Μερος 2ο – Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΕΚΤΟΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ (Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΠΕΡΙ «ΑΠΟΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ» ΚΑΙ «ΓΚΡΙΖΩΝ ΖΩΝΩΝ»)

Ταξίαρχος Διερμηνέας εα Όθων Κυπριωτάκης
πτυχιούχος Νομικής Θεσσαλονίκης
Μερος 2ο
Το περιεχόμενο της Συνθήκης της Λωζάννης
Η διαπραγμάτευση και η τελική διατύπωση του κειμένου της συνθήκης και των
συμβάσεων της Λωζάννης αντικατοπτρίζει το πνεύμα ότι η «Οθωμανική Αυτοκρατορία», που
διαλύθηκε, και η Τουρκική Δημοκρατία μετά το 1923 προσυπέγραψαν τις συνθήκες Σεβρών
και Λωζάννης αντίστοιχα ως ηττημένες του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. (Το ίδιο έγινε με την
Αυστρία και Ουγγαρία ως διάδοχα κράτη της αυτοκρατορίας, που επίσης διαλύθηκε).
Οι νικητές σύμμαχοι του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, δεν επιθυμούσαν ο Κεμάλ να
επιτρέπει ανεξέλεγκτη κάθοδο των Σοβιετικών του συμμάχου του Λένιν στη Μεσόγειο, δια
των Στενών. Η καχυποψία οδήγησε στην επιβολή στρατιωτικής φύσης μέτρων στην Ελλάδα
και την Τουρκία. Δεν επρόκειτο, λοιπόν, περί ελληνο-τουρκικής διαφοράς, αλλά για «λόγους
προστασίας της διεθνούς ειρήνης», για τους οποίους στη συνθήκη της Λωζάννης
προβλέφθηκε σύμβαση για τα Στενά και επιβλήθηκαν στρατιωτικά μέτρα σε κάποιες νήσους
του βορείου Αιγαίου, αλλά και προ πάντων στην ίδια την Τουρκία.
Πιο συγκεκριμένα, με το άρθρο 13 της συνθήκης της Λωζάννης, στην ελληνική
κυβέρνηση επιβάλλονται μέτρα (mesures στο γαλλικό κείμενο) μόνο ως προς τις νήσους
Λέσβο, Χίο, Σάμο και Ικαρία, ως εξής: α) Να μην εγκαθιστώνται ναυτικές βάσεις και μόνιμες
οχυρώσεις, και β) Να μην διατηρείται στρατιωτική δύναμη μεγέθους μεγαλύτερου από
απόσπασμα στρατευμένων, που μπορεί να εκπαιδεύεται επί τόπου, καθώς και δύναμη
χωροφυλακής και αστυνομίας, μεγέθους αναλόγου προς τις δυνάμεις που αναπτύσσονται
στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Η συνθήκη της Λωζάννης δεν περιέχει άμεσες διατάξεις για άλλες νήσους του Αιγαίου
υπό ελληνική (Θάσος, Σποράδες, Κυκλάδες και Κρήτη) ή ιταλική τότε κυριαρχία
(Δωδεκάνησα). Οι παραπάνω διατάξεις, καθώς και η συναφής παράγραφος ότι αμοιβαίως τα
πολεμικά αεροσκάφη της Ελλάδος δεν επιτρέπεται να υπερίπτανται του εδάφους της
Ανατολίας και τα τουρκικά των εν λόγω νήσων, επ’ ουδενί μπορούν να θεωρηθούν ότι
επιβάλλουν στην Ελλάδα «αποστρατιωτικοποίηση» ως προς τις νήσους. Κάθε αυθαίρετη
απόδοση της λέξης «mesures (μέτρα)» ως όρου με μεγάλο εύρος εφαρμογής, ώστε να
θεωρείται μερική ή ολική «αποστρατιωτικοποίηση» και μάλιστα να θεμελιώνει δικαίωμα υπέρ
της Τουρκίας, είναι αυτοδίκαια ανυπόστατη και δεν της δίδει το δικαίωμα να θεωρεί ότι,
«επειδή παραβιάζεται η συνθήκη, αίρεται η κυριαρχία της Ελλάδος».
