Κάστρο Βατίκων Νεάπολη Λακωνίας
Απο τον Γιάννη Φαρσαράκη
Φωτο ρεπορταζ
Το κάστρο που βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα Μεσοχωριού, είναι κτισμένο στην κορυφή βραχώδους υψώματος στον Κάμπο Βοιών, «στα μέρη των Βατίκων», όπως αναφέρει το χρονικό του Μορέως. Βρίσκεται κοντά στα χωριά Μεσοχώρι και Φαρακλό, ενώ απέχει από την Νεάπολη 1.850μ. Το σημείο ελέγχει στρατηγικά τον Λακωνικό κόλπο και την ευρύτερη χερσαία περιοχή.

«Βάτικα» είναι η παλιά ονομασία της σημερινής Νεάπολης. Προφανώς η παλιά ονομασία άλλαξε επειδή θεωρήθηκε, εσφαλμένα, ξενικής προέλευσης. Το όνομα προήλθε από το αρχαίο «Βοιαί», που μετεξελίχθηκε σε «Βοιαίτικα» και «Βάτικα».

Οι Βοιαί ήταν αρχαία πόλη στη θέση της Νεάπολης, η οποία δημιουργήθηκε μεταξύ του 1050 π.Χ. και του 950 π.Χ. από τον Βοία και ανήκε στο Κοινό των Ελευθερολακώνων (195 π.Χ.–297 μ.Χ.). Ήταν σημαντικό λιμάνι κατά τη Ρωμαϊκή Περίοδο, αλλά αργότερα παρήκμασε.

Η χρονολογία κατασκευής του κάστρου δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Το σίγουρο είναι ότι δεν είναι φράγκικο. Αν ήταν φράγκικο, η ύπαρξή του θα αναφερόταν σε κάποια από τις ιστορικές πηγές που ασχολήθηκαν με τη Φραγκοκρατία. Εξάλλου, η κάπως ιδιαίτερη τεχνοτροπία κατασκευής του δεν θυμίζει φράγκικο κάστρο.
Παλαιότερα πιστεύαμε ότι ήταν βυζαντινό του 9ου ή 10ου αιώνα, αλλά δεν υπάρχει καμμία πειστική ένδειξη που να υποστηρίζει αυτήν την υπόθεση. Επιπλέον, η περιοχή ήταν τελείως παραμελημένη και αφανής κατά τη Μεσοβυζαντινή Περίοδο.

Τελικά, η πιο πιθανή θεωρία είναι ότι το κάστρο δημιουργήθηκε από το Δεσποτάτο Μορέως, μετά την ανάκτηση της περιοχής από το Βυζάντιο, τον 14ο ή, το αργότερο, στις αρχές του 15ου αιώνα.

Οι Βυζαντινοί δεν έχτισαν πολλά κάστρα στην Πελοπόννησο εκείνη την περίοδο, αλλά τα λίγα που έχτισαν ήταν μικρά φρούρια, όπως των Βατίκων, της Ζαραφώνας και των Μολάων. (Τα οποία πάντως δεν μοιάζουν καθόλου μεταξύ τους πέρα από το σχετικά μικρό μέγεθος.)
Η πρώτη μνεία των Βατίκων (όχι του κάστρου) σε γραπτές πηγές απαντάται στην ελληνική παραλλαγή του Χρονικού του Μορέως, όπου αναφέρεται η παραχώρηση εκτάσεων «στα μέρη των Βατίκων» από τον πρίγκιπα Αχαΐας Γουλιέλμο Βιλλεαρδουίνο στους Μονεμβασιώτες άρχοντες Μαμωνά, Ευδαιμονογιάννη και Σοφιανό, ως αντάλλαγμα για την παράδοση της Μονεμβασιάς στους Φράγκους, το 1248.

