Λευκάδα, 19ος αιώνας: Ανιχνεύοντας «ψήγματα» Διαφωτισμού στην αγροτική κοινωνία της υπαίθρου
- Το μακρύ ταξίδι του Διαφωτισμού
Το κίνημα του Διαφωτισμού σηματοδότησε την νεότερη εποχή στην Ευρώπη, απορρίπτοντας τις θεμελιώδεις παραδοχές του φεουδαλικού μεσαίωνα και διαμορφώνοντας τις καινούργιες γνωσιολογικές μεθόδους και αξιακές στάσεις της κοινωνίας μας. Αποτέλεσε ένα πνευματικό – ιδεολογικό κίνημα το οποίο εμφανίστηκε- αρχικά- στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης από τα τέλη του 17ου αιώνα , μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα και εξέφραζε -μεταξύ άλλων- την τάση για πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές και την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης και της επιστήμης.
Σύμφωνα με γνωστό δοκίμιο του φιλοσόφου Immanuel Kant, που φέρει τίτλο «Τι είναι διαφωτισμός;»(1784), «ο διαφωτισμός αποτελεί την έξοδο του ανθρώπου από την ανωριμότητα που επέβαλε ο ίδιος στον εαυτό του. Ανωριμότητα είναι η ανικανότητα να χρησιμοποιεί κανείς την διάνοιά του χωρίς καθοδήγηση από κάποιον άλλο. Επιβάλλει δε κάποιος στον εαυτό του αυτή την ανωριμότητα, όταν δεν διαθέτει την αποφασιστικότητα και το θάρρος για να χρησιμοποιήσει την διάνοιά του, χωρίς καθοδήγηση από κάποιον άλλο. Sapereaude[1]! Έχε το θάρρος να χρησιμοποιείς το δικό σου μυαλό! Αυτό είναι το σύνθημα του διαφωτισμού»[2].

Οι ιδέες του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού διαχύθηκαν στον ελληνικό χώρο που βρισκόταν υπό Οθωμανική Διοίκηση, κυρίως μέσω των Ελλήνων των παροικιών. Η πνευματική κίνηση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού διαμορφώθηκε στον Ελλαδικό χώρο από τα μισά του 18ου αιώνα έως τις αρχές του 19ου αιώνα. Κατά την περίοδο ακριβώς αυτή καλλιεργήθηκε και αρθρώθηκε μαχητικά ο οραματισμός της ελευθερίας του ελληνικού έθνους. Η Ελληνική Επανάσταση θα μπορούσε συνεπώς να θεωρηθεί ως η πραγμάτωση, δια των αγώνων των επαναστατημένων Ελλήνων, των ιδεών και των ελπίδων του Διαφωτισμού[3].
Στη περίπτωση της Επτανήσου, η οποία δεν βρισκόταν υπό Οθωμανική Διοίκηση, ο Διαφωτισμός εμφανίσθηκε κυρίως με την εδραίωση της γαλλικής κυριαρχίας στα νησιά, εμφανισθείς κυρίως ως κίνημα του Ιακωβινισμού ή –όπως περιγραφόταν στην τοπική διάλεκτο -«Γεροντινισμού», ο οποίος ουσιαστικά ήτανη κύρια πολιτική δύναμη πίσω από την Γαλλική Επανάσταση.Ο Ιακωβισμός όριζε ως σκοπό της Δημοκρατίας την πολιτική υλοποίηση όλων των «ανώτερων ιδεών» και ως πρώτες πολιτικές αρετές, την εργασία υπέρ του γενικού καλού και την αγάπη για την πατρίδα και το έθνος. Έτρεφε θαυμασμό για τα πολιτεύματα της «Οργανικής Δημοκρατίας» όπως την ανέδειξαν η Σπάρτη του Λυκούργου και η Ρώμη της Δημοκρατικής περιόδου. Οι ιδέες του κινήματος αυτού διαδόθηκαν κυρίως στην Κέρκυρα και την Κεφαλονιά και απετέλεσαν το έναυσμα για την δημιουργία του κινήματος των Ριζοσπαστών, του οποίου η δράση στράφηκε κατά της βρετανικής «Προστασίας» και αντιμετώπισε σκληρό διωγμό από τους Άγγλους κατακτητές[4].
Παραμένοντας σ’ αυτά τα χρονικά πλαίσια, να υπενθυμίσουμε ότι και η Λευκάδα επηρεάστηκε -κατά την άποψή μου- από αυτές τις ιδέες. Συγκεκριμένα το 1819 -στη Λευκάδα- συνέβη μια σημαντική εξέγερση των αγροτών της υπαίθρου εναντίον της αγγλικής κυριαρχίας, εξ αιτίας των επιβληθέντων φόρων για την κατασκευή της Διώρυγας. Βεβαίως η ιδεολογία του Διαφωτισμού δεν αναφέρεται άμεσα ως αιτία, αλλά οι επιπτώσεις της στην αντίσταση κατά της τυραννίας ενδέχεται να αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης της εν λόγω εξέγερσης. Εξ άλλου, ο Ζακυνθινός ιστορικός Π. Χιώτης, που αποτελεί τον κυριότερο πληροφοριοδότη μας για την επανάσταση των χωρικών της Λευκάδας, αναφέρει χαρακτηριστικά πως οι εξεγερθέντες αντιδρούσαν ουσιαστικά κατά των αρχόντων, παρά εναντίον των Άγγλων κατακτητών[5]. Δυστυχώς –όπως άλλωστε αναφέρει εκτενώς ο ιστορικός της Λευκάδος Π. Ροντογιάννης- υπάρχει εδώ μονομέρεια των πηγών: Δηλαδή, δεν υπάρχει καμία απολύτως πληροφόρηση –μέχρι σήμερα- για τα γεγονότα του 1819 από την πλευρά των εξεγερμένων αγροτών[6]. Συνεπώς, ο συσχετισμός της εξέγερσής αυτής με το κίνημα του Διαφωτισμού είναι απλά μια υπόθεση.
Είναι πολλοί που θα διαφωνήσουν με τον συσχετισμό αυτόν. Οι μορφωμένοι αστοί, κάτοικοι της πρωτεύουσας του Νησιού, είχαν βεβαίως την δυνατότητα και την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με το Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι και να ενστερνισθούν ιδέες του Διαφωτισμού. Παραδείγματα τέτοιων προσώπων υπάρχουν πολλά, αναφέρω εν συντομία την χαρακτηριστική περίπτωση του Ιωάννη Ζαμπελίου του Ζαχαρία (1787-1856) ο οποίος κατά την φοίτησή του στο εξωτερικό επηρεάστηκε από τον Ούγγο Φώσκολο (Ιταλία) και τον Αδαμάντιο Κοραή (Γαλλία). Μετά την επιστροφή του στη Λευκάδα (περί το1810) εργάσθηκε ως δικαστικός και παράλληλα υπήρξε καλλιτεχνικός δημιουργός, ασχολούμενος με την δραματική ποίηση. Ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας συνέβαλλε σημαντικά στον αγώνα των εξεγερμένων Ελλήνων ενώ μέσω του έργου του αναδείχθηκε εκπρόσωπος του πνεύματος του Διαφωτισμού στη περιοχή[7].
Ωστόσο οι χωρικοί, οι οποίοι διαβίωναν σε ορεινές απομονωμένες και δυσπρόσιτες περιοχές, με συνεχή και σκληρή εργασία, μακριά από τις στοιχειώδεις ανέσεις και χωρίς ευκαιρίες έστω και στοιχειώδους εκπαίδευσης, πώς ήταν δυνατόν να έρθουν σε επαφή και να ενστερνισθούν τέτοιες ιδέες που ουσιαστικά ανέτρεπαν όλα τα πρότυπα του παρελθόντος τους; Πράγματι τα κείμενα των Άγγλων περιηγητών του 19ου αιώνα που περιγράφουν τη κατάσταση στη Λευκαδίτικη ύπαιθρο, αναφέρουν μια κατάσταση ανομίας και βαρβαρότητας, όπου κυριαρχεί το δίκαιο του ισχυρού και η δικαιοσύνη επιβάλλεται συχνά με αυτοδικία[8]. Αυτή η κατάσταση υπάρχουν στοιχεία ότι συνεχίστηκε και για ένα μεγάλο μέρος του επομένου (20ου) αιώνα. Χαρακτηριστική είναι περιγραφή των κατοίκων του Νησιού –ανδρών και γυναικών- στα τέλη του 19ου αιώνα από έναν ευπατρίδη Αθηναίο που κλήθηκε να υπηρετήσει την στρατιωτική θητεία του σε κάποιο στρατόπεδο στο Νησί, στα περίχωρα της πόλης της Λευκάδος:
«Γυναίκες δεν υπάρχουσιν εν Λευκάδι, αλλά μούμιαι εψιμμυθιωμέναι μη τολμώσαι δήθεν να σε αντικρύσωσιν ή από των χαραγμάτων εν καιρώ ημέρας, αλλ’ ικαναί να σε γυμνώσωσιν εν ώρα νυκτός. Απέναντι τοιούτου τερατωδώς ασχήμου ωραίου ημίσεως φαντάσθητε ανάλογον το έτερον άσχημον ήμισυ· ρυπαρόν και ρακένδυτον, οίον εν ελαιοτριβείοις διαιτώμενον, ανυπόδητον και με ομβρέλλαν, την κεφαλήν μανδυλίω πιναρώ περιδεδεμένην και με φαβορίταις, άξεστον δε και χυδαίον εις πρωτοφανή βαθμόν, καθότι ο τιμαριωτισμός δεν επέτρεψεν έτι αυτώ την ανατολήν των εν Ελλάδι εννοουμένων ελευθεριών[9]».
- Φίλιππος ή Κλεάνθης;
Παρ΄ολ΄αυτά -κατά την προσωπική μου άποψη- η τελευταία αυτή περιγραφή είναι υπερβολική και ακραία. Θεωρώ, ότι ο Λευκαδίτικος λαός της υπαίθρου, έστω και στις αντιξοότατες αυτές συνθήκες στέρησης πόρων, ελευθεριών και δικαιωμάτων, που βίωσε τον 19ο αιώνα, δεν περιέπεσε στην άγνοια και στη δουλικότητα. Με ανοιχτό το μυαλό του στις νέες ιδέες,έδωσε τη συνεχή μάχη του γι’ αυτές και τελικά – όταν χρειάσθηκε- τις υπερασπίσθηκε και με το αίμα του.. Υπάρχουν σαφείς ενδείξεις γι’ αυτό αλλά συχνά για τον εντοπισμό τους δεν επαρκούν οι επιφανειακές παρατηρήσεις. Σε ένα τέτοιο παράδειγμα θα αναφερθώ στη συνέχεια, εξετάζοντας την ιστορία μιας οικογένειας αγροτών του 19ου αιώνα, από την ύπαιθρο της Λευκάδας, συγκεκριμένα από το χωριό Άγιος Νικήτας, στις ΒΔ΄ ακτές του Νησιού. Ο συγκεκριμένος παραθαλάσσιος οικισμός δημιουργήθηκε από φτωχούς αγρότες που μετεγκαταστάθηκαν στην περιοχή από τους ορεινές περιοχές του Νησιού, λίγο μετά την αναφερθείσα εξέγερση των αγροτών κατά τον Άγγλων. Η οικογένεια Φίλιππα που εξετάζουμε, προερχόταν από το κοντινό ορεινό οικισμό του Δρυμώνα.