Η Σύμβαση της Λωζάννης για τα Στενά
Η σύμβαση αυτή προβλέφθηκε από το άρθρο 23 της Συνθήκης της Λωζάννης και δεν
αφορούσε σε θέματα κυριαρχίας. Με αυτή, απαγορεύθηκε στην Τουρκία να προβεί σε
αποκλεισμό των Στενών. Το άρθρο 2 της σύμβασης είχε τις ελληνικές και τουρκικές νήσους
στην ίδια 3η παράγραφο, χωρίς να διαχωρίζει τις χώρες που ανήκουν. Και επίσης, το άρθρο
18 της Σύμβασης της Λωζάννης αναφερόταν όχι μόνο στα Στενά, αλλά και στις γειτονικές
ζώνες. Η αποστρατιωτικοποίηση κάλυπτε μόνο: α) Τμήμα των ακτών των Στενών σε
ικανοποιητικό βάθος (προσβάσεις Αιγαίου, Δαρδανέλλια, θάλασσα Μαρμαρά, Βόσπορο),
πλην της ίδιας της Κωνσταντινουπόλεως, και β) Στο Αιγαίο: τις Λήμνο και Σαμοθράκη, και
Ίμβρο, Τένεδο και Λαγούσες.
Συνεπώς, δεν υπήρξε άμεση αποστρατιωτικοποίηση από την ίδια τη Συνθήκη της
Λωζάννης για τις νήσους Λήμνο και Σαμοθράκη, αλλά έμμεση μέσω της σύμβασης. Υπό την
έννοια αυτή, η ειδική αυτή σύμβαση υποκατέστησε τις ήπιες διατάξεις της Διακοίνωσης των
Δυνάμεων του 1914 και της Συνθήκης των Σεβρών (άρθρα 84, 161 και 178), με
αυστηρότερες απαγορεύσεις (αποστρατιωτικοποίηση αντί εγγυήσεων).
Κάθε μορφή αποστρατιωτικοποίησης για το καθεστώς των Στενών έπαυσε, όμως,
από της ισχύος της Σύμβασης του Μοντραί της 20 Ιουλίου 1936, η οποία δεν περιέχει καμία
αντίστοιχη διάταξη. Στο προοίμιό της, η νεώτερη σύμβαση αναφέρει ρητά ότι οι χώρες
«απεφάσισαν να υποκαταστήσουν (στα γαλλικά substituer) με την παρούσα Σύμβαση τη
Σύμβαση που υπογράφηκε στη Λωζάννη την 24 Ιουλίου 1923…». Σε κανένα σημείο της
νεώτερης σύμβασης δεν υπάρχει ρητή διάταξη (ipsis verbis) ούτε υπονοείται μερική ισχύς
της καταργουμένης σύμβασης για κάποιο των συμβαλλομένων μερών. Η Σύμβαση της
Λωζάννης για το καθεστώς των Στενών δεν θεωρείται διεθνής συμφωνία εν ισχύι και δεν
καταχωρείται σε κανένα σχετικό κατάλογο παρά μόνο ως κείμενο ιστορικής αξίας. Συνεπώς η
υποκατάσταση της πρώτης από τη δεύτερη σύμβαση είναι πλήρης και οριστική.
Η ίδια η Τουρκία έχει επισήμως αποδεχθεί από το 1936 ότι η Σύμβαση της Λωζάννης
για το καθεστώς των Στενών έχει καταργηθεί. Δεν είχε αντιδράσει στη στρατιωτική κατάληψη
και χρησιμοποίηση όλων των ελληνικών νήσων του βορείου και ανατολικού Αιγαίου από τα
γερμανικά ναζιστικά στρατεύματα κατοχής. Καμία τουρκική κυβέρνηση (ούτε την περίοδο των
κρίσεων 1955, 1964, 1967) δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα της Ελλάδος να διατηρεί
στρατιωτικές δυνάμεις στη Λήμνο και τη Σαμοθράκη ή τις άλλες τέσσερις μεγάλες νήσους του
ΒΑ Αιγαίου. Οι «ανησυχίες» και απειλές της άρχισαν μετά το 1974. Βεβαίως από καμία
διάταξη δεν τίθεται σε αμφισβήτηση η ελληνική κυριαρχία.