Πρέπει να επισημάνουμε, ότι παρόλο που στο Χρονικό τα Βάτικα αναφέρονται 6 φορές, δεν γίνεται πουθενά λόγος για κάστρο.
Η περιοχή περιήλθε στους Βυζαντινούς μετά τη μάχη της Πελαγονίας και την ανακατάληψη της Λακωνίας το 1262. Παρέμεινε στην κατοχή τους μέχρι την κατάλυση του Δεσποτάτου του Μορέως από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1460.
Κατά τη διάρκεια του Α’ Ενετοτουρκικού πολέμου (1463-1479) και λίγο μετά, το κάστρο βρέθηκε για μερικές δεκαετίες υπό ενετική κυριαρχία. Οι Τούρκοι πρέπει να πήραν τα Βάτικα και όλη την περιοχή της χερσονήσου Μαλέα (πλην Μονεμβασιάς) κατά την εκστρατεία του σουλτάνου Βαγιαζήτ Β στην Πελοπόννησο το 1500, κατά τον Β’ Ενετοτουρκικό πόλεμο.

Στους χωρογραφικούς πίνακες Hopf με τα κάστρα του Μοριά, το κάστρο εμφανίζεται, ως Vadica, στη λίστα του 1467. Εμφανίζεται με την ίδια ονομασία στη λίστα Μουστοξύδη-Buchon του 1471. Και στις δύο περιπτώσεις σημειώνεται ότι είναι υπό ενετική κατοχή.
Οι Ενετοί ηττήθηκαν από τους Τούρκους και έφυγαν το 1500, αλλά επανήλθαν κατά την περίοδο της Β΄ Ενετοκρατίας στην Πελοπόννησο (1687–1715) όταν πήραν και τα Βάτικα μαζί με τα υπόλοιπα κάστρα της Πελοποννήσου. Μετά την οριστική αποχώρησή τους το 1715, στα Βάτικα ξαναήρθαν οι Τούρκοι, και έμειναν μέχρι την Ελληνική Επανάσταση.
Η πρώτη απεικόνιση του κάστρου σε χάρτη υπάρχει στο Isolario του Bartolomeo του 1485, στη σελίδα με τα Κύθηρα. Επίσης απεικονίζεται και στο «Κιτάπι της Θάλασσας» του Τούρκου ναύαρχου Πίρι Ρέις (1526).

Σε παλιό Γαλλικό χάρτη (Dépôt Général de la Guerre, Carte de la Morée, 1832 ) το κάστρο καταγράφεται ως Fort Vénitian (ενετικό φρούριο), αλλά αυτό είναι λάθος. Το κάστρο δεν ήταν ενετικής κατασκευής, αν και χρησιμοποιήθηκε για ένα διάστημα, όπως προαναφέρθηκε, από τους Ενετούς. Εξαιτίας αυτού του λάθους το κάστρο χαρακτηρίστηκε παλαιότερα ως ενετικό.
Στην περίοδο της Α’ Ενετοκρατίας (1463-1503), πρέπει να έγιναν επισκευές και προσθήκες. Σε αυτήν την περίοδο ανήκει μάλλον η σκάρπα της βορειοδυτικής γωνίας, και γενικά η ενίσχυση της βόρειας πλευράς. Αυτή η τροποποίηση ενδεχομένως έγινε για ενίσχυση του τείχους απέναντι σε βολές κανονιών, αλλά μπορεί και να έγινε και για στατικούς λόγους.

Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας το κάστρο δεν φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε.
Η κάτοψη του κάστρου έχει ακανόνιστο σχήμα. Έχει μέγιστες διαστάσεις 18✖32 μ. Η επιφάνεια που καλύπτει, μετά βίας ξεπερνά τα 500 τ.μ., ενώ η εξωτερική περίμετρος είναι περί τα 100μ.
Δηλαδή πρόκειται για μικρό κάστρο, αλλά παρά το μικρό μέγεθος, είναι μάλλον επιβλητικό.

