Η Μούσα στην Νύσα
Ανήκει στη συλλογή της Ευαγγελικής Σχολής και βρίσκεται στην Αθήνα είναι μια μαρμάρινη κεφαλή ρωμαϊκών χρόνων. Σε έγγραφο του 1926 που παρουσίασε η κ. Χιδίδογλου στην ημερίδα, ο τότε διευθυντής του μουσείου Παναγιώτης Καστριώτης αναφέρει ότι ο στρατιωτικός ακόλουθος της βρετανικής πρεσβείας στη Σμύρνη, Λ. Μπάουερ, δώρισε την κεφαλή «παριστάνουσα δε πιθανώς Μούσα τινά» από το μουσείο της Ευαγγελικής Σχολής.
Το έργο, αναφέρεται στο έγγραφο, φέρει «ζωηρά ίχνη φωτιάς», εννοώντας τη φωτιά που κατέστρεψε τη Σμύρνη το 1922. Οπως μας λέει η κ. Χιδίρογλου, το μουσείο σκοπεύει να παρουσιάσει την κεφαλή στο κοινό στο πλαίσιο της δράσης «Αθέατο Μουσείο».

Αγνωστη είναι και η τύχη των αρχαιοτήτων που βρέθηκαν στις Κλαζομενές, την αρχαία πόλη της Ιωνίας. Ο Γεώργιος Οικονόμος ανέσκαψε τα αρχαία νεκροταφεία της πόλης και αποκάλυψε πλήθος ευρημάτων που παρέμειναν στη Μικρά Ασία.
«Αυτά μετακινήθηκαν στο μουσείο των Σάρδεων, όπου έχουμε και εκεί αναφορές για καταστροφή του μουσείου, θρυμματισμένες αρχαιότητες και για φύλλα βιβλίων διάσπαρτα στους αγρούς και στα βουνά της περιοχής.
Είναι ένα ερωτηματικό και αυτό», τονίζει η κ. Χιδίρογλου.
Στην Εφεσο, ο αρχαιολόγος Γεώργιος Σωτηρίου, και μετέπειτα διευθυντής του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών, ανέσκαψε τα οικοδομικά κατάλοιπα του ναού του Ιωάννου του Θεολόγου.
Η ανασκαφή πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της Αρχαιολογικής Εταιρείας και δαπάνες της Υπατης Αρμοστείας Σμύρνης.
Πάντως, όπως σημειώνει η κ. Χιδίρογλου, οι αρχαιολογικές έρευνες κινήθηκαν μακριά από το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής. Σκοπός τους, όπως αναφέρεται στο αρχαιολογικό δελτίο των ετών 1921-22, ήταν η «φύλαξις και συντήρησις των μνημείων» και η «διάσωσις και περισυλλογή των οπουδήποτε της μικρασιατικής χώρας εν υπαίθρω κατεσπαρμένων κινητών αρχαίων».
Οι αρχαιολογικές έρευνες στη Νύσα συνεχίζονται από Τούρκους αρχαιολόγους.
πηγη https://www.kathimerini.gr/