Το καθεστώς της Δωδεκανήσου
Στην Ελλάδα ως μια από τις νικήτριες χώρες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου,
εκχωρήθηκε «πλήρης κυριαρχία» επί της Δωδεκανήσου από την Ιταλία, η οποία την είχε
καταλάβει το 1911 από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και στην οποία (Ιταλία) είχε εκχωρηθεί
με τη Συνθήκη των Σεβρών και οριστικά με τη συνθήκη της Λωζάννης το 1923. Η
Δωδεκάνησος αποτέλεσε βάση ιταλικών επιχειρήσεων κατά της Ελλάδος το 1940-41.
Μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας με τους Συμμάχους το 1943, η Δωδεκάνησος
καταλήφθηκε από τους Γερμανούς. Απελευθερώθηκε από συμμαχικά και ελληνικά
στρατεύματα υπό βρεταννική διοίκηση το 1944 (πλην μερικών νήσων). Επειδή οι Τούρκοι
δεν θέλησαν ποτέ να έλθουν σε άμεση ένοπλη αντιπαράθεση προς δυνάμεις του Χίτλερ, η
κατάληψη των ιταλοκρατούμενων εδαφών από τους Γερμανούς το 1943, ουσιαστικά διέσωσε
τις ελληνικές νήσους από τις τουρκικές ορέξεις. Ομοίως, η παρουσία των Γερμανών σε
λωρίδα του Έβρου (από το νυν αεροδρόμιο «Δημόκριτος» της Αλεξανδρουπόλεως μέχρι και
την περιοχή του Τριεθνούς, που είχε χαρακτηριστεί ως «Ουδετέρα Ζώνη») απέτρεψε τυχόν
κινήσεις των Τούρκων σε βάρος ελληνικών ηπειρωτικών εδαφών. Οι Βούλγαροι
απεχώρησαν από την ανατολική Μακεδονία και Θράκη το Σεπτέμβριο 1944 πριν ο
γερμανικός στρατός υποχωρήσει από την κυρίως Ελλάδα, ενώ όταν η Τουρκία κήρυξε τον
πόλεμο στη Γερμανία, το Φεβρουάριο του 1945, απέναντί της δεν υπήρχαν γερμανικές
δυνάμεις, αλλά σοβιετικές στη Βουλγαρία και ελληνικές στον Έβρο.
Από την άλλη πλευρά, ο υπουργός Εξωτερικών της ΕΣΣΔ Μολότωφ, σύμφωνα με
οδηγίες του Στάλιν, συνέδεσε την εκχώρηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, με την ανάθεση
στην ΕΣΣΔ εντολής για το πρώην ιταλικό προτεκτοράτο της Λιβύης. Τελικώς, μετά από
συνεννόηση των μεγάλων νικητών (ΕΣΣΔ, Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ), την 27 Ιουνίου
1946 η Σοβιετική Ένωση με δήλωσή της στη Διυπουργική Διάσκεψη αποδέχθηκε την
εκχώρηση πλήρους κυριαρχίας της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα, χωρίς αναβλητικές ή
ανατρεπτικές ρήτρες, με μοναδικό αλλά μη-αναβλητικό όρο την αποστρατιωτικοποίηση των
νήσων (προαναφερόμενος ορισμός).
Η κυριαρχία που εκχωρήθηκε με το άρθρο 14 της Συνθήκης των Παρισίων με την
Ιταλία του 1947, αφορά ονομαστικά στις νήσους 1) Αστυπάλαια, 2) Ρόδο, 3) Χάλκη, 4)
Κάρπαθο, 5) Κάσο, 6) Τήλο, 7) Νίσυρο, 8) Κάλυμνο, 9) Λέρο, 10) Πάτμο, 11) Λειψούς, 12)
Σύμη, 13) Κω και 14) Καστελλόριζο και ρητά στις παρακείμενες μικρονήσους.