Εικόνα 2: Οικογενειακό δέντρο της οικογένειας Φίλιππα και δίπλα απόσπασμα από το Μητρώο Αρρένων (1879) του Δήμου Εξανθείας όπου είναι εγγεγραμμένος ο Φίλιππας Κλεάνθης.
Στην εν λόγω οικογένεια, συναντάμε τον πρώτο γνωστό πρόγονο με το όνομα Φίλιππος, ένα όνομα που επαναλαμβάνεται κάθε δεύτερη γενιά -σύμφωνα με την τοπική παράδοση κατά την οποία κάποιο ή κάποια από τα εγγόνια, παίρνουν το όνομα του παππού. Το όνομα αυτό υποθέτουμε ότι ήταν σύνηθες στην γραμμή των προγόνων η οποία χάνεται στο βάθος του παρελθόντος, καθώς προφανώς το επίθετο του σογιού (Φίλιππας) προέρχεται από το όνομα του πρώτου γενάρχη του(Φίλιππος), ο οποίος υπολογίζεται να έζησε τον 16ο αιώνα, όταν επιβλήθηκε από την Διοίκηση η υιοθέτηση επωνύμου. Ωστόσο -για κάποιον άγνωστο λόγο- το μέλος της οικογενείας που γεννήθηκε[10] στα μέσα του19ου αιώνα, παρ’ όλο που τυπικά έφερε το όνομα “Φίλιππος”[11], έλαβε και έναδεύτερο όνομα, το οποίο τελικά επικράτησε στις καθημερινές του σχέσεις. Το όνομα αυτό ήταντο όνομα “Κλεάνθης” και κανείς από την οικογένεια δεν μπορεί να μας εξηγήσει σήμερα πώς ακριβώς προέκυψε. Τα νεότεραμέλη από το σόι αυτό, εξακολουθούν να φέρουν το όνομα Φίλιππος. Μία πρώτη σκέψη ήταν ότι εδώ υπήρξε επίδραση του ιδεολογικού ρεύματος του 19ου αιώνα-που ονομάστηκε αρχαιολατρία- και το χαρακτηρίζει μια στάση όπου αποδίδεται τιμή και λατρεία στη αρχαία ελληνική κληρονομιά. Να σημειωθεί ότι η αρχαιολατρίασυνδέθηκε άμεσα και με τις θέσεις του Αδαμάντιου Κοραή. Από την άλλη πλευρά όμως, εφ’ όσον και το Φίλιππος είναι ένααρχαιοπρεπέστατο όνομα, ποιος ο λόγος προσφυγήςτων συγγενών στο όνομα Κλεάνθης;

Εικόνα 3: Αριστερά ο Φίλιππος ο Β΄(από ανδριάντα του 4ου αιώνα Π.Χ.) και δεξιά ο Κλεάνθης ο Άσσιος (από άγαλμα 2ου αιώνα Μ.Χ.)
Ας εξετάσουμε εν συντομία ορισμένα στοιχεία των προσώπων που συνδέονται με τα δύο αυτά ονόματα:
Φίλιππος: Γνωστότερος αρχαίος φέρων το όνομα είναι ο Φίλιππος ο Β΄ ο Μακεδών (382- 336 Π.Χ.). Πρότυπο πολεμιστή και ηγέτη. Κατόρθωσε να ενώσει τα μακεδονικά κρατίδια και δημιούργησε ένα ισχυρό Μακεδονικό κράτος που εκτείνονταν από το Δυρράχιο (δυτικά) μέχρι τον Ίστρο (Δούναβη) βορειοανατολικά με ηγέτιδα δύναμη την Ελλάδα. Κατόρθωσε να ενώσει τις Ελληνικές πόλεις-κράτη και να δημιουργήσει τον Ενιαίο Ελληνισμό, ουσιαστικά θέτοντας τις βάσεις του Ελληνικού Έθνους. Με την δράση και την συμπεριφορά του κατόρθωσε στο Συνέδριο της Κορίνθου το 337 π.Χ., ανακηρύχθηκε “Ηγέτης όλων των Ελλήνων”[12].
Κλεάνθης: Γνωστότερος αρχαίος φέρων το όνομα, ο Κλεάνθης ο Άσσιος, στωικός φιλόσοφος (331/330-232 Π.Χ.). Μαθητής, επί 19 ολόκληρα έτη, και, εν τέλει, διάδοχος του Ζήνωνος, ο δεύτερος κατά σειράν διδάσκαλος της Αρχαίας Στοάς. Υπήρξε μία αξιοσέβαστη προσωπικότητα, πλήρης πνευματικότητας και λέγεται μάλιστα ότι, στα βαθιά του γεράματα, σε ηλικία 99 ετών, έδωσε – με επιλογή του-τέλος στη ζωή του, αρνούμενος λήψη τροφής. Έγραψε συνολικά 57 συγγράμματα, στην πλειονότητά τους ηθικού περιεχομένου. Έχει διασωθεί μόνο ένα εξ αυτών, το έργο του «Ύμνος εις Δία[13][14]».
Εκ πρώτης όψεως -συνεπώς- η μετακίνηση από το Φίλιππο στον Κλεάνθη είναι μετακίνηση από τον πολεμιστή στο διανοούμενο και από την δύναμη στην σοφία. Θα μπορούσε επίσης η μετονομασία αυτή να αντανακλά την πολιτισμική εξέλιξη του πληθυσμού του Νησιού: Από τον «βάρβαρο» 16ο αιώνα της σκληρής διοίκησης των Οθωμανώνόπου έζησε ο γενάρχης Φίλιππος, περάσαμε πλέον στον 19ο αιώνα,«τον αιώνα των φώτων» όπως ονομάστηκε,όπου εμφανίζεται ο απόγονος Κλεάνθης. Μοιάζει, αυτή η αλλαγή του ονόματος, να είναι απλά μια αναγκαστική συνέπεια τηςβαθμιαίας μετάλλαξης– μέσα στο χρόνο -των κοινωνικών προτύπων του αγροτικού πληθυσμού, που ενώ παλαιότερα εμπνεόταν από τη λατρεία των πολεμιστών-Μακεδόνων-ηρώων, πλέον στρεφόταν στην εκτίμηση των φιλοσοφικών και ηθικών προσωπικοτήτων της Κλασικής και Ελληνιστικής αρχαιότητας.
Μοιάζει αλλά δεν είναι! Αν κανείς επιθυμεί να εκφράσει την αντίθεση δύναμης και σοφίας, ο Κλεάνθης ο Στωικός δεν είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να αντιπροσωπεύσει την σοφία. Πριν από την μαθητεία του -υπό τον Ζήνωνα- υπήρξε αθλητής της πυγμαχίας και είναι γνωστό ότι ήταν άνθρωπος μεγάλης σωματικής ρώμης, σε τέτοιο βαθμό ώστε κάποιοι τον αποκαλούσαν «Δεύτερο Ηρακλέα». Στη ζωή του ασκούσε καθαρά σωματικές εργασίες. Όταν εγκαταστάθηκε στην Αθήνα η περιουσία του λέγεται ότι ήταν τέσσερις δραχμές. Για τις σπουδές του έκανε μεγάλες θυσίες, χαρακτηριστικά αναφέρεται η παρακάτω χαρακτηριστική αφήγηση:
«Όταν ο Κλεάνθης ξεκίνησε τα ημερήσια μαθήματα φιλοσοφίας, έπρεπε να κερδίζει τα προς το ζην με νυκτερινή εργασία. Εργάσθηκε λοιπόν ως αρτεργάτης ενώ παράλληλα συμπλήρωνε το εισόδημά του κάνοντας άντληση νερού για λογαριασμό ενός κηπουρού. Τότε ορισμένοι Αθηναίοι πολίτες, παρατηρώντας ότι ήταν υγιής και δυνατός και παρευρισκόταν ανελλιπώς στις παραδόσεις του Ζήνωνος -παρά το ότι δεν είχε φανερούς οικονομικούς πόρους- τον παρέπεμψαν στον Άρειο Πάγο, ώστε να εξηγήσει από πού αντλούσε τα προς το ζην. Όταν κατέθεσαν υπέρ του ο κηπουρός για λογαριασμό του οποίου αντλούσε νερό και η ιδιοκτήτρια του αλευρόμυλου και φούρνου όπου εργαζόταν, οι δικαστές συγκινήθηκαν σε τέτοιον βαθμό για την αφοσίωσή του στη Φιλοσοφία, ώστε ψήφισαν να του χορηγηθούν -τιμής ένεκεν- δέκα μνες από το ταμείο της πόλης, τις οποίες ο ίδιος όμως αρνήθηκε να παραλάβει καθ’ υπόδειξη του δασκάλου του, συνεχίζοντας έτσι να εργάζεται»[15]. .
Ο Κλεάνθης συνεπώς δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως πρότυπο σοφίας. Δεν ήταν ο τύπος του διανοούμενου, του στοχαστή. Αν η αντικατάσταση του ονόματος Φίλιππος διέθετε ένα τέτοιο συμβολισμό, θα επιλεγόταν -πιστεύω- ένα άλλο αρχαίο Ελληνικό όνομα, πιο διαδεδομένο και πιο αντιπροσωπευτικό, π.χ. Πλάτων, Αριστοτέλης, Σόλων κ.λπ. Τι άλλο όμως θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει το όνομα Κλεάνθης-σε αντιπαράθεση μάλιστα με το όνομα Φίλιππος- το οποίο θα ωθούσε κάποιον να το επιλέξει ως όνομα του παιδιού του, κόντρα στην παράδοση και στις κοινωνικές πιέσεις; Ας εξετάσουμε το μοναδικό διασωθέν έργο του Κλεάνθη που είναι -όπως αναφέρθηκε- ο «Ύμνος εις Δίαν». Από το έργο αυτό παραθέτω τους πρώτους στίχους:
κύδιστ᾽ ἀθανάτων, πολυώνυμε παγκρατὲς αἰεί,
Ζεῦ, φύσεως ἀρχηγέ, νόμου μετὰ πάντα κυβερνῶν,
χαῖρε· σὲ γὰρ καὶ πᾶσι θέμις θνητοῖσι προσαυδᾶν.
