Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΕΚΤΟΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ (Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΠΕΡΙ «ΑΠΟΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ» ΚΑΙ «ΓΚΡΙΖΩΝ ΖΩΝΩΝ»)

Ταξίαρχος Διερμηνέας εα Όθων Κυπριωτάκης
πτυχιούχος Νομικής Θεσσαλονίκης
Μερος 1α
(Σύνοψη άρθρου που δημοσιεύθηκε σε δύο φύλλα στην εφημερίδα «Εθνική Ηχώ» της
Ένωσης Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού την άνοιξη του 2020).
Με το θέμα ασχολούμαι από όταν ήμουν προϊστάμενος του Μεταφραστικού Γραφείου
του Γενικού Επιτελείου Στρατού (ΓΕΣ). Τότε ολοκλήρωσα μια διαδικασία υπηρεσιακών
εισηγήσεων για την επίσημη ορολογία των διεθνών συνθηκών (ιδίως της Λωζάννης-1923 και
των Παρισίων-1947). Η εμπειρία μου αυτή μου επιτρέπει να αναφερθώ στο λεξιλόγιο της
«αποστρατιωτικοποίησης» και των «γκρίζων ζωνών» και ιδιαίτερα στην επίμονη προσπάθεια
της Τουρκίας να προσδώσει περισσότερη σημασία σε μερικούς όρους, ώστε αφ’ ενός να
θεωρείται ότι η Ελλάδα είναι δεσμευμένη από βαριές υποχρεώσεις και αφ’ ετέρου να
δικαιολογείται η προσπάθειά της Τουρκίας να φέρει τη χώρα μας σε δυσχερή θέση με το
πρόσχημα ότι «παραβαίνει το διεθνές δίκαιο» και «απειλεί την ασφάλειά» της, για να
εξωθήσει σε διαπραγματεύσεις για τοπική ελληνο/τουρκική συνθήκη. Καμία, όμως, διάταξη
συνθήκης δεν επιτρέπει στην Τουρκία να δρα μονομερώς.
Η ΑΠΑΤΗΛΗ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ «ΑΠΟΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ»
Η λέξη αυτή (στα γαλλικά «démilitarisation» με ταυτόσημη απόδοση στη αγγλική
γλώσσα) εμφανίζεται σε διεθνή κείμενα κυρίως από τις αρχές του 20ού αιώνα και ιδίως μετά
τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω της επιθυμίας των τότε Μεγάλων Δυνάμεων να
δημιουργήσουν εδαφικές ζώνες χωρίς εγκατεστημένες στρατιωτικές δυνάμεις κατά μήκος
των συνόρων ορισμένων χωρών. Ήλπιζαν ότι έτσι θα ήταν αδύνατη η άμεση τριβή μεταξύ
αντιπάλων χωρών και θα αποθαρρυνόταν η επιθετική τάση.
Παρ’ ότι ο όρος «αποστρατιωτικοποίηση» αναγράφηκε σε συνθήκες ειρήνης του Α’
Παγκοσμίου Πολέμου και αποτέλεσε αντικείμενο ευρύτατης επιστημονικής συζήτησης, για
πρώτη φορά σε διεθνές κείμενο ο ορισμός της διατυπώθηκε στις Συνθήκες του 1947, ως
εξής: «Για τους σκοπούς της συνθήκης των Παρισίων, οι όροι “αποστρατιωτικοποίηση” και
“αποστρατιωτικοποιημένος” δέον να εκλαμβάνονται ότι απαγορεύουν, επί του εδάφους και
στα χωρικά ύδατα υπό συζήτηση, κάθε εγκατάσταση και οχύρωση, ναυτικού, στρατού ή
πολεμικής αεροπορίας ως και των εξοπλισμών τους, τεχνικών εμποδίων, στρατιωτικών,
ναυτικών ή αεροπορικών’ Τη χρησιμοποίηση βάσεων από μονάδες στρατού, ναυτικού ή
πολεμικής αεροπορίας ή τη μόνιμη ή προσωρινή στάθμευση των ιδίων αυτών μονάδων’ Τη
στρατιωτική εκπαίδευση υπό όλες τις μορφές της και την κατασκευή υλικού πολέμου. Η
απαγόρευση αυτή δεν αφορά στο προσωπικό εσωτερικής ασφαλείας περιορισμένου αριθμού
για εκτέλεση αποστολών εσωτερικού χαρακτήρα και εξοπλισμένου με όπλα που δυνατό να
μεταφέρονται και να υπηρετούνται από ένα μόνο πρόσωπο, καθώς και την αναγκαία
στρατιωτική εκπαίδευση τέτοιου είδους προσωπικού» (Ορισμός των Όρων
«ΑΠΟΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ» και «ΑΠΟΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ», βλέπε άρθρα 1.1,
14, 49 και άρθρο 3 του παραρτήματος VI, της συνθήκης των Παρισίων με την Ιταλία).