Εφ’ όσον η Ελλάδα κατέστη ειδικός διάδοχος της Ιταλίας ως προς τη Δωδεκάνησο,
ισχύουν γι’ αυτήν όχι μόνο η αρχική εκχώρηση της Δωδεκανήσου από την Οθωμανική
Αυτοκρατορία στην Ιταλία (συνθήκες Σεβρών και Λωζάννης), αλλά και τα συμφωνημένα
μεταξύ Ιταλίας και Τουρκίας την περίοδο 1911-47, εν οις και το θέμα των θαλασσίων
συνόρων μεταξύ τους του 1932 (Συνθήκες Ιταλίας-Τουρκίας της 4 Ιανουαρίου 1932 για το
Καστελλόριζο, και της 28 Δεκεμβρίου 1932 για τις λοιπές νήσους). Η γραμμή των συνόρων
μεταξύ Ελλάδος (Δωδεκανήσου) και Τουρκίας, αντίγραφο των συνθηκών Ιταλίας/Τουρκίας
του 1932, καταγράφεται αναλυτικά στο άρθρο 2 του Νόμου 518/9 Ιανουαρίου 1948, ΦΕΚ 7
τεύχος Α’ για την «Προσάρτηση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα». Η αναλυτική κατάσταση
των νήσων και νησίδων της Δωδεκανήσου περιλήφθηκε στον ελληνικό Νόμο 547/14
Φεβρουαρίου 1948, ΦΕΚ 39 τεύχος Α’ «Πίνακας Νήσων, Νησίδων και Νησιδίων
Δωδεκανήσου». Κανένας από τους δύο Νόμους δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από την Τουρκία.
Η Τουρκία εγκαλεί τη χώρα μας ότι παραβιάζει τη συνθήκη των Παρισίων του 1947
εφ’ όσον διατηρεί στρατιωτικές δυνάμεις στη Δωδεκάνησο. Βεβαίως, η γείτων δεν έχει κανένα
δικαίωμα από το διεθνές δίκαιο να ζητά τη λήψη μέτρων κατά της χώρας μας ή να
επικαλεσθεί την παρουσία στρατευμάτων για να δικαιολογήσει αμφισβήτηση της κυριαρχίας
ή μια εισβολή, επειδή κατά τη γνώμη της η Ελλάδα παραβιάζει μια διεθνή συνθήκη:
α) Η Τουρκία δεν νομιμοποιήθηκε για να διεκδικήσει τη Δωδεκάνησο, γιατί δεν
διέκοψε ποτέ τις διπλωματικές σχέσεις και δεν κήρυξε τον πόλεμο στη φασιστική Ιταλία πριν
το Σεπτέμβριο 1943, ώστε να είναι σύμφωνα με τη Συνθήκη των Παρισίων (άρθρο 88 §1)
«μέλος του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών, σε πόλεμο με την Ιταλία». Η Τουρκία δεν
υπέγραψε καμία των συμφωνιών των Παρισίων ανάμεσα στους νικητές και τους ηττημένους
του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
β) Σύμφωνα με το άρθρο 89 της Συνθήκης των Παρισίων, «Οι διατάξεις της… δεν
θα παρέχουν κανένα δικαίωμα ή ωφέλεια σε κανένα Κράτος αναγραφόμενο στο προοίμιο της
Συνθήκης ως μια των Συμμάχων ή Συνασπισμένων Δυνάμεων ή στους υπηκόους του, μέχρις
ότου το Κράτος αυτό να καταστεί μέρος στη Συνθήκη». Πολύ περισσότερο, δεν παρέχουν
δικαίωμα ή ωφέλεια σε μια χώρα, που δεν υπέγραψε τη Συνθήκη.