ἐκ σοῦ γὰρ γενόμεσθα, θεοῦ μίμημα λαχόντες
5μοῦνοι, ὅσα ζώει τε καὶ ἕρπει θνήτ᾽ ἐπὶ γαῖαν·
τῷ σε καθυμνήσω, καὶ σὸν κράτος αἰὲν ἀείσω[16]
(Πρώτε των θεών, πολυώνυμε, παντοτινή εξουσία,
αρχή της πλάσης, που όλα εσύ τα κυβερνάς με νόμο,
ω Δία, σε χαιρετώ· γιατί κάθε θνητός εσένα
είναι σωστό ναπροσφωνεί· βαστούμε απ᾽ τη γενιά σου·
απ᾽ όσα πλάσματα στη γη ζουν και σαλεύουν, μόνοι
εμείς είμαστε ομοίωμα του σύμπαντος· για τούτο
σε υμνώ, γι᾽ αυτό θα τραγουδώ τη δύναμή σου πάντα.)[17]
Ακόμη και σε έναν μη εξειδικευμένο μελετητή, είναι προφανές ότι ο Κλεάνθης εμφανίζει τον Δία ως παντοδύναμο, παντοκράτορα, κυβερνήτη του Σύμπαντος, από τον οποίο πηγάζει η ζωή και προς τον οποίο μοιάζουν όλα τά έμβια όντα. Εδώ λοιπόν είναι σαφής και προφανής η αναλογία με τον πατέρα- Θεό των Χριστιανών (ας θυμηθούμε το «Σύμβολο της Πίστεως», όπως διατυπώθηκε στη σύνοδο της Νίκαιας τον 4ο αιώνα Μ.Χ. και το κείμενο από το βιβλίο της «Γένεσης», «… ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν…[18]»).Οι ομοιότητες όμως αυτές δεν περιορίζονται στους παρατιθέμενους στίχους, αλλά διατρέχουν όλο το κείμενο του έργου αυτού που συχνά μας θυμίζει με την άποψή του και την ορολογία του, τα πρώτα χριστιανικά κείμενα. Μια πιο εκτεταμένη ανάλυση και ερμηνεία αυτού του γεγονότος, υπάρχει στην βιβλιογραφία[19].
Είναι ευρύτερα γνωστό ότι ήδη από τον 17ο αιώνα, το κείμενο του “Ύμνου στον Δία” του Κλεάνθη είχε επανεκδοθεί σε λατινικές και ιταλικές μεταφράσεις και εντάχθηκε στο ευρύτερο ρεύμα του στωικισμού στον Ευρωπαϊκού Διαφωτισμό. Φιλόσοφοι όπως ο Anthony Ashley Cooper (Λόρδος του Shaftesbury, 1671-1713), αλλά και θεολόγοι του ορθολογιστικού προτεσταντισμού είδαν στον Κλεάνθη μια “προχριστιανική” μορφή της πίστεως στον Ένα Θεό. Είναι προφανές, ότι οι απόψεις αυτές, δια των γνωστών διαύλων του κινήματος του Διαφωτισμού, μεταφέρθηκαν τον 19ο αιώνα, τόσο στο Οθωμανοκρατούμενο, όσο και στο Αγγλοκρατούμενο τμήμα της σημερινής Ελληνικής Επικράτειας. Εφ’ όσον συνεπώς, ο Ύμνοςεις Δία είχε “χριστιανικό” κύρος, μήπως τελικά η επιλογή του Κλεάνθη έγινε λόγω των απόψεών του που συμβαδίζουν με τις Χριστιανικές αξίες; Μήπως επιλέχθηκε το όνομα αυτό, διότι συνδέει την Αρχαία Ελλάδα με τον Χριστιανισμό, και έτσι προσδιορίζεται το ονομαζόμενο πρόσωπο, ως Έλληνας το γένος και Χριστιανός το θρήσκευμα;
Θεωρώ ότι ούτε κάτι τέτοιο ισχύει. Ο Κλεάνθης δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστός ούτε για τις «προχριστιανικές» του θέσεις, ούτε καν σαν εκπρόσωπος των στωικών στην κοινωνία των Επτανήσων τον 19ο αιώνα. Εάν υπήρχε η επιθυμία να επιλεγεί ένα αρχαίο Ελληνικό όνομα με θέσεις συμβατές με τον Χριστιανισμό, θα δινόταν άλλη περισσότερο διαδεδομένη ονομασία, π.χ. Σωκράτης. Είναι -όντως- γνωστό ότι πολλές από τις θέσεις του Σωκράτη, καθώς επίσης και οι συνθήκες θανάτου του, προσομοιάζουν στις ιδέες του Χριστιανισμού. Αυτό είχε γίνει κατανοητό αρκετά νωρίς, στους κύκλους της Χριστιανικής Θεολογίας και υπάρχουν πολλά παραδείγματα στοχαστών που περιγράφουν τον Σωκράτη ως πρόδρομο της Χριστιανικής θρησκείας. Στο θέμα της θανάτωσης του Σωκράτη, θα περιοριστούμε όμως σε ένα μόνο Δυτικοευρωπαϊκό παράδειγμα, καθώς τα Επτάνησα είχαν κυρίως τέτοιες επιρροές: Ο λόγιος της Αναγέννησης Έρασμος (Desiderius Erasmus Roterodamus, καθολικός ιερέας και θεολόγος, 1466-1536) είναι γνωστό ότι προσομοιάζει σε κείμενό του, τον Χριστό που προσεύχεται στο «Κήπο της Γεθσημανής» με τον Σωκράτη μέσα στο κελί του, λίγο πριν εκτελεσθεί δηλαδή η καταδίκη τους. Ως προς το θέμα των ιδεών, θα αναφέρω μια χαρακτηριστική φράση που αποδίδεται στον Σωκράτη, «Ει δ’ αναγκαίον ήν αδικείν ή αδικείσθαι, ελοίμην αν μάλλον αδικείσθαι ή αδικείν»[20] και η οποία μπορεί να χαρακτηρισθεί ταυτόσημη με τα λόγια του Ιησού, «Εγώ δε λέγω υμίν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· αλλ’ όστις σε ραπίσει επί την δεξιάν σιαγόνα στέψον αυτώ και την άλλην»[21].
Οι συσχετισμοί αυτοί, ήταν γνωστοί και στην Ελληνόφωνη διανόηση του 19ου αιώνα, αρκεί να αναφερθούμε στο σύγγραμμα του Γάλλου Ελληνιστή και συγγραφέα-καθολικού στο δόγμα- Gustave d’ Eichthal (1804-1886) το οποίο κυκλοφόρησε τότε -μεταφρασμένο Ελληνικά- με τίτλο «Ο Σωκράτης και τα καθ’ Ημάς»[22]. Είναι σαφές ότι το όνομα Σωκράτης ήταν σχετικά αρκετά πιο διαδεδομένο στις κοινωνίες τόσο των Επτανήσων, όσον και της κυρίας Ελλάδος. Η ίδια η οικογένεια Φίλιππα διέθετε μέλος με το όνομα Σωκράτης (γενν. 1858), ο οποίος συγκεκριμέναυπήρξε αδελφός του Κλεάνθη.
Επιστρέφοντας στο όνομα Κλεάνθης, θα μπορούσε ίσως να υποθέσει κανείς ότι η επιλογή του ονόματος έγινε από κάποιον λάτρη του Στωικισμού, κάποιον αρχαιολάτρη διανοούμενο του 19ου αιώνα, ο οποίος έτρεφε πάθος προς την στωική φιλοσοφία και στο«δόγμα» ότι οφείλουμε να ζούμε αρμονικά με τη φύση και το σύμπαν, καλλιεργώντας την εσωτερική ηρεμία, την αρετή και την λογική. Στην περίπτωση αυτή όμως η αναμενόμενη επιλογή θα ήταν ίσως το όνομα Ζήνων (από τον ιδρυτή της Σχολής των Στωικών που ήταν ο Ζήνων ὁ Κιτιεύς 334 – 262 π.Χ.). Θα πρέπει όμως εδώ να τονισθεί, ότι στην Δυτική Ευρώπη- και κατά συνέπεια και στα Επτάνησα του 19ου αιώνα- ο Κλεάνθης δεν υπήρξε ιδιαίτερα αναγνωρίσιμος ως εκπρόσωπος των Στωικών[23]. Τον ρόλο αυτό διατηρούσε –τουλάχιστον την περίοδο του Διαφωτισμού- ο Ρωμαίος Αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος (Marcus Aurelius Antoninus, 121-180 Μ.Χ.) μέσω του έργου του «Τα εις εαυτόν» αποτελούμενο από 12 βιβλία όπου καταγράφονται οι προσωπικές του απόψεις και οι ιδέες του σε σχέση με τον εαυτό του και με το φιλοσοφικό ρεύμα του στωικισμού[24].
- Ο Ταρτούφος

Εικόνα 4: Η φιγούρα του Ταρτούφου όπως αποτυπώθηκε από τις θεατρικές παραστάσεις του έργου, τον 19ο αιώνα (πηγή: Wikipedia)
Φίλιππος
Ναί ! αἱ διδαχαίσου , φίλε , εἶναι ἀληθῶς σοφαί.
Ὅλη ἡ κοσμοσοφία εἰς σὲ μόνον κατοικεῖ.
Ἐσὺ εἶσαι μόνος γνῶσις , φωτισμὸς , καὶ ἠθική.
Διὰ σὲ μόνον ὁ κόσμος καὶ θαυμάζει κ᾿ ἀπορεῖ·
Καὶ σιμᾶσου ὅλ᾽ οἱ ἄλλοι εἶναι ἄνθρωποι μωροί .
Τοῦ αἰῶνος τούτου εἶσαι ἄλλος Κάτων καὶ χρησμός.
Κλεάνθης.
Όχι , φίλε ! δὲν καυχῶμαι , ὅτι εἶμ’ ἐγὼ χρησμός.
Οὔτε ἡ κοσμοσοφία εἰς ἐμὲ ἐγκατοικεῖ ,
Οὔτε εἶμαι μόνος γνῶσις , φωτισμὸς , καὶ ἠθική ·
Πλὴν ἐξεύρω νὰ γνωρίζω , ἂν καὶ τόσον ἀμαθὴς ,
Ποῖος εἶναι μὲν ὁ ψεύσης , ποῖος δὲ ὁ ἀληθής .
