Η κρίση ως δίαυλος πολιτειακής μετάβασης – Μερος Ε
Η όξυνση των εθνικισμών και το Μακεδονικό Ζήτημα
ΣΕ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα κυριάρχησε ως πολιτικό αίτημα η αρχή των εθνοτήτων. Διάφοροι λαοί, δηλαδή, διεκδικούν το δικαίωμα της εθνικής ανεξαρτησίας και ζητούν να σχηματίσουν ανεξάρτητα εθνικά κράτη. Στη Χερσόνησο του Αίμου (που κακώς επικράτησε ν’ αποκαλούμε Βαλκανική) σημειώνονται οι πιο έντονες ζυμώσεις, όχι μόνο διότι το εθνικό πνεύμα είναι ισχυρό και οι λαοί βρίσκονται επί αιώνες κάτω από το δυσβάστακτο τουρκικό ζυγό, αλλά και διότι η περιοχή βρίσκεται «εν τριπλαίς αμαξι τοίς»[49], ελέγχει το τρίστρατο που συνδέει Ανατολή – Δύση, Βορρά – Νότο. Είναι το πιο νευραλγικό σημείο της υφηλίου. Όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής επιδιώκουν να δημιουργήσουν δική τους σφαίρα επιρροής, προσπαθώντας να προσεταιρισθούν τα δημιουργούμενα βαλκανικά κρατίδια, ή να αποσπάσουν εδάφη από την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα το ενδιαφέρον της διεθνούς πολιτικής ελκύει η περιοχή, που ονομάζεται Μείζων Μακεδονία. Η περιοχή γίνεται «μήλον της Έριδος» μεταξύ δύο κρατών, του ελληνικού και του αρτισύστατου βουλγαρικού. Βαθμιαία στη διαμάχη παρεμβαίνουν και η Σερβία και η Ρουμανία («κουτσοβλαχικό ζήτημα») αλλά και αλβανικοί εθνικιστικοί πυρήνες. Όσο κι αν η Βαλκανική προσφυώς ονομάστηκε «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης», ωστόσο αυτή διαθέτει το εύφλεκτο υλικό, αλλά τα μίγματα τα φτιάχνουν και τη φωτιά τη βάζουν οι ξένοι.
Το λεγόμενο «Μακεδονικό Ζήτημα», είναι όντως πτυχή του «Ανατολικού Ζητήματος», που δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας ανταγωνισμός μεταξύ των τότε Μεγάλων για το ποιος θα καρπωθεί περισσότερα οφέλη από το θάνατο του «Μεγάλου Ασθενή», όπως απεκαλείτο ο Σουλτάνος και η Αυτοκρατορία του. Συνεπώς, η όξυνση των εθνικισμών οφείλεται περισσότερο σε ξένες προπαγάνδες, επιρροές και επεμβάσεις και λιγότερο ανταποκρίνονταν στις πραγματικές ανάγκες των βαλκανικών λαών. Οι μέχρι χθες, όμως, σκλαβωμένοι στον ίδιο δυνάστη λαοί, διαποτισμένοι από το δηλητήριο του εθνικισμού, μισού σαν περισσότερο ο ένας τον άλλο παρά τον Τούρκο κυρίαρχο. Έτσι αντί να ενωθούν σε μια ευρύτερη συμμαχία και ν’ αποτινάξουν την τουρκική κυριαρχία από την υπόλοιπη Βαλκανική, απεδύθησαν σ’ έναν σκληρότατο μεταξύ τους αγώνα που ο απόηχός του θα διαρκέσει και τον επόμενο αιώνα.