γ) Κατά τη Σύμβαση για το Δίκαιο των Συνθηκών, που έχει συναφθεί στη Βιέννη
την 23 Μαΐου 1969, η συνθήκη των Παρισίων με την Ιταλία δεν δημιουργεί ούτε υποχρεώσεις
ούτε δικαιώματα για ένα τρίτο κράτος (άρθρο 34), για το οποίο ούτε προέβλεψε κάτι ρητώς
ούτε η χώρα αυτή το αποδέχθηκε εγγράφως (άρθρο 36). Η αποστρατιωτικοποίηση της
Δωδεκανήσου δεν αφορά στην Τουρκία, είναι θέμα μεταξύ τρίτων (res inter alios acta).
δ) Το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης της Δωδεκανήσου επιβλήθηκε για να
ικανοποιηθεί η ΕΣΣΔ και δεν επηρεάζει την ελληνική κυριαρχία επ’ αυτών. Ως εκ τούτου
έχασε την αιτία ύπαρξής του (raison d’être) ήδη από το 1949 με την ίδρυση του ΝΑΤΟ και
αργότερα του τέως Συμφώνου της Βαρσοβίας. Καμία αναφορά σε «αποστρατιωτικοποίηση»
δεν υπάρχει στο «Πρωτόκολο στη Συνθήκη του Βορείου Ατλαντικού για την Προσχώρηση
της Ελλάδος και της Τουρκίας» C7-D/27 (Final-(Τελικό)) της 9 Νοεμβρίου 1951.
Ατυχώς, η Νομική Υπηρεσία του ΝΑΤΟ υπό τουρκικές πιέσεις, έχει επανειλημμένα
γνωμοδοτήσει ότι τέτοιες διατάξεις εκφεύγουν της αρμοδιότητας του διεθνούς οργανισμού και
πρότεινε σε μη-πολεμικές καταστάσεις (σχεδίαση/ασκήσεις) να μην γίνεται χρήση τέτοιων
περιοχών.
Σε άλλες περιπτώσεις, το ΝΑΤΟ χρηματοδότησε προγράμματα σε τέτοιες
τοποθεσίες, με έγκριση της Νομικής Υπηρεσίας (πχ Radar Λήμνου) για μελλοντική πολεμική
χρήση. Πολύ περισσότερο, ένας τέτοιος αμυντικός περιορισμός απέβαλε τη σημασία του
μετά τη διάλυση της τέως ΕΣΣΔ (1991), χώρας που είχε ζητήσει την αποστρατιωτικοποίηση.
Η ΠΟΝΗΡΗ «ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ» ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρξε και η Τουρκία είναι κράτη-άρπαγες.
Οποτεδήποτε η εσωτερική ανάπτυξή της σταματά, η Τουρκία στρέφεται κατά των γειτόνων
της, απαιτώντας να μοιρασθεί τη γη και τον πλούτο τους (Κύπρος, Ιράκ, Συρία και Ελλάδα).
Αντίθετα προς τα λεγόμενα μεγάλης μερίδας ερευνητών, η Τουρκία δεν έχει ενιαία και σαφή
εξωτερική πολιτική. Είναι καιροσκόπος και επιτήδειος ουδέτερος. Δεν προχωρεί σε
στρατιωτικές επιχειρήσεις εάν δεν υπάρχει ουσιαστική διαίρεση στο εσωτερικό άλλων χωρών
(πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, πόλεμος του Κόλπου, εμφύλιος στη Συρία).
Η υποτιθέμενη ευκολία με την οποία ο Κεμάλ εξεδίωξε τα ξένα στρατεύματα πλην των Ελλήνων
από τη Μικρά Ασία, της δημιούργησε την εντύπωση ότι μπορεί να δρα κατά περίπτωση.
Όπως διευκρινίσθηκε, η Τουρκία δεν είχε στο παρελθόν αμφισβητήσει τις διεθνείς
συμφωνίες και την Ελληνική Νομοθεσία για τα σχετικά θέματα. Αντίθετα, αποδέχθηκε τα
υφιστάμενα σύνορα και της αναγνωρίσθηκαν μόνο οι νήσοι εντός των τριών ναυτικών μιλίων
από τις ακτές της Μικράς Ασίας, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης, και συνεπώς, καμία
νήσος ή νησίδα δεν αφέθηκε εκτός συνθήκης («γκρίζες ζώνες»).