Καὶ , καθῶς δὲν βλέπω ἄλλους ήρωας πλέον σεπτοὺς
Παρὰ τοὺς ὁσίους ἄνδρας , τοὺς γνησίους καὶ σωφούς ·
Τίποτε ἐς τὸν κόσμον πλέον εὔμορφου καὶ εὐγενές ,
Παρὰ τοῦ θερμοῦ των ζήλου τ᾽ ἀληθὲς κ᾽ εἰλικρινές ·
Οὕτω δὲν εὑρίσκω ἄλλο πρᾶγμα πλέον μισητὸν
Παρὰ εὐπροςώπου ζήλου προςωπεῖον τὸ πλαςόν ·
Παρὰ τούτους τοὺς ἀγύρτας καὶ ψευδεῖς θεοσεβεῖς,
Οἱ ὁποῖοι μ᾽ ὑποκρίσεις κεκρυμμένας κ᾿ ἀσεβεῖς
Καταχρῶνται ἐλευθέρως καὶ ἐμπαίζουν φανερά
Ὅλα τῶν θνητῶν τὰ πλέον ἀγια καὶ ἱερά
Τῶν ὁποίων κ᾽ εἰς τὰ Θεῖα αἰσχροκέρδεια πολλή ,
Καὶ μετέρχεται ὡς τέχνην , κ᾿ ὡς φορτία τὰ πωλεῖ.
Μὲ ψευδεῖς δὲ ὀμματίας κ᾿ ἐπιπλάς ους σεναγμούς
Θέλουν ν’ ἀγοράσουν δόξαν καὶ ἀξίας καὶ βαθμούς[25]
Ο Γάλλος συγγραφέας και ηθοποιός Jean-Baptiste Poquelin (1622-1673) γνωστός ως Μολιέρος (Molière) θεωρείται από πολλούς ως ο διαχρονικά σημαντικότερος Γάλλος λογοτέχνης. Χωρίς αμφιβολία υπήρξε ο μεγαλύτερος δάσκαλος της κωμωδίας στη δυτική λογοτεχνία και είναι το πρόσωπο που μπόρεσε και την έφερε σε ισοδύναμη θέση με την τραγωδία. Ως καλλιτέχνης θεωρείται ότι ανήκε στο κίνημα του «Κλασικισμού». Πρόκειται για καλλιτεχνικό ρεύμα που γνώρισε μεγάλη άνθιση κατά τον 18ο αιώνα και εκφράστηκε σε όλες τις μορφές της τέχνης. Χαρακτηριστικά του ήταν η στροφή προς την αρχαιότητα, η κυριαρχία της διάνοιας και η επιδίωξη της απόλυτης ισορροπίας ανάμεσα στο συναίσθημα και το νου. Σαν κίνημα αυτό, προηγείται του Διαφωτισμού, ο οποίος εμφανίσθηκε στην Δυτική Ευρώπη, ένα αιώνα αργότερα.
Παρ όλο που ο Μολιέρος ως καλλιτέχνης δεν υπάγεται στο κίνημα του Διαφωτισμού-λόγω της κριτικής του στάσης απέναντι στις κοινωνικές και ανθρώπινες ατέλειες- θεωρήθηκε, πρόδρομός του. Οιεν λόγω ατέλειες είναι το κεντρικό θέμα στα έργα του Μολιέρου όπου ο συγγραφέας τις αναδεικνύει και τις κατακρίνει και η στάση αυτή υιοθετήθηκε αργότερα από τους εκπροσώπους του Διαφωτισμού. Αναλυτικότερα ο Μολιέρος έκανε χρήση της σάτιρας για να αναδείξει την ανθρώπινη υποκρισία, ανοησία και αλαζονεία και η στάση αυτή αποτελεί ένα από τα κύρια στοιχεία που συνδέουν τον συγγραφέα με τις ιδέες του Διαφωτισμού οι οποίες υποστηρίζουν αφ’ ενός την χρήση του ορθολογισμού και κριτικής σκέψης στην καθημερινότητα αφετέρου την απελευθέρωσή μας -ως προσωπικότητες- από τις επικρατούσες προκαταλήψεις.
Ο Μολιέρος ολοκλήρωσε τον Ταρτούφο το 1664-σε ηλικία 43 χρονών,- αλλά από την πρώτη στιγμή που τον παρουσίασε, αντιμετώπισε τεράστιες αντιδράσεις με αποτέλεσμα τόσον οι παραστάσεις του –ως θεατρικό έργο- όσο και η ανάγνωση του αντίστοιχου συγγράμματος να απαγορευτεί. Η εν λόγω κωμωδία είχε ως βασικό πρωταγωνιστή έναν επιφανειακά θρησκομανή άνθρωπο, ο οποίος όμως στην πραγματικότητα ήταν ένας απατεώνας που επιδίωκε δύναμη. Το έτος 1667, ο συγγραφέας-επιχειρώντας ίσως να μετριάσει τις αντιδράσεις-επιμελήθηκε μιας επεξεργασμένης έκδοσής της, την οποία μετονόμασε δίνοντάς της τον τίτλο «Ο απατεώνας». Το έργο όμως εξακολουθούσε να τελεί πρακτικά υπό απαγόρευση μέχρι την 5/2/1669 οπότε -επιτέλους- μπόρεσε ο Μολιέρος χωρίς κανένα πρόβλημα και χωρίς αντιδράσεις, κριτικές και αφορισμούς, να το παρουσιάσει επίσημα ως θεατρική κωμωδία, με τίτλο «Ταρτούφος ή ο απατεώνας» (Tartuffe, ou l’Imposteur), η οποία είχε τότε τεράστια επιτυχία.
Μέσω του έργου «Ταρτούφος» ο Μολιέρος ουσιαστικά εξυμνεί τον άνθρωπο. Η πίστη στον άνθρωπο γι’ αυτόν είναι ανώτερη από την πίστη στον Θεό, ανώτερη από κάθε θρησκευτική ευλάβεια. Επειδή πιστεύει στον άνθρωπο ρίχνει φως –μέσω του θεάτρου- στο αμφιλεγόμενο των ανθρώπων, στις αντιθέσεις,στους δισταγμούς τους, στα παράδοξα που πράττουν και στη διπλή τους όψη, θεωρώντας ότι μόνον έτσι θα διορθώσει τα ελαττώματα των ανθρώπων, δηλαδή τα ελαττώματα της εποχής του. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο ίδιος: «τίποτα δε σωφρονίζει τους ανθρώπους τόσο όσο η απεικόνιση των ελαττωμάτων τους». Και η πίστη του αυτή στην πρόοδο του ανθρώπου είναι εν τέλει που τον εντάσσει στους προδρόμους του Διαφωτισμού[26]
Παρατηρούμε λοιπόν, ότι στο έργο «Ταρτούφος» του Μολιέρου, ένα πρώιμο μεν έργο που ωστόσο-όπως δείξαμε- είναι ενταγμένο στο πνεύμα του Δυτικοευρωπαϊκού Διαφωτισμού, αναβιώνει –μέσω της Νεοελληνικής του μετάφρασης- το δίπολο των ονομάτων «Φίλιππος» και «Κλεάνθης», οι οποίοι είναι αμφότεροι πρωταγωνιστές του έργου, μαζί φυσικά με τον «απατεώνα-Ταρτούφο». Σύμφωνα με την υπόθεση του έργου, ο αφελής Φίλιππος, γίνεται το θύμα του υποκριτή Ταρτούφου όντας μάλιστα πεπεισμένος ότι πράττει σωστά. Αντίθετα ο Κλεάνθης, που διαθέτει την διορατικότητα ώστε να αντιληφθεί τα σχέδια του Ταρτούφου,προσπαθεί να «ανοίξει τα μάτια» του Φιλίππου, και συναντά την απαξίωση. Φυσικά η κωμωδία, έχει αίσιο τέλος και ο Κλεάνθης αποδεικνύεται ότι είχε εν τέλει δίκαιο. Ας δούμε αναλυτικότερα τους δύο αυτούς χαρακτήρες, όπως εμφανίζονται στο έργο:
Φίλιππος: Ο άνθρωπος της ευπιστίας, ο πιστός. Ως πρόσωπο ενσαρκώνει τον τύπο του ευσεβούς οικογενειάρχη. Η πίστη του, ωστόσο, δεν είναι καρπός εσωτερικής κατανόησης, αλλά παθητικής αποδοχής της αυθεντίας.
- Δέχεται τον Ταρτούφο ως θεόσταλτο άγιο,
- Εγκαταλείπει τη λογική και παραμελεί την οικογένειά του,
- Ταυτίζει το ηθικά καλό, με τη θρησκευτική υποταγή.
Η μορφή του συμβολίζει τη σκοτεινή πλευρά της πίστης, εκεί όπου η ευσέβεια μετατρέπεται σε δογματική τύφλωση.
Αυτός ο τύπος ανθρώπου αντιπροσωπεύει τις παλαιές, στατικές αξίες του κόσμου που ο Διαφωτισμός ήθελε να αποδομήσει: Δηλαδή την τυφλή πίστη προς τον πατέρα, τον παπά, τον άρχοντα και –εν γένει- τον “Ταρτούφο” όλων των εποχών
Κλεάνθης:Ο άνθρωπος του λόγου και της μετριοπάθειας. Ως χαρακτήρας εκφράζει τη φωνή της λογικής και της ηθικής αυτονομίας.
- Αρθρώνει νηφάλιο και στοχαστικό λόγο[27],
- Δεν απορρίπτει τη θρησκεία, απλά διαχωρίζει τη γνήσια πίστη από την υποκρισία.
- Πιστεύει ότι η ευσέβεια χωρίς λογική είναι κενή, ενώ η λογική χωρίς ήθος είναι επικίνδυνη
Είναι -ουσιαστικά-ο ορισμός του «ανθρωπιστή» σύμφωνα με τις απόψεις του κινήματος του Διαφωτισμού δηλαδή αυτού που υποστηρίζει την ανθρώπινη λογική, την επιστήμη και την ελευθερία της σκέψης έναντι της θρησκείας και της παράδοσης.
Η ανάλυση αυτή, θεωρώ ότι μας οδηγεί σε μία ικανοποιητική εξήγηση για τους λόγους αντικατάστασης του ονόματος «Φίλιππος», από το όνομα «Κλεάνθης» στην οικογένεια Φίλιππα στα μέσα του 19ου αιώνα. Εδώ όμως γεννάται το ερώτημα κατά πόσον ο Μολιέρος και το έργο του –και ειδικότερα ο «Ταρτούφος»- είχαν ελεύθερη πρόσβαση στο κοινό του λεγόμενου «Ιονικού Κράτους[28]», ώστε να μπορέσουν να επηρεάσουν με το ιδεολογικό τους υπόβαθρο ευρύτερα την κοινωνία της Επτανήσου και να καταστεί έτσι ανεκτός ο συγκεκριμένος «νεωτερισμός». Το κοινό αυτό -αν υποθέσουμε ότι υπήρχε πρόσβαση στο έργο- θα είχε έρθει σε επαφή με το κείμενο του «Ταρτούφου» με δύο δυνατούς τρόπους:
α. Μέσω γραπτού κειμένου (βιβλίο) το οποίο απαραίτητα θα βασιζόταν σε μετάφραση του έργου στην Νεοελληνική, καθ’ όσον αυτή ήταν η γλώσσα που κατανοούσαν τότε οι κάτοικοι της υπαίθρου στα Επτάνησα.