Αυτό, λοιπόν, που ονομάζουμε «Μακεδονικό Ζήτημα» δεν είναι κάτι που δημιουργήθηκε από τους λαούς που ζούσαν στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας, δημιουργήθηκε απ’ έξω, εξυπηρετούσε ξένα συμφέροντα, αφορούσε όμως άμεσα τους κατοίκους της περιοχής, γιατί αυτοί έγιναν θύτες και θύματα. Άλλωστε, αγνοούσαν τον όρο «Μακεδόνες» σαν εθνικό προσωνύμιο. Τον όρο χρησιμοποιούσαν πάντα οι μορφωμένοι Έλληνες ή Ελληνίζοντες όχι σαν εθνικό αλλά σαν τοπικό όνομα, κατά την αρχαία παράδοση. Σχεδόν οι περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς προσθέτουν δίπλα στ’ όνομά τους τ’ όνομα της πατρίδας τους (Βελεστινλής, Μοισιόδαξ, Δημητριείς, Θεσσαλός, Περαιβός), αλλά κανείς δεν διανοήθηκε να αμφισβητήσει την ελληνικότητά τους.
Το «Μακεδονικό» παίρνει τον ιδιοπαθή χαρακτήρα του από τη στιγμή που εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο των πανσλαβικών σχεδίων. Από το 1762, που ο Προηγούμενος της Μονής του Χιλανδαρίου Παΐσιος έγραψε την «Ιστορία Σλοβενο – Βουλγαρική του λαού των Βουλγάρων, των Τσάρων και των Αγίων»[50] μέχρι το 1840 που τυπώθηκε το βιβλίο του Ροβέρτου Συπριέν «Οι Σλάβοι της Τουρκίας», κανείς στην Ευρώπη δεν ήξερε την ύπαρξη βουλγαρικής εθνότητας. Οι μαθητές του Παΐσιου Βελίνος και Απρίλωφ άρχισαν να προπαγανδίζουν τη «βουλγαρική ιδέα» ανάμεσα στους σλαβοφώνους πληθυσμούς και να δημιουργούν τους πρώτους βουλγαρικούς εθνικιστικούς πυρήνες. Η Ρωσία έσπευσε να εκμεταλλευθεί αυτόν τον εθνικιστικό σπινθήρα και μέσω των πανεπιστημίων και προξενείων της να δημιουργεί τη στρατιά των «αποστόλων» της σλαβικής ιδέας.
Η Ρωσία από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου έως τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853 – 1856) θέλησε να χρησιμοποιήσει σαν όργανα της βαλκανικής και μεσογειακής πολιτικής της τους Έλληνες. Δεν πέτυχε και τώρα στρέφεται προς τους Βουλγάρους. Με ρωσικές προπαγανδιστικές και διπλωματικές ενέργειες σχηματίστηκε το 1870 η Βουλγαρική Εξαρχία (αυτοκέφαλη βουλγαρική εκκλησία) και με προέλαση του ρωσικού στρατού σχηματίστηκε το 1877 η Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, που περιορίστηκε με τη Συνθήκη του Βερολίνου. Ουσιαστικά δημιουργός και της βουλγαρικής εκκλησίας και του βουλγαρικού κράτους είναι ο Ρώσος διπλωμάτης Ιγνάτιεφ.
Μπορεί με τη Συνθήκη του Βερολίνου να περιορίστηκε εδαφικά η νέα Βουλγαρία, δεν περιορίστηκαν όμως οι βουλγαρικές επεκτατικές βλέψεις. Λίγα χρόνια αργότερα (1885) πραξικοπηματικά η Βουλγαρία προσαρτά την Ανατολική Ρωμυλία και εφαρμόζει πρόγραμμα εξόντωσης ή εκρίζωσης του εκεί ακμάζοντος ελληνικού στοιχείου. Όλα τα Ελληνόπουλα ηλικίας 6-12 ετών φοιτούν υποχρεωτικά σε βουλγαρικά σχολεία. Απαγορεύθηκε διά νόμου η χρήση της ελληνικής. Παντού διανέμονται βουλγαρικά αλφαβητάρια, ευαγγέλια και προπαγανδιστικά φυλλάδια. Η βουλγαρική προπαγάνδα έφθασε ακόμη και μέχρι του Πανεπιστημίου Αθηνών!
Παράλληλα άλλοι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί άλλων δυνάμεων (Αυστρίας, Αγγλίας, Ιταλίας, Καθολικής και Προτεσταντικής Εκκλησίας) δημιουργούν στο χώρο της Μακεδονίας, χάρη στο «ιδεολογικό μασσάζ» και χρήματα – φυσικά – νέους ιδιότυπους εθνικισμούς. Δημιουργείται η εθνική αλβανική κίνηση, η κίνηση των «Αρωμούνων» (Κουτσοβλάχων), ενώ παράλληλα δραστηριοποιείται και η Σερβία. Έτσι ένας χώρος που ιστορικά, γεωγραφικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά ανήκε στον Ελληνισμό, διεκδικείται από εκείνους, που πριν από λίγα χρόνια, όταν ανέβαιναν κοινωνικά και μορφωτικά, θεωρούσαν τιμή τους να αποκαλούνται Έλληνες. Τώρα οι εμμένοντες στην ελληνική ιδέα αποκαλούνται από τους σλαβόφρονες «Γραικομάνοι»[51].
Στη σύνθεση του «Μακεδονικού Ζητήματος» πρέπει να προστεθούν και δύο άλλοι παράγοντες: α) Η σοσιαλιστική κίνηση στη Βαλκανική και β) Οι Ντονμέδες. Οι πρώτοι Βαλκάνιοι σοσιαλιστές κατάγονταν, κατά πλειοψηφία, από περιοχές της Μακεδονίας. Αυτοί, αντίθετοι προς τον εθνικισμό, έριξαν πρώτοι την ιδέα μιας αυτόνομης Μακεδονίας, έτσι που όλα τα πληθυσμιακά της στοιχεία (Έλληνες, Τούρκοι, Βούλγαροι, Βλάχοι, Εβραίοι, κ.ά.) θα ζούσαν μέσα σε μια σοσιαλιστική αρμονία. Οι «ντονμέδες» πάλι ήταν ένα ιδιότυπο πληθυσμιακό στοιχείο που είχε αποκοπεί από τις θρησκευτικές και φυλετικές ρίζες του. Αρχικά ήταν Εβραίοι που είχαν εξισλαμισθεί. Επιζητούσαν την ένταξή τους σε μια νέα εθνότητα μες στην οποία δεν θα ένοιωθαν παρείσακτοι. Έτσι διεδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στις εθνογενετικές διαδικασίες της Βαλκανικής, ιδίως της Μακεδονίας. Αυτοί ήσαν ο πυρήνας του νεοτουρκικού εθνισμού. Τα κορυφαία στελέχη της στρατιωτικο – πολιτικής ομάδας που είχε τίτλο «Ένωση – Πρόοδος», όπως ο Βεχή μπέης, ο Εμβέρ μπέης, ο Ταλαάτ πασάς και ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ) ήσαν ντονμέδες. Ντονμές ήταν επίσης και ο Χιλμή πασάς, που το 1904 ανέλαβε να εφαρμόσει το ρωσο – αυστριακό σχέδιο μεταρρυθμίσεων στη Μακεδονία και το 1906 υπέθαλψε τις βουλγαρικές τρομοκρατικές ενέργειες κατά του ελληνικού στοιχείου της Ανατολικής Ρωμυλίας (Αγχίαλος, Φιλιππούπολη, κ.λπ.).
Η οργάνωση των βουλγαρικών κομιτάτων
ΣΕ όλη τη διάρκεια του περασμένου αιώνα το ελληνικό κράτος δεν είχε σχεδιάσει μακεδονική πολιτική. Παρά τα κινήματα του 1835, 1853, 1878, 1896, ο Ελληνισμός της Μακεδονίας στηρίχθηκε αποκλειστικά στις δικές του δυνάμεις. Απεναντίας οι Βούλγαροι, μετά το σχηματισμό τους σε κράτος, σχεδίασαν «μακεδονική πολιτική», την οποία εκφράζει παραστατικά μία φράση του συγγραφέα – διπλωμάτη Offeicoff: «Άνευ της Μακεδονίας το βουλγαρικόν κράτον επί της Χερσονήσου του Αίμου είναι άνευ εννοίας και σημασίας. Η Θεσσαλονίκη πρέπει να αποτελέση την πύλην του κράτους τούτου, το φωτίζον όλον το οικοδόμημα παράθυρον (βλ. Νικ. Β. Βλάχου: «Το Μακεδονικόν ως φάσις του Ανατολικού Ζητηματος», σ. 27).