Η προσπάθεια ορισμένων κεμαλικών κύκλων, την οποία διαδέχθηκαν οι οπαδοί της
«Γαλάζιας Πατρίδας», έφθασε στα όρια του γελοίου, με τη διεκδίκηση νήσων, που ανήκαν
στην Ελλάδα ήδη από την αναγνώριση του νέου ελληνικού κράτους (Αργοσαρωνικός,
Κυκλάδες, Σποράδες).
ΚΑΠΟΙΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Σκοπός της παρούσας μονογραφίας δεν είναι να επαναλάβει τα βάσιμα ελληνικά
επιχειρήματα, έναντι της τουρκικής κακόβουλης παρερμηνείας των διεθνών συνθηκών.
Αποσκοπεί στο να εξηγήσει από μεταφραστικής πλευράς τις λέξεις-κλειδιά, που δεν δέχονται
διαφορετική ερμηνεία. Η διατύπωσή τους στο αγγλικό/γαλλικό πρωτότυπο ακολουθεί μια
διαχρονική παράδοση, αποδεκτή από τις χώρες-μέλη του ΟΗΕ.
Από πλευράς επιστημονικής, οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν στις συμφωνίες
(κυρίως γαλλικά πρωτότυπα) είναι καθοριστικές. Γίνεται αποδεκτό ότι οι νήσοι
κατακυρώθηκαν (assignées) στην Ελλάδα. Ζητήθηκαν από την Ελλάδα ήσσονος σημασίας
πράξεις (όπως mesures=μέτρα, garanties=εγγυήσεις, restrictions=περιορισμοί), ενώ σε
περίπτωση μη συμμόρφωσης της Ελλάδος οι Δυνάμεις θα ασκούσαν μόνο επιρροή
(influence), στην ελληνική κυβέρνηση. Καμία από τις παραπάνω διατυπώσεις και με κανένα
τρόπο δεν μπορούν να εκληφθούν σαν ανατρεπτικές ρήτρες ή προϋποθέσεις υπό τις οποίες
εκχωρήθηκε η πλήρης κυριαρχία της Ελλάδος επί των νήσων του Αιγαίου. Η ίδια η συνθήκη
της Λωζάννης δεν περιέχει κανένα τρόπο «συμμόρφωσης» των παραβατών, ούτε καν τις
προβλέψεις περί «επιρροής» της Διακοίνωσης των Δυνάμεων του 1914, την οποία
υποκατέστησε.
Άρα η Τουρκία δεν έχει κανένα δικαίωμα μονομερούς ενέργειας.
Την τρέχουσα περίοδο, η νεο-οθωμανική κυβέρνηση του Recep Tayyip Erdoğan
δυσκολεύεται να αποφασίσει εάν πρέπει να απορρίψει εξ ολοκλήρου τη βασικότερη των
συνθηκών, αυτή της Λωζάννης, ξεθεμελιώνοντας τη διεθνή ύπαρξη του τουρκικού κράτους
και αναζητώντας τη συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας («Γαλάζια Πατρίδα»), ή να
συνεχίσει το κεμαλικό ιδεώδες του εθνικού κράτους των Τούρκων. Σε αυτό, υποστηρικτή έχει
μόνο και εν μέρει τη Ρωσική Ομοσπονδία του Πούτιν, κατά τρόπο όμοιο με εκείνο της
συνεργασίας του Κεμάλ με τα Σοβιέτ του Λένιν. Κυριότερος λόγος αυτής της αφύσικης
συνεργείας είναι το γεγονός ότι αμφότερες, Ρωσία και Τουρκία, διεκδικούν για τον εαυτό τους
επικυριαρχία σε όλη την επικράτεια των πάλαι αυτοκρατοριών τους.