β. Μέσω θεατρικών παραστάσεων του έργου οι οποίες έλαβαν χώρα εντός της Επτανήσου.
Σε σχέση με τα γραπτά κείμενα του έργου, έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής: Όταν ο Μολιέρος παρουσίασε στο Γαλλόφωνο κοινό το έργο «Ταρτούφος» (1669) με μεγάλη επιτυχία, άρχισε η σταδιακή εξάπλωση του θεατρικού έργου αυτού, σε όλο τον γνωστό κόσμο μέσω μεταφράσεων και διασκευών του. Στα συγγράμματα -που κυκλοφόρησαν σε διάφορες γλώσσες- ουσιαστικά παρέμεινε αναλλοίωτο, μόνο το όνομα του βασικού πρωταγωνιστή, του Ταρτούφου ( Tartuffe) και ακριβώς λόγω της μεγάλης απήχησης του ονόματος αυτού, δημιουργήθηκε και ειδικός όρος στην Νεοελληνική γλώσσα, συγκεκριμένα η λέξη «ταρτουφισμός»[29]. Οι λοιποί πρωταγωνιστές του έργου, δηλαδή τόσο ο αφελής Παριζιάνος αστός που στο αρχικό κείμενο ονομαζόταν Orgon όσο και o διορατικός γυναικάδελφός του, ο Cléante, αλλά και όλα τα λοιπά πρόσωπα, άλλαζαν ονόματα, ανάλογα τις εκδόσεις ή τις παραστάσεις.
Το 1815 εκδίδεται στη Βιέννη από τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη (1781-1831) η πρώτη Ελληνική μετάφραση -διασκευή θα έλεγα καλύτερα, γιατί ήταν σε ποιητική μορφή- του «Ταρτούφου», όπου οι πρωταγωνιστές-πλην του επωνύμου ρόλου, φυσικά- λαμβάνουν Ελληνικά ονόματα. Έτσι ο Orgon βαπτίζεται Φίλιππος και ο Cléante, Κλεάνθης[30]. Η αμέσως επόμενη Ελληνική μετάφραση του έργου είναι το 1851 από τον Ιωάννη Ισιδωρίδη Σκυλίτση ή Σκυλίσση (1819-1890), η οποία είχε επίσης έμμετρη μορφή. Ο συγγραφέας στο πρόλογο του έργου ομολογεί ότι δεν γνώριζε ότι είχε μεταφρασθεί ήδη το έργο από το 1815 και ότι του ετέθη υπ’ όψη το έργο του Κ. Κοκκινάκη, λίγο πριν ολοκληρώσει την συγγραφή του, οπότε ήταν πλέον αργά. Στη μετάφραση του 1851, ο Orgon ονομάζεται Λεμβίκης και ο Cléante, Νίκανδρος[31], ενώ η δράση του έργου τοποθετείται σε κάποια συνοικία της Κωνσταντινούπολης η οποία κατοικούταν κυρίως από Έλληνες[32]. Ο συγγραφέας αυτός εξέδωσε και δεύτερη εκδοχή του έργου αυτού, περίπου μία εικοσαετία αργότερα, τοποθετώντας την πλοκή του εντός Ελληνικής επικράτειας και όπου ο Orgon ονομάζεται πλέον Λεσβίκης και ο Cléante παραμένει όμως Νίκανδρος[33].
Από την παραπάνω περιγραφή προκύπτει ότι ο Ταρτούφος υπήρχε μεταφρασμένος στην Νεοελληνική γλώσσα την περίοδο 1815-1850, όταν ενηλικιωνόταν στη Λευκάδα η γενιά που ονομάτισε τον Κλεάνθη Φίλιππα και ότι το μοναδικό υφιστάμενο βιβλίο τότε ήταν του Κ. Κοκκινάκη. Ας αναλογισθούμε –μόνο- ότι το 1815, όταν η κωμωδία αυτή μεταφραζόταν για τους απογόνους του Αριστοφάνη, υπήρχε μόνο ένα «Ελληνικό» Κράτος – το Ιονικό Κράτος- και μόνο ένα Ελληνικό Πανεπιστήμιο εν λειτουργία–η Ιόνιος Ακαδημία- το οποίο ενδεχομένως και να ενσωμάτωσε το βιβλίο αυτό στο διδακτικό υλικό του. Η υπόλοιπη Ελλάδα -τότε- ήταν εκτός του «κλίματος» αυτού, αφού βρισκόταν βυθισμένη στο μεσαιωνικό σκοτάδι της Οθωμανικής κατοχής.
Πέραν όμως αυτού, είναι γνωστό ότι ο συγγραφέας του βιβλίου Κωνσταντίνος Κοκκινάκης, αρχικά –πριν την απελευθέρωση- υπήρξε Έλληνας της διασποράς εγκατεστημένος στη Βιέννη, όπου και φυλακίστηκε εξ αιτίας της στάσης του, απέναντι στην Ελληνική επανάσταση. Την περίοδο αυτή, η λεγόμενη «Γερμανική Συνομοσπονδία» -όπως ονομαζόταν το κρατικό μόρφωμα της περιοχής- είχε στην κατοχή του και το λιμάνι της Τεργέστης, όπου –ως γνωστόν- δρούσε έντονα η ελληνική διασπορά με διανοούμενους που βρίσκονταν σε επαφή με το Ιόνιο Κράτος[34]. Ο Κοκκινάκης, μέσω του περιοδικού της Ελληνικής διασποράς, «Ερμής ο Λόγιος, ἥ Φιλολογικαί Ἀγγελίαι» το οποίο εξέδιδε ο ίδιος, επηρέαζε την Ελληνική κοινότητα της Τεργέστης, η οποία λειτουργούσε ως μεσολαβητής ανάμεσα στη δυτική λογοτεχνία και στους ελληνόφωνους κατοίκους των Επτανήσων. Μετά τη δημιουργία του Ελληνικού κράτους, ο Κοκκινάκης κατόπιν προσκλήσεως από τον κυβερνήτη του Ι. Καποδίστρια, εγκαταστάθηκε στην Αίγινα, όπου δίδαξε στο Κεντρικό Σχολείο, ενώ παράλληλα ασχολούταν με τη συγγραφή διδακτικών εγχειριδίων στην Ελληνική γλώσσα[35]. Η δεδομένησυνεργασία της Ελλάδος και του Ιονικού Κράτους σε θέματα εκπαίδευσης, καθώς και η στενή σχέση Κοκκινάκη-Καποδίστρια, θεωρώ ότι εξασφάλισαν την ανεμπόδιστη διάδοση των συγγραμμάτων του πρώτου στα Επτάνησα, δεδομένης μάλιστα και του μεγάλου ενδιαφέροντος του δεύτερου για την περιοχή αυτή, απ’ όπου είλκε την καταγωγή του. Για τους λόγους αυτούς θεωρώ ότι ο «Ταρτούφος» του Μολιέρου, σε μετάφραση Κ. Κοκκινάκη, ήτα ένα έργο γνωστό στα Επτάνησα, κατά την περίοδο της 1815-1851, επί Αγγλικής Διοίκησης.
Σε σχέση με το ενδεχόμενο να υπήρχε -κατά το ως άνω χρονικό διάστημα- κάποια παράσταση του «Ταρτούφου» στην Νεοελληνική γλώσσα η οποία να παρουσιάσθηκε σε κάποιο νησί από ένα Επτανησιακό θίασο, δεν μπορεί –σ ’αυτή τη φάση-να επιβεβαιωθεί ούτε όμως και να αποκλεισθεί από το υφιστάμενο αρχειακό υλικό. Αυτό που γνωρίζουμε, από την βιβλιογραφία,[36],[37]είναι ότι το θέατρο San Giacomo της Κέρκυρας λειτουργούσε κανονικά εκείνη τη περίοδο και υπήρχαν επίσης θεατρικές παραστάσεις και σε άλλα νησιά (Ζάκυνθος, Κεφαλονιά κ.ά). Επικρατεί η εντύπωση ότι στις επίσημες αυτές σκηνές, παίζονταν μόνο έργα ξενόγλωσσα (όπως Ιταλικές οπερέτες κ.λπ.) αλλά είναι λάθος, διότι ξέρουμε ότι και στην πιο σημαντική εξ αυτών -το θέατρο San Giacomo- παίχθηκε το πρώτο έργο στην Ελληνική γλώσσα το 1817, με μεγάλη συμμετοχή του κόσμου, σε μια παράσταση που τη παρακολούθησε και ο ίδιος ο Άγγλος Ύπατος Αρμοστής[38]. Γνωρίζουμε δυστυχώς, ότι πολλά προγράμματα παραστάσεων και πολλά θεατρικά αρχεία δεν έχουν διασωθεί ή πιθανόν να μην έχουν καν αρχειοθετηθεί.Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπ όψη ότι το θέατρο είναι σαφώς “λαϊκή δραστηριότητα”, επομένως κάποιες παραστάσεις μπορεί να είχαν ερασιτεχνικό χαρακτήρα, τοπικό ή ιδιωτικό χαρακτήρα και να μην άφησαν δημοσιευμένα ίχνη τύπου ή επίσημων ανακοινώσεων. Να υπενθυμίσουμε όμως, πως αν υπήρξε παράσταση του Ταρτούφου, την περίοδο αυτή στα Επτάνησα, θα έκανε αναγκαστικά χρήση του μοναδικού υπαρκτού νεοελληνικού κειμένου της κωμωδίας αυτής δηλαδή κειμένου του Κ. Κοκκινάκη. Και στο κείμενο αυτό, το πρόσωπο που παράμενε προσκολλημένο στο παρελθόν φέρει το όνομα Φίλιππος ενώ ο ορθολογιστής αμφισβητίας ονομάζεται Κλεάνθης.
