οποίο και εστάλησαν ως δώρο.
Είναι χαρακτηριστική στην αφήγηση της Χατζηευγενίας Στραβελάκη η αγωνία της μητέρας των δύο αγοριών (σημ. 9), η οποία τους έδινε ευχή και κατάρα να μην τουρκέψουν και να μην χωρίσουν ποτέ. Μάλιστα, έχει διασωθεί ένα μοιρολόι που τους έλεγε:
«Τούτην τη νύχταν κι άλλη μια / θα σας θωρρώ, κι απέκει πια… / ω Γιώργη μου και Γιάννη μου, / πανώριο μου ζευγάρι» (σημ. 10)
Βέβαια, παρ’ όλα αυτά η ζωή τα έφερε διαφορετικά και τα δύο παιδιά αναγκάστηκαν να αλλάξουν όνομα και θρησκεία ζώντας μέσα στην αυλή των μπέηδων της Τύνιδας.
Τα χρόνια στην Τυνησία
Ο μπέης Hussein εισήγαγε τον νεαρό μαμελούκο (σημ. 11) Γεώργιο Στραβελάκη στον κύκλο του ανιψιού του Ahmad, με τον οποίο οι σχέσεις ήταν σχεδόν αδελφικές, καθώς τα δύο παιδιά μεγάλωσαν μαζί. Μάλιστα, υπάρχει η πληροφορία πως η μητέρα του Ahmad φερόταν στον Γεώργιο Στραβελάκη σαν να ήταν εγγόνι της (σημ. 12). Ο μικρός Γεώργιος Στραβελάκης λαμβάνει το μουσουλμανικό όνομα Mustapha, ενώ ο αδελφός του Γιάννης ονομάζεται Ahmad. Ο πρίγκιπας Ahmad όρισε για τον νεαρό Mustapha δύο δασκάλους: τον σεΐχη Abu Zayd ‘Abd Al-Rahman Al-Kamil και τον σεΐχη Mustafa Bu Ghazli, οι οποίοι του δίδαξαν αραβικά και τον εισήγαγαν στις βάσεις του ισλαμικού πολιτισμού (σημ. 13). Μολονότι ο Γεώργιος Στραβελάκης διατήρησε τις μνήμες της ελληνικής προέλευσής του, ασπάσθηκε το Ισλάμ, είχε ξεχάσει εντελώς τη μητρική γλώσσα του, ενώ κατανοούσε την ιταλική γλώσσα, η οποία ομιλούνταν αυτήν την περίοδο στην αυλή των Χουσεϊνιδών στο Bardo (σημ. 14).
Ο Khaznadar ήταν σύμφωνα με τις τυνησιακές πηγές ένας ευφυές, ανοιχτόμυαλο άτομο και εντυπωσιακά προσαρμοστικό στις περιστάσεις. Γι’ αυτό το λόγο από την ηλικία των 20 ετών πέτυχε να ανέλθει στην υψηλότερη βαθμίδα του κράτους, όπου επρόκειτο να παραμείνει για τα επόμενα 36 έτη. Πιθανώς, θα είχε κρατήσει αυτό το αξίωμά του μέχρι το θάνατό του
στην Τύνιδα το 1878, εάν η επέμβαση των Γάλλων πρακτόρων δεν είχε επιφέρει την πτώση του στις 21 Οκτωβρίου του 1873 (σημ. 15).
Το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πολιτικής του σταδιοδρομίας του είναι ότι υπήρξε διαδοχικά πρωθυπουργός για τρεις μπέηδες: τον Ahmad (1837-55), τον Muhammad (1855-9) και τον Muhammad al-Sadik (1859-73). Μάλιστα, οι ιστορικοί μιλούν για μία σταδιακά αυξανόμενη δύναμη του Khaznadar, η οποία συγχρόνως είχε ως αποτέλεσμα να δίνει στον εκάστοτε μπέη την εντύπωση ότι ήταν ο πραγματικός κυβερνήτης.