Το αυστηρό πλαίσιο των εν ισχύι συνθηκών δεν επιτρέπει αλλαγές στο περιβάλλον
του Αιγαίου. Η εξέταση από την Τουρκία ενδεχόμενης ανατροπής της Συνθήκης της
Λωζάννης και της Συνθήκης των Παρισίων προσκρούει στις πιθανές συνέπειες και την
ενδεχόμενη επαναφορά προηγούμενων ρυθμίσεων, όπως της Συνθήκης των Σεβρών, και
αυτό δεν αρέσει στην Τουρκία. Εάν η νεο-οθωμανική Τουρκία ήθελε να διακινδυνεύσει μια
τέτοια περίπτωση για να επεκτείνει τα σύνορά της (πχ εντός της Συρίας και του Ιράκ), θα
έπρεπε να προβλέψει τυχόν απαίτηση άλλων για παραχώρηση δικών της εδαφών. Ίσως γι’
αυτό ο επίδοξος σουλτάνος Erdoğan σταμάτησε τη ρητορική κατά των συνθηκών, την οποία
είχε άκομψα εντείνει κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα το 2017.
Σε ό,τι αφορά στην πραγματικότητα, η Τουρκία (δια των Ενόπλων Δυνάμεών της)
προβαίνει σε συστηματικές παραβιάσεις της Συνθήκης της Λωζάννης, ιδίως με υπερπτήσεις
τουρκικών αεροσκαφών άνω των ελληνικών νήσων στο βόρειο Αιγαίο και περιπολίας
πολεμικών σκαφών της σε διεθνή ύδατα. Στη Δωδεκάνησο προσπαθεί κυρίως σε ναυτικό
επίπεδο, γιατί το λεκτικό της Συνθήκης των Παρισίων δεν τη διευκολύνει να βρει αιτιολογίες.
Νομίζει ότι έτσι θα συμπαρασύρει την Ελλάδα σε μια «επανεξέταση» διεθνών συνθηκών,
αφού ισχυρίζεται ότι υπάρχει de facto κατάργησή τους με ενέργειες και των δύο πλευρών και
μάλιστα της Ελλάδος. Δηλαδή, αυτό που θέλει είναι κατάργηση των διεθνών συνθηκών
Λωζάννης και Παρισίων και νέα τοπική συνθήκη για το σύνολο των συνόρων της με την
Ελλάδα, χωρίς δυσμενείς γι’ αυτήν συνέπειες, πράγμα αδύνατο.
Τέλος, η Ελλάδα δικαιούται, χωρίς να παραβιάζει τις συνθήκες της Λωζάννης και των
Παρισίων και μετά την κατάργηση της ένοπλης Χωροφυλακής το 1984, να διατηρεί τμήματα
Ενόπλων Δυνάμεων στο ΒΑ Αιγαίο και στη Δωδεκάνησο, σύμφωνα με το άρθρο 51 του
Χάρτη του ΟΗΕ, για εκτέλεση αποστολών εσωτερικού χαρακτήρα, όπως η άμυνα και η
ασφάλεια των νήσων, τη στιγμή μάλιστα που η περιοχή είναι πολυνησιακή, με εκτεταμένη
ακτογραμμή, επί διεθνών ναυτιλιακών αξόνων και τουριστικός προορισμός εκατομμυρίων
αλλοδαπών και, εσχάτως, κύματος προσφύγων και παρατύπων μεταναστών.
Τελικά, η Τουρκία ακολουθεί μια επαμφοτερίζουσα πολιτική, που δεν βασίζεται ούτε
στο γράμμα ούτε στο πνεύμα του διεθνούς δικαίου.
Αυτό προκύπτει από απλή μελέτη των
διεθνών συμφωνιών. Η ρητορική αυτή έχει πλέον θέσει σε συναγερμό πλην της Ελλάδος και
το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία, που θεωρούν την Τουρκία εν δυνάμει εχθρό
τους (Middle East Eye, 5 Αυγούστου 2019).
Η τουρκική επιχειρηματολογία δεν αντέχει ούτε
σε απλή δοκιμασία. Και παρ’ ότι διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι «επικρατεί το δίκαιο του
ισχυροτέρου», η Ιστορία δικαιώνει, έστω και καθυστερημένα, όσους υπερασπίζονται το
πραγματικό δίκαιο.
Όθων Κυπριωτάκης για το vima365