Τώρα ας επαναφέρουμε το ερώτημα: Θα ήταν δυνατόν μια αγροτική οικογένεια στα μέσα του 19ου αιώνα, σε ένα μικρό απομονωμένο χωριό της Επτανήσου, να απαξιώνει τις μακροχρόνιες παραδόσεις της και τις εντολές του θρησκευτικού κατεστημένου και να δίνει στο βλαστάρι της, ένα όνομα που συμβολίζει τον ανθρωπισμό, δηλαδή την πίστη στην ανωτερότητα της ανθρώπινης λογικής και της επιστημονικής αλήθειας; Φυσικά ναι, εφ’ όσον όμως η κοινωνία αυτή-δηλαδή η κοινωνία της υπαίθρου-είχε ήδη ενστερνισθεί της αρχές του Διαφωτισμού και αμφισβητούσε έντονα τις κοινωνικές αυθεντίες και τα δόγματα, τα οποία ακολουθούσαν πλέον μόνον ολίγοι αφελείς. Θα ήταν πράγματι δυνατόν, αλλά αυτό θα σήμαινε ότι η κοινωνία πίστευε πως το πρότυπο του νέου ανθρώπου είναι πλέον ο «Κλεάνθης» που αμφισβητεί την κάθε μορφής εξουσία και όχι ο αφελέστατος «Φίλιππος». Και ποια ακριβώς γενιά είναι αναμενόμενο να διαθέτει τέτοια πρότυπα; Όχι βέβαια η γενιά του νηπίου Κλεάνθη Φίλιππα που γεννήθηκε το 1859, αλλά οι αμέσως προηγούμενη, γιατί αυτή είναι που –ουσιαστικά- του χαρίζει το όνομα. Είναι μια γενιά που ξεκίνησε 30-40 χρόνια πριν το έτος γέννησης του Κλεάνθη -το 1859- δηλαδή, τα παιδιά των αγροτών και των εργατών γης που όρθωσαν τα στήθη τους στον Αγγλικό στρατό κατοχής, κατά την αιματοβαμμένη εξέγερση του 1819, η οποία έλαβε χώραστην απομονωμένη ύπαιθρο της Λευκάδας.
- Ο αρχαιολάτρης ορθολογιστής θείος με σπουδές στη Κέρκυρα

Εικόνα 5: Η Πηνελόπη προσκομίζοντας το τόξο του Οδυσσέα στους μνηστήρες, έργο του John Flaxman (1755–1826). Η Γεννάδιος βιβλιοθήκη των Αθηνών διατηρεί την εικόνα αυτή, σε συρραφή μαζί με 17 άλλα αντικείμενα -μεταξύ των οποίων και η επί πτυχίω ομιλία του Ευσταθίου Σ. Φίλιππα- και με το γενικό τίτλο «Επτάνησος 16-Δημόσια Εκπαίδευσις». Πρόκειται προφανώς για εκπαιδευτικό υλικό, από την Ιόνια Ακαδημία που αποκτήθηκε μετά την οριστική κατάργησή της, το έτος 1864. Η εικόνα αποδεικνύει ότι εντός του εκπαιδευτικού αυτού ιδρύματος στα Επτάνησα επικρατούσε πνευματικό περιβάλλον όπου ενισχυόταν η αρχαιολατρία και ο κλασικισμός[39].
Απόσπασμα από την επί πτυχίω ομιλία του Ιατρού Ευσταθίου Σ. Φίλιππα ενώπιον του Συλλόγου καθηγητών της Ιατρικής Σχολής στην Ιόνιο Ακαδημία (12/95/1849)[40]:

Παρατηρούμε λοιπόν ότι η επιλογή του ονόματος Κλεάνθης από την οικογένεια Φίλιππα, τον 19ο αιώνα, φαίνεται να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κλίμα κλασικισμού και ορθολογισμού που χαρακτήριζε τότε την επτανησιακή διανόηση. Για μια οικογένεια όπου το Φίλιππος ήταν πατρογονικό όνομα η επιλογή να ονομάζεται ο γιός της Κλεάνθης — στην καθημερινότητα — ήταν επιλογή να δηλώσει έναν άλλο εαυτό από τους προηγούμενους Φιλίππους. Το όνομα Κλεάνθης στην προκειμένη περίπτωση ενσωματώνει στο πρόσωπο αυτό:
- το αρχαίο Ελληνικό όνομα, ενδεικτικό της καταγωγής του
- τη θεατρική ηθική (δηλ. αρχές και αξίες που προβάλλονται μέσα από ένα θεατρικό έργο)
- την αντί-υποκριτική οπτική,
- την ένταξη σε ευρωπαϊκή κουλτούρα,
- και όλ’ αυτά χωρίς αποκοπή από το παρελθόν (το Φίλιππος παραμένει ως επίσημο όνομα).
Η επιλογή του ονόματος Κλεάνθης –από τον πρωταγωνιστή του«Ταρτούφο»-εξυπηρετούσε διότι ήταν ένα ιδανικό μη-κλασικό αλλά “αρχαιοπρεπές” όνομα, κατάλληλο για μια οικογένεια που ήθελε να συμβολίσει τη μετακίνηση της από την παράδοση στην “ορθή” ηθική και λογική. Αυτές τις διαστάσεις όμως της ονομασίας, μόνο ένας μορφωμένος Επτανήσιος -του 1850–- θα μπορούσε να τις ερευνήσει και να τις ενσωματώσει σε κάποια τελική πρόταση. Εδώ, ας μην ξεχνάμε ότι η οικογένεια Φίλιππα, ήταν μία αγροτική οικογένεια σε ένα μικρό Επτανησιακό οικισμό –πληθυσμού περίπου 200 ατόμων- με πολύ δύσκολη πρόσβαση στα μεγάλα οικιστικά κέντρα του Ιονικού κράτους, τα οποία ήταν τα μοναδικά σημεία της επικράτειας, όπου ήταν δυνατόν κάποιος να προσλάβει σοβαρή εγκύκλια και καλλιτεχνική μόρφωση.
Ένα τέτοιο πρόσωπο –ωστόσο- τυχαίνει να υπάρχει στην οικογένεια Φίλιππα την δεκαετία του 1850. Πρόκειται για τον Ευστάθιο Φίλιππα του Σπυρίδωνος, απόφοιτο της Ιόνιας Ακαδημίας και βουλευτή της Ιόνιας Βουλής, θείο του Κλεάνθη Φίλιππα. Αναφέρω -εν συντομία-ορισμένα βιογραφικά του στοιχεία:
ΕυστάθιοςΣ. Φίλιππας[41]: Γεννήθηκε το 1817 στο χωριό Δρυμώνας Λευκάδας και αρχικά εργάσθηκε εκεί ως δάσκαλος, συγκεκριμένα τα έτη 1833-34. Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία (Κέρκυρα) και έλαβε το πτυχίο της Ιατρικής το 1849. Επέστρεψε στη Λευκάδα και άσκησε το ιατρικό επάγγελμα στο Νησί, έχοντας ως έδρα του τον νεοϊδρυθέντα οικισμό του Αγίου Νικήτα και μετακινούμενος μέχρι το άλλο άκρο της,, κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Εξελέγη βουλευτής στην Ιόνιο Βουλή τρεις φορές και ουσιαστικά ήταν ο μοναδικός βουλευτής που δεν προερχόταν από την τάξη των «ευγενών» και των «αρχόντων» της πρωτεύουσας του Νησιού. Μαζί με τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη –με τον οποίο συνεργάστηκε στενά- και τους λοιπούς Ιόνιους βουλευτές, υπέγραψε το γνωστό ψήφισμα της Βουλής, υπερ. της ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα (23 Σεπτεμβρίου 1863). Η τύχη τον αξίωσε να ζήσει αυτό το ευτυχές γεγονός, ωστόσο έχασε την ζωή του λίγο αργότερα, την ίδια χρονιά (1864) καθώς υπέκυψε στις κακουχίες, στη προσπάθειά του να επισκεφθεί ασθενή του στην νότια Λευκάδα.
Για να προσεγγίσουμε τις απόψεις του Ευσταθίου Φίλιππα, στον οποίο θεωρώ ότι οφείλουμε την ονομασία του Κλεάνθη, πρέπει να περιγράψουμε το εκπαιδευτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαπαιδαγωγήθηκε και ειδικότερα την Ιόνιο Ακαδημία, στην πόλη της Κέρκυρας, τον 19οαιώνα. Το ίδρυμα αυτό –ουσιαστικά- υπήρξε το πρώτο Ελληνικό Πανεπιστήμιο, καθώς από τον κανονισμό του οριζόταν ότι “… η νέα ελληνική γλώσσα ήθελε είσθαι το μόνο μέσον διά την παράδοσιν των μαθημάτων εις την Ακαδημίαν.” Η έναρξη της λειτουργίας της έγινε το 1824 και σ’ αυτήν δίδαξαν σπουδαίοι επιστήμονες, λόγιοι και φιλόσοφοι. Ιδρυτής της υπήρξε ο Φρέντερικ Νορθ (αγγλικά: Frederic North, 5th Earl of Guildford) γνωστός και ως Φρειδερίκος Νορθ ή και Γκύλφορδ στην ελληνική γλώσσα, ο οποίος υπήρξε Βρετανός ευγενής, πολιτικός, αποικιακός διοικητής και φιλέλληνας. Η Ιόνιος Ακαδημία μετά την ένωση της Επτανήσου με την Ελλάδα (1864) έπαψε να λειτουργεί οριστικά και πολλοί από τους καθηγητές της επάνδρωσαν το Πανεπιστήμιο της Αθήνας[42].
Οι σπουδές στην Ιόνιο Ακαδημία κινούταν στο πνεύμα του ορθολογισμού που επικρατούσε τότε στη Δυτική Ευρώπη. Το ίδρυμα –αποτέλεσμα της εκπαιδευτικής πολιτικής του κόμητος Γκίλφορδ και της ευρύτερης βρετανικής εποπτείας–τροφοδοτήθηκε από την ευρωπαϊκή πανεπιστημιακή κουλτούρα του Διαφωτισμού, τη νεοαριστοτελική φιλοσοφία των ιταλικών καθολικών πανεπιστημίων και τον ανανεωμένο ιατρικό εμπειρισμό της εποχής. Η ιατρική σχολή της Ακαδημίας, υπό την επίδραση ειδικών που είχαν σπουδάσει σε Παρίσι, Πίζα, Μάλτα και Λονδίνο, έδινε έμφαση στη μελέτη της φύσεως, στη φυσική αιτιολόγηση των νόσων και στον χωρισμό ανάμεσα στην επιστημονική τέχνη και στη λαϊκή θεραπευτική παράδοση[43]. Παράλληλα όμως , κάτω από την επήρεια του φιλελληνικού πνεύματος του ιδρυτή της και του κινήματος του Κλασικισμού που ήταν ακόμη ισχυρό στο Δυτικό κόσμο, επικράτησε στις σπουδές και στην φιλοσοφία της μια τάση αρχαιολατρίας που επιβαλλόταν ακόμα και στο χώρο και το προσωπικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι υπήρχε ο κανόνας ότι η ενδυμασία τόσο των καθηγητών όσο και των μαθητών όφειλε να είναι λευκός χιτώνας, χλαμύδα και κόκκινα πέδιλα[44].