Εξαρχής, ο μπέης Ahmad τον επέλεξε να είναι ο προσωπικός γραμματέας και σύμβουλός του, και τον προήγαγε στη συνέχεια σε θησαυροφύλακα των κρατικών οικονομικών. Άλλωστε, η λέξη khaznadar σημαίνει στα αραβικά θησαυροφύλακας (σημ. 16). Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός της λήψης αυτής της θέσης από τον Γεώργιο Σταβελάκη, καθώς ήταν ήδη υπεύθυνος για τα προσωπικά οικονομικά του πρίγκιπα Ahmad, προτού ο τελευταίος γίνει μπέης. Ο Στραβελάκης ανέλαβε τη θέση αυτή στις 10 Radjab 1253 (10 Οκτωβρίου 1837), ενώ έλαβε γρήγορα σε ηλικία μόλις 20 ετών τον τίτλο του πρωθυπουργού, τον οποίο και κράτησε μέχρι το θάνατο του μπέη στις 14 Ramadan 1271 (30 Μαΐου 1855) (σημ. 17).
Κατά τη διάρκεια αυτών των δεκαοκτώ χρόνων, προσπάθησε να αυξήσει την ισχύ του αξιώματός του, χωρίς ωστόσο να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε προφανή αλλαγή στο σύστημα διακυβέρνησης. Κατά την διάρκεια της πρώτης νομισματικής μεταρρύθμισης το 1847, η υπογραφή του εμφανίζεται στα διατάγματα που εκδίδονται δίπλα σε αυτή του μπέη σαν να ήταν συγκυβερνήτης. Επίσης, είχε αρκετή επιρροή πάνω στον μπέη ώστε να τον αποτρέψει από το να καταδικάσει σε θάνατο έναν επαρχιακό κυβερνήτη. Επιπλέον, είναι αλήθεια ότι ο γάμος του με την αδελφή του μπέη, την Lalla Kalthum (σημ. 18) το 1839 ενίσχυσε τις οικογενειακές σχέσεις του Khaznadarμε την οικογένεια του μπέη, γεγονός που ευνόησε τις περαιτέρω παρεμβάσεις του στην διακυβέρνηση της χώρας (σημ. 19).
Μετά το θάνατο του Ahmad μπέη στην εξουσία ανήλθε ο Muhammad μπέης (1855-1859). Σε αυτή την περίοδο ο Mustapha Khaznadar χρειάστηκε να δράσει με διαφορετικούς τρόπους προκειμένου να διατηρήσει τη θέση του. Είναι γεγονός πως ο Khaznadar υπέστη ένα πλήγμα στο αξίωμά του, αλλά εξαγοράζοντας με χρυσό τους παλαιούς υποστηρικτές του μπέη και έχοντας την ικανότητα να προσαρμοστεί στους τρόπους του νέου ηγεμόνα κατάφερε να παραμείνει στην εξουσία. Εντούτοις, οι αποχρώσεις των αμοιβαίων σχέσεων του
Khaznadarμε τον μπέη Muhammad ήταν πολύ διαφορετικές από αυτές που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του προηγούμενου μπέη. Όταν, μάλιστα, ο μπέης Muhammadεξέδωσε ένα νέο χρυσό νόμισμα, το όνομα του Khaznadarδεν συνδέθηκε πλέον με το δικό του (σημ. 20). Συνεπώς, δεν προκαλεί κατάπληξη το γεγονός πως λίγο πριν το θάνατό του στις 24 Safar 1276 (22 Σεπτεμβρίου 1859), ο μπέης Muhammad είχε σταματήσει να του έχει εμπιστοσύνη (σημ. 21).