Τα αποστρατιωτικοποιημένα εδάφη ήσαν στο έλεος γειτονικών χωρών. Οι όποιες
παραβιάσεις των συμφωνιών, οδήγησαν σε αντίθετο αποτέλεσμα, δηλαδή σε επανεξοπλισμό
με διεθνή ανοχή. Ακόμη πιο ατελείς αποδείχθηκαν διατάξεις «μερικής» ή «ειδικής
αποστρατιωτικοποίησης», γιατί προέβλεπαν καταστάσεις που ίσχυαν κατά την υπογραφή
των συμφωνιών και παραβιάσθηκαν στην πράξη από την εξέλιξη οπλικών συστημάτων και
κυρίων υλικών (μικρότερα αλλά ισχυρότερα τεθωρακισμένα, πολεμικά πλοία και αεροσκάφη).
Η αποτυχία των διατάξεων περί αποστρατιωτικοποίησης, δεν εμπόδισε, όμως, τους
νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου να επαναλάβουν τα σφάλματά τους. Οι ίδιοι οι νικητές
δεν τήρησαν τις αποφάσεις, γεγονός που οδήγησε στον Ψυχρό Πόλεμο. Η μόνη τυπικά
αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη, που εξακολουθεί από τη δεκαετία του 1950, είναι του 38ου
παραλλήλου μεταξύ Βόρειας και Νότιας Κορέας, όπου στην ουσία υπάρχει μόνιμη
αντιπαράθεση σε λανθάνουσα κατάσταση, καθώς δεν έχει υπογραφεί συνθήκη ειρήνης
μεταξύ των εμπολέμων.
Στις ημέρες μας, η ορολογία της αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης αντικαταστάθηκε
με άλλες λέξεις, όπως της «ζώνης ασφαλείας» (πχ στα σύνορα του Ισραήλ με το νότιο
Λίβανο, της Τουρκίας με τη Συρία και το βόρειο Ιράκ) ή της «νεκρής ζώνης» (υψώματα
Γκολάν). Στις νεκρές ζώνες, δεν υπάρχει απλά αποστρατιωτικοποίηση, αλλά και
απομάκρυνση του τοπικού πληθυσμού, που οδηγεί σε εθνικές εκκαθαρίσεις (ethnic
cleansing).
Δεν αποτελεί αποστρατιωτικοποίηση, η απόφαση πολλών κρατών να μην
αναπτύσσουν στρατεύματα στα σύνορά τους με γειτονικές χώρες. Αυτό επέτρεψε σε κάποιες
λίγες χώρες (πχ την Κόστα Ρίκα) να καταργήσουν τις παραδοσιακές ένοπλες δυνάμεις και να
διατηρούν ισχυρές αστυνομικές αρχές. Επίσης, δεν είναι εκ των πραγμάτων (de facto)
αποστρατιωτικοποίηση η αδυναμία ορισμένων κρατών να αναπτύξουν κάποιο είδος ένοπλης
δύναμης (στην ξηρά, τη θάλασσα ή τα εσωτερικά ύδατα, και τον αέρα) για προστασία της
κυριαρχίας τους, από έλλειψη προσωπικού, οικονομικών δυνατοτήτων και μέσων.
Ουσιαστικά, η έννοια της «αποστρατιωτικοποίησης» είναι διάταξη κενή περιεχομένου, που
ευνοεί την ισχυρότερη ή την επιτηδειότερη δύναμη να επιδιώκει τους σκοπούς της.
ΟΙ «ΓΚΡΙΖΕΣ ΖΩΝΕΣ» ΕΦΕΥΡΗΜΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ
Η έννοια των «Γκρίζων Ζωνών» ή ότι η Ελλάδα αυθαίρετα κατέλαβε «τουρκικές»
νήσους διατυπώθηκε για πρώτη φορά μετά την κρίση των Ιμίων το 1996 από τη διπλωματία
όσο και την ιθύνουσα τάξη της Τουρκίας. Βασίζεται σε: α) υποτιθέμενα κενά των εν ισχύι
συνθηκών της Λωζάννης και των Παρισίων, και β) στην ανυπόστατη θεωρία ότι η Τουρκία
αποτελεί μοναδικό καθολικό διάδοχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με την
τουρκική άποψη, «υπάρχει στο Αιγαίο σημαντικός αριθμός από νησιά, νησίδες και
βραχονησίδες που δεν έχουν μεταβιβαστεί με συνθήκη σε κάποιο κράτος από την Οθωμανική
Αυτοκρατορία, κατά συνέπεια είτε ανήκουν στο διάδοχο κράτος αυτής (δηλαδή τη σημερινή
Τουρκία) είτε αποτελούν περιοχές “ακαθορίστου κυριαρχίας”, και άρα το καθεστώς κυριαρχίας
τους πρέπει να ορισθεί από τα ενδιαφερόμενα μέρη» (από το έργο του Γιώργου Λιμαντζάκη).