Σ’ αυτό το περιβάλλον εκπαιδεύτηκε ο Ευστάθιος Φίλιππας. Η διατριβή του «Περί των ορίων της Φύσεως και της Τέχνης» (1849) αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της επιστημονικής και φιλοσοφικής κατεύθυνσης που διαμόρφωνε την Ιόνιο Ακαδημία στο μέσο του 19ου αιώνα. Ως μελέτη, αντανακλά ακριβώς την επικρατούσα ιδεολογία: την ιδέα ότι η φύση αποτελεί τον πρωταρχικό ιατρό του ανθρώπου και ότι η ιατρική τέχνη δεν είναι παρά η λογική και επιστημονικά θεμελιωμένη συμπλήρωση της φυσικής διαδικασίας.Η επιλογή των όρων, η σαφής αντιδιαστολή φύσεως και τέχνης και η αποφυγή κάθε μεταφυσικής ή θεολογικής ερμηνείας της νόσου εντάσσουν τον Φίλιππα στον πυρήνα των επτανησίων διανοουμένων που προώθησαν μια κοσμική, εμπειρική και κλασικιστική προσέγγιση της επιστήμης. Η διατριβή του θυμίζει περισσότερο τα συγγράμματα του ιταλικού ιατρικού φυσιοκρατισμού των αρχών του 19ου αιώνα και λιγότερο τα έργα των λόγιων ιατροφιλόσοφων της Οθωμανοκρατίας. Η ίδια η δομή της εργασίας –σύντομη, μεθοδική, σαφώς επιχειρηματολογική– μαρτυρά όχι μόνο την ακαδημαϊκή πειθαρχία της Ιονίου Ακαδημίας αλλά και τη βρετανική παιδαγωγική επιρροή στις ιατρικές εξετάσεις και στις δημόσιες «θέσεις» που παρουσιάζονταν ενώπιον επιτροπών.
Εν κατακλείδι, η ίδια η διατριβή του Ευσταθίου Φίλιππα, λειτουργεί φανερά ως αντανάκλαση του πνευματικού περιβάλλοντος στο οποίο είχε ενταχθεί ο συγγραφέας και το οποίο ήδη περιγράψαμε. Πρόκειται για ένα περιβάλλον όπου η επιστήμη, ο κλασικισμός, η καθαρεύουσα και ο ορθολογισμός συνυπήρχαν και διαμόρφωναν την ταυτότητα των λογίων. Αυτή ακριβώς η ιδεολογική υποδομή είναι που καθιστά εξαιρετικά πιθανό ότι ο ίδιος –ως δάσκαλος, ιατρός και πολιτικά ενεργό μέλος της Λευκαδίτικης κοινωνίας– ήταν το πρόσωπο που εισήγαγε στην οικογένεια το αρχαιοπρεπές όνομα Κλεάνθης. Ένα όνομα όχι ως φιλοσοφική αναφορά αλλά ως πολιτισμικό σύμβολο μιας νέας εποχής: μιας εποχής όπου η αρχαία πατρότητα συνδυάζεται με το ευρωπαϊκό πνεύμα και η παράδοση συνομιλεί με τον ορθολογισμό.

SUMMARY
This study explores the cultural and intellectual environment of nineteenth-century rural Lefkada through the case of a single agrarian family from Agios Nikitas and the unusual appearance of the name “Cleanthes” (Κλεάνθης) in a lineage traditionally dominated by the name “Philippos” (Φίλιππος). Rather than attributing the change to simple antiquarian taste, the article argues that it reflects the penetration of Enlightenment ideas and classical revivalism into the Ionian Islands during the British Protectorate.
Central to this interpretation is the figure of Efstathios S. Filippas (1817–1864)—physician, graduate of the Ionian Academy, and member of the Ionian Parliament—whose education was shaped by rationalism, classicism, and the scientific spirit cultivated at the Academy. His intellectual background, as well as the circulation of Greek adaptations of Molière’s Tartuffe, make it likely that he introduced the name “Cleanthes” to symbolise a new ethical and cultural orientation while preserving the family’s traditional name “Philippos” as the formal one.
The study shows how even a remote rural community could absorb and reinterpret broader European cultural influences, revealing the depth of the Ionian Enlightenment’s impact on local society.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη Ε. (1997): «Η Ιόνιος Ακαδημία : το χρονικό της ίδρυσης του πρώτου ελληνικού πανεπιστημίου (1811-1824»(Μ. Ρωμιός) Αθήνα.
- Αλεξόπουλος Η. (2021): «San Giacomo, 1817: Η «Πολυξένη» του Νερουλού (θεατρική «πρώτη» σε γλώσσα ελληνική)» Ιστοσελίδα «CorfuStories» 25 Ιανουαρίου 2021, 22:35 https://corfustories.com/2021/01/25/san-giacomo-1817-i-polyxeni-toy-neroyloy-theatrik/ (προσπελάστηκε 25/11/2025)
- Αργυρός Α. Π. (2020): «Τα Επτάνησα μετά την Ένωση με την Ελλάδα», (e-book) https://books.google.gr/books?id=eTofEAAAQBAJ&printsec=frontcover&dq=%CE%95%CE%A0%CE%A4%CE%91%CE%9D%CE%97%CE%A3%CE%91+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91+%CE%A4%CE%97%CE%9D+%CE%95%CE%9D%CE%A9%CE%A3%CE%97++%CE%93%CE%9F%CE%93%CE%93%CE%9B%CE%95&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwizjp6ul9PvAhVVJ80KHQlIDl0Q6AEwAHoECAAQAg#v=onepage&q&f=false (προσπελαστηκε 27/11/2025)
- Βλαχόπουλος Γ.Η. (2016): «Πτυχές Στωικής Διδασκαλίας που Επηρέασαν το Χριστιανικό Κίνημα» (Τομέας Φιλοσοφίας/ΕΚΠΑ) Αθήνα
- Γιαννάτου, Α. Ν. (2019): «Επτανησιακός ριζοσπαστισμός 1848-1865» (Περίπλους) Αθήνα
- Γλυκύς Ν. (Εκδ.) (1798): «Διογένoυς Λαέρτιου: Περί Βίων, Δογμάτων και Αποφθεγμάτων των εν Φιλοσοφία Ευδοκιμησάντων Βιβλία Δέκα» Ενετίησι
- ΔεγλέρηςΝ., Χειμωνάς Γ., Ρόζος Β (1983): «Περί των ορίων της Φύσεως και της Τέχνης, Θέσις Ευσταθίου Φίλιππα Λευκάδιου» Αρχ. Ιατρ.Εταιρ. τ.9, τεύχος 3, σελ.430-433
- Δημαράς Κ. Θ. (1977): «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» (Ερμής) Αθήνα
- Έϊχθαλ Γ.Δ. (1884): «Ο Σωκράτης και τα καθ’ Ημάς/Θεολογία του Σωκράτους/ Το περί Προνοίας Δόγμα» (εκ της Ανατολικής Τυπογραφίας Γ. Δρουγουλίνου) Εν Λειψία
- Θερειανού Δ. (1892): «Διάγραμμα Στωικής Φιλοσοφίας/ Μέρος Πρώτον/Αρχαία Στοά» (τύποις Αυστριακού Λόϋδ) εν Τεργέστη
- Καντ Ι. (1971): «Δοκίμια (μετφρ. Ε.Π. Παπανούτσος)» (εκδ. Δωδώνη) Αθήνα
- Καπαδόχος Δ.Χ.(1991): «Το Θέατρο της Κέρκυρας στα Μέσα του ΙΘ΄ Αιώνα» (εκδ. Τήνος) Αθήνα.
- Κιτρομηλίδης Π.Μ. (2004): «Επτανησιακός Διαφωτισμός: Τα όρια της ιδιομορφίας» Πρακτικά Ζ΄ Πανιονίου Συνεδρίου, Λευκάδα 26-30/5/2002, τόμος Α΄, σελ. 241-257 (Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών) Αθήνα
- Κοκκινάκης Κ. (μεταφρ.) (1815): «Ο Ταρτούφος/Κωμωδία εις πέντε πράξεις/ Συντεθείσα Γαλλιστί υπό Μολιέρου..» (εν τη τυπογραφία Ιωάν. Βαρθ. Τσβεκίου) Εν Βιέννη της Αυστρίας.
- Κοντομίχης Π. (2003): «Το Νεοελληνικό Θέατρο στη Λευκάδα 1800-1990» (εκδ. Νεφέλη) Αθήνα
- Κορδάτος Ι.(1983): «Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Από το 1453 ως το 1961» τ. πρώτος (Επικαιρότητα) Αθήνα
- Μίτρη Β.-Τ., Παπαδοπουλος Ι. (επιβ. καθηγ.) (2014): « Ο Ταρτούφος και η εποχή του » (Πανεπιστημιο του Αιγαίου) Ρόδος (Διπλωματική εργασία στο Διεπιστημονικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών με αντικείμενο «Παιδικό Βιβλίο & Παιδαγωγικό Υλικό»)
- Πεντόγαλος, Γ. Η. (1980): «Η Ιατρική Σχολή της Ιονίου Ακαδημίας (1824-1828, 1844-1865)» (χ.ε.) Θεσσαλονίκη
- Ροντογιάννης Π.Γ.(2006): «Ιστορία της Νήσου Λευκάδος, τ. Β´» (Ε.Λ.Μ.) Αθήνα
- Σκυλίσσης-Ισιδωρίδης Ι.(1851): «Ο Ταρτούφος/ Κωμωδία,Μολιέρου του Γάλλου/ Μεταφρασθείσα εμμέτρως & Μετενεχθείσα εις τα καθ Ημάς Ήθη…» (Τυπογραφείον της Εφημερίδος της Σμύρνης) Εν Σμύρνη
- Σκυλίσσης-Ισιδωρίδης Ι.(1871): «Μολιέρου/ Άριστα Έργα/ Εξελληνισθέντα…» (Τύποις Αυστριακού ΛΟΫΔ) Εν Τεργέστη
- Ταμπάκη Ά. (1987):«Η μετάβαση από τον Διαφωτισμό στον Ρομαντισμό στον ελληνικό 19ο αιώνα. Η περίπτωση του Ιωάννη και του Σπυρίδωνα Ζαμπελίου»Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος30, σ.31-45
- Τσιμπουκίδης Δ.(1985): «Φίλιππος Β΄ ο Μακεδών και ο Ιστορικός του Ρόλος» (εκδ. Παπαδήμας), Αθήνα
- Τυπάλδου-Αντωνίου Χ. (2020): «Λευκάδα/ Μια σύντομη διαδρομή στην ιστορία της μέσα στους αιώνες» (Βιβλιοπωλείο Συνθέσεις) Λευκάδα
- ΦίλιππαςΕ. (1849): «ΠερίτωνΟρίωντηςΦύσεωςκαιτηςΤέχνης. Θέσις Αναγνωσθείσα τη 12η Μαϊου 1849 εις τον Σύλλογον της Επιφανούς Ιατρικής, Χειρουργικής και Φαρμακευτικής Σχολής της Ιονίου Ακαδημίας» (Τυπογραφείον Ερμής) Εν Κερκύρα.