Η σχέση του Khaznadar με τον επόμενο μπέη, τον MuhammadAl-Sadik υπήρξε πολύ πιο ξεκάθαρη. Η εμπιστοσύνη που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους μπορεί να βασιστεί σε κάποια ενδεικτικά σημεία που βεβαιώνουν πως ο Mustapha Khaznadar είχε εξασφαλίσει ένα είδος «μαγικής» επιρροής πάνω στον μπέη. Ενδεικτική αυτής της κατάστασης είναι η εύστοχη παρατήρηση του στρατηγού Duchesne de Bellecourt, του Γάλλου προξένου στην Τυνησία, ο οποίος είπε τον Σεπτέμβριο του 1865 πως στο πρόσωπο του Mustafa Khaznadar αναγνώρισε τον πραγματικό απόλυτο κυβερνήτη της χώρας. Ποιος μπορούσε να αμφισβητήσει αυτό, από τη στιγμή που ο Khaznadar ήταν σε θέση να οργανώσει μια μικρής κλίμακας εξέγερση μέσα στο παλάτι προκειμένου να τοποθετηθούν οι επαναστάτες και στενοί του φίλοι σε θέσεις εξουσίας, όπως ήταν τα Υπουργεία
Εσωτερικών, Πολέμου και Ναυτικού; Μάλιστα, ο ίδιος ο Khaznadar κράτησε προσωπικά, εκτός από τη θέση του πρωθυπουργού, δύο ακόμη υπουργεία: το Υπουργείο των Εξωτερικών και των Οικονομικών (σημ. 22).
Όσον αφορά στην εξωτερική πολιτική, μπορεί να διαπιστωθεί ότι γενικά ακολούθησε μια ταλαντευόμενη πολιτική, η οποία ισορροπούσε μεταξύ των προξένων της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας και που δικαιολογείται από την προσπάθειά του να διατηρήσει την ανεξαρτησία της χώρας του. Μάλιστα, ο υμνητής του Khaznadar, ο ιστορικός Ed. Desfossés, τον υπερασπίζεται θερμά σε αυτό το σημείο. Πιο συγκεκριμένα, δηλώνει ότι «αντιστάθηκε στις δολοπλοκίες και τις απειλές της Υψηλής Πύλης, της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας και ήξερε πώς να αποτρέψει την κατάληψη της χώρας του από τα ξένα στρατεύματα και να διατηρήσει την κυριαρχική της ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της» (σημ. 23). Επίσης, ο Desfossés παρατηρεί πως ο Khaznadar ως Έλληνας, δεν είχε καμία φυσική κλίση προς την Τουρκία, και φαίνεται ότι επί μπέη Ahmad είχε συμφωνήσει με τον κύριό του να αντισταθεί στις αξιώσεις της Υψηλής Πύλης που ήθελε να θεωρείται ο μπέης υποτελής και απαιτούσε έναν ετήσιο φόρο (σημ. 24).
Ο φόβος του πως θα δει τη Γαλλία να εισβάλλει στην
Τυνησία, όπως είχε ήδη συμβεί με την Αλγερία, τον οδήγησε στο να επιδιώξει την υποστήριξη της γαλλικής πλευράς προκειμένου να αποτραπεί αυτός ο κίνδυνος. Ουσιαστικά, από 1856 και εντεύθεν αντιλήφθηκε την επιρροή της Μεγάλης Βρετανίας μέσα από τις εγκάρδιες σχέσεις του με το Βρετανό πρόξενο Richard Wood, ενώ μετά τον Δεκέμβριο του 1864 (σημ. 25) προχώρησε σε μία αποκατάσταση της γαλλικής επιρροής, έστω και μόνο προκειμένου να διατηρήσει τη θέση του. Εντούτοις, ήταν ο Wood που τον συμβούλεψε να αποκαταστήσει τις σχέσεις με την Υψηλή Πύλη και να ζητήσει από τον σουλτάνο Abd-al-Aziz ένα φιρμάνι με το οποίο θα ρυθμίζονταν οι σχέσεις με τον μπέη της Τύνιδας (σημ. 26).
Φαίνεται ότι κάποιος μπορεί να υποθέσει πως η εξωτερική πολιτική της Τυνησίας με τις πολλές διακυμάνσεις της είχε καθοδηγηθεί από τον ίδιο τον Mustapha Khaznadar, επηρεασμένη λίγο έως πολύ από τις επεμβάσεις των Γάλλων και Βρετανών προξένων. Οι ίδιοι οι μπέηδες φαίνεται πως ελάμβαναν ελάχιστες αποφάσεις, οι οποίες στηρίζονταν σε δικές τους πρωτοβουλίες.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΕