Πρόγονοι, πολιτική και το όργανο της ιστορίας: Όταν τα ονόματα γίνονται ρόπαλα …
του Χρήστου Κατσέα
[Α΄ μέρος]
Καθώς η ανθρωπότητα εισέρχεται όχι απλώς στον 21ο αιώνα, αλλά στην εποχή της αδιάκοπης φλυαρίας, τα λόγια παύουν να είναι ήχοι· μετατρέπονται σε όπλα! Δεν φωτίζουν· τραυματίζουν. Δεν εξηγούν· πυροδοτούν. Και συχνά, εκεί που υποτίθεται ότι στοχεύουν τον άλλον, προδίδουν τα ίδια τους τα σύνδρομα.
Μ’ αυτό το πνεύμα, ο πρωθυπουργός της Αλβανίας, Έντι Ράμα, επέλεξε δημοσίως να επιτεθεί όχι σε πολιτική θέση, ούτε σε συγκεκριμένη πράξη, αλλά σε μια συλλογική αυτοσυνειδησία: «Νομίζετε!», είπε, «ότι είστε οι άμεσοι κληρονόμοι του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη· αλλά δεν είστε!..».
Τα ονόματα του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους, κορυφές του παγκοσμίου πνεύματος, σύρθηκαν —με μια φράση πρόχειρη και ατάκτως ειρημένη— στο επίπεδο του ροπάλου. Όχι ως αφορμές στοχασμού, αλλά ως «βλήματα» εντυπωσιασμού· όχι ως πνευματική παρακαταθήκη, αλλά ως φτηνά εργαλεία ρητορικής βίας! Έτσι, η φιλοσοφία αφοπλίζεται και μετατρέπεται σε τέχνασμα κατηγορίας· και μια χώρα, όχι για τα έργα της αλλά για την ιστορία της, καλείται να σταθεί επί του σκαμνιού, ως αν η μνήμη ήταν έγκλημα κ’ η γέννηση του πνεύματος ενοχή.
Η ευθύνη της μνήμης και η κακοποίηση της ιστορίας
Ας ξεκαθαρίσουμε το προφανές, πριν αρχίσουν οι ηθικές υστερίες: ούτε ο σοβαρός Έλληνας, ούτε ο σοβαρός ιστορικός, ισχυρίστηκε ποτέ ότι ο σημερινός πολίτης των Αθηνών είναι βιολογικός απόγονος του μαθητού του Αριστοτέλη. Οι αιώνες, οι μετακινήσεις πληθυσμών, οι θρησκευτικές τομές και οι κοινωνικές μεταβολές έχουν συντρίψει κάθε τέτοια παιδαριώδη ψευδαίσθηση. Αυτά δεν είν’ ιδεολογία· είναι φιλολογία και ιστορία!
Εδώ, όμως, επιστρατεύεται μια συνειδητή παραποίηση: συγχέεται το αίμα με το πνεύμα, η γενεαλογία με την πολιτισμική συνέχεια, ως αν η ιστορία να μετριόταν με χρωμοσώματα. Γιατί η κληρονομιά δεν είναι αίμα· είναι γλώσσα, παιδεία, μέθοδος σκέψεως! Είν’ ο τρόπος που αρθρώνεται ο δημόσιος λόγος, που τίθεται το ερώτημα, που αντιμετωπίζεται η εξουσία.
Δεν νοείται ευρωπαϊκός πολιτισμός —ούτε καν αλβανικός— χωρίς τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Και όποιος υποκρίνεται ότι μπορεί να τους αποσπάσει απ’ την ελληνική γλωσσική και πνευματική μήτρα, απλώς δηλώνει άγνοια η σκοπιμότητα.
Σάτιρα, διπλωματία και η ψυχολογία του μικρού παίκτη
Ούτε εδώ σταμάτησε. Εξετράπη· και από την πολιτική ειρωνεία πέρασε σε οικονομικές συγκρίσεις και φτηνό σκώμμα περί Μαυροβουνίου, με την αφέλεια εκείνου που νομίζει ότι η παγκόσμια αγορά του λόγου είναι σκηνή θεάματος και όχι χώρος «κρίσεως». Τι φανερώνει αυτό; Όχι εξυπνάδα· ανασφάλεια! Όταν λείπει το πραγματικό γεωπολιτικό βάρος, περισσεύει η ρητορική πρόκληση. Όταν δεν έχεις λόγο να καταθέσεις, επιλέγεις να προκαλέσεις θόρυβο. Αυτό δεν είναι διπλωματία· είναι επικοινωνιακός ναρκισσισμός!
Η ιστορική ειρωνεία
Κ’ εδώ αναφαίνεται η ύψιστη ειρωνεία: ο Πλάτων, που δίδαξε τη φροντίδα της ψυχής και τον διάλογο ως οδό προς την αλήθεια, και ο Αριστοτέλης, που θεμελίωσε τη λογική ως αντίδοτο στην αυθαιρεσία, επιστρατεύονται για να δικαιολογήσουν ακριβώς τ’ αντίθετό τους: τη ρηχή, προκλητική, ανεξέταστη ρήση!
Όχι, η φιλοσοφία δεν είν’ εθνικό μονοπώλιο. Αλλ’ ούτε και απολίθωμα που μπορεί ν’ αποσπασθεί απ’ την ιστορική και γλωσσική της ρίζα, για να εξυπηρετήσει ένα στιγμιαίο πολιτικό χειροκρότημα.
Η μόνη άξια απάντηση
Η ελληνική απάντηση δεν χρειάζεται ούτε κραυγές ούτε πατριωτικά πυροτεχνήματα. Χρειάζεται αυτογνωσία. Την ψυχραιμία εκείνου που γνωρίζει ότι η κληρονομιά του δεν είναι τρόπαιο, αλλά βάρος. Ότι δεν κληρονομήσαμε αξιώματα, αλλά Ερωτήματα! Όχι δόξα, αλλά Υποχρέωση Σκέψεως!
Οι Πλάτων και Αριστοτέλης δεν ανήκουν σ’ ένα έθνος· αλλ’ η Ελλάδα ανήκει ακόμη σ’ αυτούς, όσο τολμά να σκέπτεται, ν’ αμφισβητεί και να μιλά με λόγο ακριβή.
Κατάληξη
Η δήλωση του Έντι Ράμα δεν ήταν μάθημα φιλοσοφίας· ήταν ένδειξη εποχής. Μιας εποχής που συγχέει την ιστορία με την ατάκα και την πολιτική με το χειροκρότημα. Η πραγματική κληρονομιά, όμως, δεν κραυγάζει. Μεταδίδεται· με Στοχαστικές Προσαρμογές!
Και όπου η πρόκληση συναντά την ιστορία, εκεί γεννιέται η ανάγκη όχι για ύβρεις, αλλά για Σκέψη!
Μ’ ἐκτίμηση,
Χρῆστος Κατσέας | dimopoliteian.blog