- Χιώτης Π. (1874): «Ιστορία του Ιονίου Κράτους από της συστάσεως αυτού μέχρι ενώσεως : Έτη 1815-1864/ Τόμος Α΄» (Τυπογραφείον η Επτάνησος, Χρίστου Σ. Χιώτου) Εν Ζακύνθω
- Χρυσικοπούλου Κ. (2015): «Το Θέατρο στην Κέρκυρα/ Σύντομη Αναδρομή στη Θεατρική Ζωή της Κέρκυρας από τους Μυθικούς Χρόνους έως τον 19ο αιώνα» (Ε.Κ.Σ.) Κέρκυρα
- Ansted D. T.(1863): «The Ionian Islands in the Year 1863» (WM. H. Allen & Co.,) London
- Cleanthes (1928): «Hymn to Zeus» (ed. Laboratory Press) Pittsburgh
- Davidson W.L. (1907): «The Stoic Creed» (T.& T. Clark) Edinburgh
- Hadot P. (1992): «La Citadelle Intérieure. Introduction aux Pensées de Marc Aurèle» (Fayard) Paris
- Long A. A., Sedley, D. N. (1987): «The Hellenistic Philosophers» (Cambridge University Press) Cambridge
- Puchner W. (2017):«Greek theatre between Antiquity and Independence. A History of Reinvention from the Third Century BC to 1830» (Cambridge University Press) Cambridg
- Sellars J. (2006): «Stoicism» (Acumen)Stocksfield, U.K.
- Stavrakopoulou Α. (2013): «Translation as Geographical Relocation: Nineteenth-Century Greek Adaptations of Molière in the Ottoman Empire» Bazzaz, Sahar, Yota Batsaki, and Dimiter Angelov, eds. 2013. Imperial Geographies in Byzantine and Ottoman Space. Hellenic Studies Series 56. Washington, DC: Center for Hellenic Studies.
- Zeller Ε. (1880): «Die Philosophie der Griechen» (Fues’s Verlag)) Leipzig.
[1]Κατά λέξη «τόλμησε να γνωρίζεις», πρόκειται για φράση από το έργο «Επιστολές» (20 Π.Χ.) του Ρωμαίου ποιητή Οράτιου
[2]Βλ. Καντ Ι. (1971)
[3]Πηγή: Παρατηρητήριο για το 1821 (Observatory 1821) https://observatory1821.he.duth.gr/repository/s/observatory1821-el/item/871 (προσπελάσθηκε 07/11/2025)
[4] Βλ. Γιαννάτου, Α. Ν. (2019).
[5] Ο Π. Χιώτης, αναφέρει χαρακτηριστικά ότι όταν ο Άγγλος αντισυνταγματάρχης Στόβενς, επικεφαλής δύναμης 500 οπλιτών βρέθηκε αντιμέτωπος με τους στασιαστές στη θέση «Ράχη» στις Σφακιώτες και τους ζήτησε να διαλυθούν, η απάντηση των εξεγερμένων ήταν : «-Εσείς να απομακρυνθείτε με τους στρατιώτες σας, διότι εμείς δεν έχουμε διαφορές με τους Άγγλους, αλλά με τους άρχοντες που θέλουν να μας αφανίσουν οικονομικά και βιολογικά». Βλ. Χιώτης Π. (1874): Σελ. 210
[6] Βλ. Τυπάλδου-Αντωνίου Χ. (2020): σελ.121
[7] Βλ. Ταμπάκη Ά. (1987).
[8] Ο AnstedD.T. στο σύγγραμμά του (1863) δίνει μια περιγραφή της επισκέψεώς του στην ύπαιθρο του Νησιού και παρατηρεί τέτοια φαινόμενα. Εκφράζει μάλιστα την άποψη ότι αυτά οφείλονται στην εγκατάλειψη της περιοχής. Βλ. σελ. 198 κ.ε.
[9] «Εκ Λευκάδας», άρθρο Αθηναϊκού περιοδικού «Μη Χάνεσαι» (του Βλ. Γαβριηλίδη), τόμος 2, αριθμ. τευχ.155 της 30/4/1881
[10] Εξετάζεται η γέννηση διότι το όνομα του ατόμου αποδιδόταν με την θρησκευτική τελετή της βάπτισης. Όπως είναι δε γνωστό στην Ελλάδα επικράτησε ο νηπιοβαπτισμός από την εποχή του Βυζαντίου
[11]Οι Ορθόδοξοι ιερείς της εποχής, συνήθως δεν αποδέχονταν ως ονόμα νηπίου κάποιο όνομα αν δεν αντιστοιχούσε σε κάποιο γνωστό άγιο της Ορθοδόξου πίστεως. Έπρεπε δηλαδή κάθε άτομο να έχει ονομαστική εορτή. Γι αυτό συχνά εμφανιζόταν πρόσωπα με διπλή ονομασία. Ως εκ τούτου, με διαφορετικό όνομα ήτανγνωστός κάποιος στη θρησκευτική ζωή και διαφορετικό όνομα χρησιμοποιούσε στην καθημερινότητα. Οι Διοικητικες αρχές επί Αγγλικής Διοίκησης δεχόταν την ονομασία που δήλωναν οι οικείοι του νηπίου, ωστόσο επί Ελληνικης Διοίκησης, καθώς η Εκκλησία ήταν κρατικός φορέας, συνήθως γινόταν αποδεκτό το θρησκευτικό όνομα. Η ονομασία που έδινε η Εκκλησία περιγράφεται εδώ ως «τυπική», σε αντιδιαστολή με το «πραγματικό» όνομα του ατόμου που χρησιμοποιούσε στον κοινωνικό του περίγυρο. Χαρακτηριστική παράδειγμα αυτής της αντίφασης ήταν το όνομα Χαρίλαος που είναι προφανώς αρχαίο Ελληνικό. Ο Χαρίλαος γινόταν (και γίνεται) αποδέκτης ευχών για το όνομά του την 10η Φεβρουαρίου που όμως είναι ημέρα μνήμης του αγίου Χαραλάμπους. Είναι προφανές ότι η Εκκλησία τον αποδεχόταν στους κόλπους της ως…Χαράλαμπο.
[12] Βλ.Τσιμπουκίδης Δ.(1985)
[13] Βλ. Θερειανού Δ. (1892):
[14]Bλ.Davidson W.L. (1907)
[15] Ως πηγή του βίου του Κλεάνθη, χρησιμοποιήθηκε το δεκάτομο έργο του Διογένους Λαέρτιου «Περί Βίων, Δογμάτων, και Αποφθεγμάτων των εν Φιλοσοφία ευδοκιμησάντων» (3ος αιώνας Μ.Χ.). Ο Κλεάνθης, μαζί με τους λοιπούς Στωικούς φιλολόγους αναφέρεται στον 7ο τόμο του συγγράμματος. Υπάρχουν πολλές εκδόσεις σύγχρονες και παλαιότερς του έργου αυτού . Η παλαιότερη έκδοση στα Ελληνικά είναι η Γλυκύς Ν. (Εκδ.) (1798) (βλ. βιβλιογραφία)
[16] Βλ. Cleanthes(1928)
[17] Η μετάφραση από τον φιλόλογο Θρασύβουλο Σταύρου (1886-1979)
[18] Βλ. Γεν. 1, 26.
[19] Βλ. Βλαχόπουλος Γ.Η.(2016)
[20]Γοργίας, 469 c, 1-2
[21] Ματθ. ε΄ 39
[22] Βλ. Έϊχθαλ Γ.Δ. (1884)
[23]Βλ. Sellars J. (2006)
[24]Βλ. HadotP. (1992)
[25] Βλ. Κοκκινάκης Κ. (μεταφρ.) (1815): σελ. 56-7
[26] Βλ. Μίτρη Β.-Τ., Παπαδοπουλος Ι. (επιβ. καθηγ.) (2014): σελ. 34
[27] Ουσιαστικά ο Κλεάνθης εκφράζει τις απόψεις του Μολιέρου
[28] Ονομασία που χρησιμοποιήθηκε για το Ηνωμένο Κράτος των Ιονίων Νήσων, αναφερόμενο και ως Ιόνιος Πολιτεία. Ήταν κράτος και προτεκτοράτο του Ηνωμένου Βασιλείου στο Ιόνιο πέλαγος, μεταξύ του 1815 και του 1864 και είχε ως πρωτεύουσα την πόλη της Κέρκυρας
[29] Η υποκριτική συμπεριφορά, ο «φαρισαϊσμός».Βλ. σχετ. λήμμα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη
[30] Βλ. Κοκκινάκης Κ. (μεταφρ.) (1815)
[31] Βλ. Σκυλίσσης-Ισιδωρίδης Ι.(1851)
[32] Βλ. Stavrakopoulou Α. (2013) και http://nrs.harvard.edu/urn- (προσπελάσθηκε 24/11/2025)
[33] Βλ. Σκυλίσσης-Ισιδωρίδης Ι.(1871
[34] Είναι γνωστό ότι το ένα τρίτο των Ελλήνων της Τεργέστης, στα μέσα του 19ου αιώνα, προέρχονταν από τα Ιόνια νησιά Το στοιχείο αυτό από έρευνα του Ι.Μ.Ε., βλ. https://www.ime.gr/projects/migration/15-19/en/v3/photo/italy_ionian.html (προσπελάστηκε 25/11/2025)
[35] Βλ. Κορδάτος Ι.(1983)
[36] Βλ. Χρυσικοπούλου Κ. (2015)
[37]PuchnerW. (2017)
[38] Βλ.Αλεξόπουλος Η. (2021).
[39]Φιλοτεχνημένα αντίγραφα έργων του Flaxman χρησιμοποιούνταν σε πολλά ευρωπαϊκά πανεπιστήμια ως διδακτικό υλικό
[40] Βλ. Φίλιππα Ε.(1849): σελ. 15. Η ομιλία υπάρχει στην Βιβλιοθήκη της Βουλής και στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη. Και οι δύο βιβλιοθήκες μου παρήχαν ψηφιακά αντίγραφα του συγγράμματος και γι’ αυτό τις ευχαριστώ πολύ.
[41] Βλ. Δεγλέρης Ν., Χειμωνάς Γ., Ρόζος Β (1983)
[42] Βλ. Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη Ε. (1997)
[43]Πεντόγαλος, Γ. Η. (1980)
[44] Βλ Αργυρός Α. Π. (2020): σελ.41
ΠΗΓΗ https://aromalefkadas.gr/