Η Τουρκία δεν είναι, λόγω ονόματος και μόνο, μοναδική «γενική κληρονόμος» της
Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ίδιο συνέβη με τη Ρωσία: Κατά την περίοδο ύπαρξης της
ΕΣΣΔ (1923-91), συγχέονταν και ταυτίζονταν οι έννοιες «σοβιετικός» και «ρωσικός». Ενώ
υπήρχαν κυβερνήσεις στις 14 από τις συνολικά 15 Σοβιετικές Δημοκρατίες, η Ρωσία είχε ως
κυβέρνηση αυτή της Σοβιετικής Ένωσης, ενώ η Ουκρανία και η Λευκορωσία θεωρούνταν
ανεξάρτητες, υπέγραφαν διεθνείς συνθήκες και είχαν και απ’ ευθείας εκπροσώπηση στον
ΟΗΕ. Το ίδιο επίσης συνέβη και με την τέως Γιουγκοσλαβία. Η Σερβία ως τελευταία
εναπομένουσα κληρονόμησε περισσότερα περιουσιακά στοιχεία (ομοσπονδιακά κτήρια στο
Βελιγράδι, πρεσβείες στο εξωτερικό) από τις χώρες που ανεξαρτητοποιήθηκαν.
Η σημερινή, λοιπόν, Τουρκία ως κράτος είναι ειδικός μόνο διάδοχος της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας και αποκλειστικά για τα τμήματα που κατέχει από το χρόνο υπογραφής της
συνθήκης της Λωζάννης: την Ανατολία (Μικρά Ασία), τμήμα της Θράκης και μερικές νήσους
και νησίδες στο Αιγαίο πέλαγος. Η Οθωμανική Κυβέρνηση που δεν είχε ακόμη καταργηθεί,με
πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, δεν υπέγραψε τη συνθήκη της Λωζάννης. Η υπογραφή
από τον τότε Μουσταφά Ισμέτ πασά έγινε εξ ονόματος και για λογαριασμό της Κυβερνήσεως
της Μεγάλης Εθνοσυνελεύσεως της Τουρκίας, ως διαφορετικού κράτους και με άλλη
πρωτεύουσα, την Άγκυρα. Το αντίθετο συνέβη κατά τη σύναψη της σύμβασης του Μοντραί
για τα Στενά, όπου όλα τα «υψηλά συμβαλλόμενα μέρη» (και η Τουρκία) καταχωρούνται
ενιαία και όχι ως τα πρώην αντίπαλα μέρη.
Η συνθήκη της Λωζάννης δεν αφορά σε παραχώρηση εδαφών από την τέως
Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά σε προσδιορισμό οριστικών συνόρων μεταξύ χωρών
(άρθρα 2 και επόμενα), η χάραξη των οποίων ανατέθηκε σε επιτροπές. Περαιτέρω, η
Τουρκία παραιτήθηκε ρητώς της διεκδίκησης των εδαφών πέραν των ορίων της συνθήκης
(άρθρο 16) και των νήσων και νησίδων πέραν των τριών ναυτικών μιλίων από τις ακτές της
Μικράς Ασίας (άρθρο 6), με εξαίρεση την Ίμβρο, την Τένεδο και τις Λαγούσες. Επί πλέον,
αναγνώρισε τα σύνορα όλων των χωρών που προέκυψαν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο
(άρθρα 25 και 26). Τέλος, το δημόσιο οθωμανικό χρέος κατανεμήθηκε στην Τουρκία και σε
όλες τις χώρες, που απελευθερώθηκαν ή απέσπασαν εδάφη από την Οθωμανική
Αυτοκρατορία μετά το 1911 (άρθρα 46 και επόμενα).