Εκ πρώτης όψεως φαίνεται να συνωστίζονται 5-6 πύργοι στο κάστρο. Στην πραγματικότητα υπάρχει μόνο ένας αμυντικός πύργος. Οι υπόλοιπες οχυρώσεις είναι: το περιμετρικό τείχος που διατηρείται σε αρκετό ύψος, ένα συγκρότημα προτειχίσματος στη νότια πλευρά (που προστατεύει τον πύργο) και 5 κτίρια που είναι χωροθετημένα περιμετρικά γύρω από τη μικρή εσωτερική αυλή.
Τα κτίρια αυτά ήταν διώροφα (δεν σώζεται σε όλα ο δεύτερος όροφος), με θολωτή οροφή. Είναι επιμήκη και διατάσσονται κατά μήκος του περιμετρικού τείχους, και μάλιστα σε αρκετά σημεία οι εξωτερικοί τους τοίχοι έχουν αντικαταστήσει το αρχικό τείχος. Εξαίρεση σε αυτή τη διάταξη είναι ένα κτίριο απέναντι από την είσοδο που είναι κάθετο στην περίμετρο (βλ.ΚΑΤΟΨΗ) και το οποίο προφανώς ήταν εκκλησία, καθώς σχηματίζεται μια κόγχη στην ανατολική του πλευρά.

Στο ψηλότερο σημείο του κάστρου βρίσκεται ο πύργος. Είναι ορθογώνιος με διαστάσεις 3,85✖4,25μ. και είναι διώροφος. Στο ισόγειο, που έχει τοίχους μεγάλου πάχους (1,30μ.), υπήρχε κινστέρνα. Στον όροφο, το πάχος των τοίχων μειώνεται σημαντικά, για λόγους στατικότητος, και δημιουργείται εκεί ένα μικρό δωμάτιο εσωτερικών διαστάσεων 2,85 ✖3,25 μ., το οποίο επίσης έχει μετατραπεί –μάλλον μεταγενέστερα– σε δεξαμενή.
Τα τείχη και οι τοίχοι του κάστρου είναι κατασκευασμένοι από ακατέργαστες, ακανόνιστες και μη ομοιόμορφες πέτρες με χρήση συνδετικού κονιάματος, ενώ στις γωνίες έχουν χρησιμοποιηθεί ημιεπεξεργασμένοι ακρογωνιαίοι λίθοι (αγκωνάρια). Τα κενά στη λιθοδομή γεμίζονται με θραύσματα κεραμικών, πλίνθων και λίθων.
Στους τοίχους των κτιρίων, εσωτερικά και εξωτερικά, χρησιμοποιήθηκε επίχρισμα, το οποίο σήμερα έχει φύγει σχεδόν όλο και διατηρείται σε ελάχιστα σημεία. Σε καλύτερη κατάσταση διατηρείται το ειδικό επίχρισμα στο εσωτερικό των δεξαμενών του πύργου.
Το κάστρο αναστηλώθηκε τα τελευταία χρόνια. Μετά την ανακαίνιση, ήρθε στο φως κάτι που δεν ήταν εύκολα αντιληπτό λόγω της βλάστησης: γύρω από το κάστρο, χαμηλότερα, υπάρχει και ένας εξωτερικός οχυρωματικός περίβολος που περιβάλλει την κορυφή. Ο περίβολος αυτός δεν διατηρείται σε καλή κατάσταση ούτε σε όλα τα σημεία, αλλά κατά τόπους φτάνει τα 4μ.
Ο λόγος της ύπαρξης του εξωτερικού περιβόλου μπορεί να ήταν η ενίσχυση της οχύρωσης του κάστρου, μπορεί όμως και να προστάτευε έναν μικρό οικισμό που ενδεχομένως υπήρχε στον λόφο κατά την Υστεροβυζαντινή και την Ενετική Περίοδο.
πηγη https://www.kastra.eu/