«ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ 1922- ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ» Στελιάάάά!
Απο τον Μανο Κιλημαντζο
Στελιάάάά! Στελιάάά! Ξύπνησε τρομαγμένη κι έψαχνε με αγωνία μέσα στο σκοτάδι να βρει τον πατέρα της που φώναζε την μάνα της!
Σύντομα κατάλαβε.
Όνειρο ήταν…. Ξάπλωσε πάλι στα σκεπάσματα και μέσα στο σκοτάδι, με ανοιχτά τα μάτια , ανέσυρε από το μυαλό της μνήμες.
Δύσκολες μνήμες…. Ο καπνός πυργωνόταν στον ουρανό μαζί με τα ουρλιαχτά…
Κακό πράγμα το ουρλιαχτό!
Ότι και να είναι , ουρλιαχτό είναι !
Της κτηνωδίας από τους Τσέτες, του πανικού και της απελπισίας από τους σφαγμένους, τις κοπέλες, τις μανάδες , τους άμαχους…
Κακό πράγμα το ουρλιαχτό, ξανασκέφτηκε ….
Τα πόδια τρέχουν πίσω από τον πατέρα.
Η καρδιά ένα κομμάτι πάγος.
Η μόνη έννοια : Μακριά! Να φύγω μακριά !
Η σκέψη της έκανε ένα μικρό χρονικό άλμα και βρέθηκε εκεί ψηλά στο βουνό, μαζί με άλλους, μέσα στην «κρύφτρια», την σπηλιά που έφραζαν με λάσπη για να μην φαίνεται.
Εκεί, στην σιωπή και το σκοτάδι, άκουγε μόνο τους χτύπους της καρδιάς της και τις ανάσες των πιο κοντινών της, μυρίζοντας «ανθρωπίλα» και περιμένοντας να νυχτώσει, να γκρεμίσουν την λάσπη, να βγουν έξω για να βρουν κάτι να φάνε, κανένα καρπό, λίγα χόρτα, να πιούν νερό και πάλι μέσα στο σκοτάδι ξαναχτίζοντας την είσοδο με λάσπη μέχρι την επόμενη νύχτα, που δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι θα την έβλεπαν.
Θυμήθηκε τις σκοτεινές μέρες.
Γεμάτες αγωνία, βρώμα, τις ψείρες να κοπαδιάζουν επάνω της…κάτι λιγότερο από τα αγρίμια.
Τουλάχιστον αυτά ήταν ελεύθερα…
Και πάλι ξανάζησε την επιδρομή των τούρκων στην «κρύφτρια», την τρεχάλα του πατέρα της για να την κρύψει στις «κουτσούρες».
Την αντίσταση του Μανώλη, του Μανώλαρου ενάντια στους στρατιώτες, που έδωσε με την θυσία του την ευκαιρία στους άλλους να διαφύγουν. «Ξεκούραση στην άγια και άγρια ψυχή σου Μανώλη, που πάντα σε μνημονεύουμε μαζί με τις ψυχές των αγαπημένων μας».
Πάλι το μυαλό έτρεξε λίγο παραπέρα στο λιμάνι της σωτηρίας στην Μυτιλήνη.
Ένοιωσε για μια φορά ακόμη (όσες φορές και να το ένιωθε, η αίσθηση δεν έφευγε) τον κρουστό ήχο που έκανε το κλαδευτήρι κόβοντας τα μαλλιά της, από το χέρι του θείου της, για να την απαλλάξει από τις ψείρες.
Και στήθηκε μαζί με τους άλλους σωσμένους για να βγάλουν αυτήν την φωτογραφία, που ακόμη αντίκρυζε στημένη στο κομοδίνο της.
Την φωτογραφία των διασωθέντων.
Την φωτογραφία της σωτηρίας.
Πριν την ξαναπάρει ο ύπνος – κουράστηκε πια να θυμάται – ξανάκουσε την αγαπημένη φωνή του πατέρα της (πόσο ανεπάντεχη συντυχιά! ) όταν χαμένη ανηφόριζε την πλαγιά στην Χίο ψάχνοντας κάποιον δικό της…
«Στελιάάά ! Στελιάάά!»
Ήταν ο πατέρας της που την αναγνώρισε και φώναζε στην μάνα της για το καλό νέο!
Έπεσε με ανακούφιση, θυμάται, στην αγκαλιά του πατέρα της και κάπου εκεί….αποκοιμήθηκε…
ΑΛΛΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΞΕΧΑΣΕ !
Μάνος Κιλημάντζος (Ένωση Βουρλιωτών Μικράς Ασίας)
Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.