Συνεπώς, η Τουρκία δεν δύναται να διεκδικήσει εδάφη, που κάποτε ανήκαν στην
Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ούτε μπορεί να ζητήσει να της αποδοθούν εδάφη που, κατά την
άποψή της, δεν παραχωρήθηκαν ρητώς σε άλλο κράτος, ως δήθεν δικαίωμά της σαν γενικής
διαδόχου. Κατά το διεθνές δίκαιο, όλα τα κράτη μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, που
απελευθερώθηκαν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ή προσάρτησαν εδάφη της, είναι εξ
ίσου ειδικοί διάδοχοι αυτοκρατορίας αυτής.
Η ΠΛΗΡΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΥΜΦΩΝΙΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΝΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ
Όσον αφορά στην Ελλάδα, η οριστικοποίηση των συνόρων της με την Τουρκία, ιδίως
στη θάλασσα, υπήρξε μια συνεχής διαδικασία, που άρχισε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου
της 3 Φεβρουαρίου 1830 και έληξε με τις Συνθήκες Τριανόν και Σεβρών (1919), Λωζάννης
(1923) και Παρισίων (1947).
Πριν τη Συνθήκη της Λωζάννης
Τα αρχικά χερσαία σύνορα της Ελλάδος καθορίσθηκαν με τη Συνθήκη της
Κωνσταντινουπόλεως του 1832 μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων και της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας. Στο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος εντάχθηκαν η Εύβοια, οι Σποράδες με την
Σκύρο και οι Κυκλάδες, περιλαμβανομένης της Αμοργού, ως πιο ανατολικής νήσου. Το
προαναφερόμενο πρωτόκολλο ορίζει ως θαλάσσια όρια της Ελλάδος στο βορρά τον 39ο
παράλληλο, ανατολικά τον 26ο-29ο μεσημβρινό (αρχική προσμέτρηση) και νότια τον 36ο
παράλληλο. (Εξ ου και η αυθαίρετη τουρκική πράξη για ορισμό του 25ου μεσημβρινού ως
ορίου για θέματα FIR και έρευνας-διάσωσης αντιβαίνει άμεσα σε διεθνή συνθήκη).
Η ελληνική κυριαρχία επί των νήσων του βόρειου και ανατολικού Αιγαίου, που
κατελήφθησαν από τον ελληνικό στόλο κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, αναγνωρίσθηκε ρητά
και κατηγορηματικά με τη διακοίνωση των Δυνάμεων της 31 Ιανουαρίου/13 Φεβρουαρίου
1914, σε εκτέλεση των συνθηκών Βουκουρεστίου και Λονδίνου (1913). Η διακοίνωση είχε
επιβάλει στην Ελλάδα χαμηλού επιπέδου υποχρέωση (garanties=εγγυήσεις) μόνο για τις
κατεχόμενες νήσους, που ήσαν προηγουμένως οθωμανικό έδαφος.
Η νήσος Κρήτη και οι γειτονικές νήσοι και νησίδες εκχωρήθηκαν στην Ελλάδα με το
άρθρο 4 της συνθήκης του Λονδίνου. Μεταξύ της Κρήτης και ηπειρωτικών ακτών της
Ανατολίας μεσολαβούν οι Κυκλάδες νήσοι (ελληνικές από την ανεξαρτησία το 1830) και η
Δωδεκάνησος (υπό ιταλική κυριαρχία 1911-47). Συνεπώς, δεν υφίσταται το διεθνές κριτήριο
της εγγύτητας ώστε οι μη-ρητώς αναγραφόμενες νησίδες να παραμείνουν υπό οθωμανική
κυριαρχία. Η Τουρκία θυμήθηκε να αναφερθεί στη Γαύδο μόλις το 1996.
Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, έχοντας ηττηθεί κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο,
υποχρεώθηκε να υπογράψει ανακωχή στο Μούδρο της Λήμνου την 17/30 Οκτωβρίου 1918.
Ακολούθησε η Συνθήκη των Σεβρών, που υπογράφηκε στο όνομα της «Οθωμανικής
Αυτοκρατορικής Κυβέρνησης» με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Η συνθήκη, που
δημιούργησε την Ελλάδα «των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» διατηρήθηκε μέχρι τη
Μικρασιατική Καταστροφή. Διατάξεις από διάφορες επί μέρους συμφωνίες των Σεβρών, δύο
των οποίων δεσμευτικές για την Ελλάδα (θέματα μειονοτήτων και Θράκης) διατηρήθηκαν σε
ισχύ με τη συνθήκη της Λωζάννης.
Στο 2ο Μερος ΑΥΡΙΟ … Το περιεχόμενο της Συνθήκης της Λωζάννης
Για το vima 365