Όταν, λοιπόν, οργανώθηκε η βουλγαρική επίθεση κατά της Μακεδονίας, η Ελλάς βρέθηκε απροετοίμαστη. Δεν είχε φροντίσει να δημιουργήσει τα αναγκαία εθνικά ερείσματα στη Μακεδονία. Έτσι η βουλγαρική κίνηση για τη «βουλγαροποίηση» της Μακεδονίας αναπτύχθηκε με σχετική ευχέρεια, μια και οι «κυρίαρχοι» Τούρκοι έμειναν απαθείς ή έβλεπαν με συμπάθεια ή ανοχή τη δράση των Βουλγάρων κατά των Ελλήνων. Το συντονισμό των βουλγαρικών ενεργειών ανέλαβε η «Μυστική Μακεδονο – Ανδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση» (ΜΜΑΕΟ)[52], που ιδρύθηκε το 1893 – 1894 στη Θεσσαλονίκη από Βουλγάρους της Μακεδονίας, και διευθυνόταν από μία «Κεντρική Επιτροπή» (Centralen Komitet), στην οποία δέσποζαν οι Γκότσε, Ντέλτσεφ, Νταμιάν Γκρούεφ, κ.ά. Το 1895 με την υποστήριξη του Βούλγαρου πρωθυπουργού Στοΐλωφ ιδρύεται η «Ανωτάτη Επιτροπή» (Varhoven Komitet), αλλ’ οι εσωτερικές αντιθέσεις μετατρέπουν την ΤΜORO σε VMORO, δηλαδή σε «Εσωτερική»[53] αντί του παλαιότερου «Μυστική». Αργότερα (1907) το θρακικό τμήμα της οργανώσεως αποσπάται κι έτσι η οργάνωση έμεινε (και μένει γνωστή σαν «Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση» (ΕΜΕΟ ή βουλγαρικά VMRO[54]). Όμως και μέσα στην ΕΜΕΟ, λόγω αντιθέσεων, έχουμε δύο σκέλη:
α) Το Κομιτάτο των Σαντραλιστών (Centralen Komitet), που εμμένει στο δόγμα της αυτονομίας και στο σύνθημα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες».
β) Το Κομιτάτο των Βερχοβιστών (Varhoven Komitet), που ιδρύθηκε το 1905 από τον στρατηγό Τσάντεφ, με υπαρχηγό τον Πρωτογέρωφ. Είναι δημιούργημα των σωβινιστικών κύκλων της Σόφιας. Ανάμεσα στις δύο φατρίες ξέσπασε αλληλοσπαραγμός[55], λόγω κυρίως αντιθέσεων σε θέματα τακτικής. Από το 1895 η BMORO (ΕΜΑΕΟ) δημιουργεί τα πρώτα ένοπλα τμήματα που δρουν στη Β. και Β.Α. Μακεδονία. Η Κρητική Επανάσταση (1896), η εισβολή ανταρτ κών σωμάτων στη Μακεδονία υπό τους Μπρούφα, Τάκη, Παπαδήμο κ.ά. (1896) και κυρίως ο ατυχής για τα ελληνικά όπλα ελληνοτουρκικός πόλεμος (1897) ευνόησαν την ανάπτυξη των Βουλγάρων. Οι Τούρκοι παρεχώρησαν στην Εξαρχία δύο ακόμη μητροπολιτικά βερά τα, ενώ βουλγαρικές συμμορίες, διευθυνόμενες από Βούλγαρους αξιωματικούς προβαίνουν σε καταστροφές ελληνικών χωριών, δολοφονίες προκρίτων, δασκάλων, ιερέων, κ.λπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο βιλαέτι Θεσσαλονίκης από το 1897 έως τα τέλη Δεκεμβρίου 1899 είχαμε 40 φόνους Ελλήνων. Από το Φεβρουάριο έως το Νοέμβριο του 1904 είχαμε 150 φόνους και φονικές απόπειρες. Στο βιλαέτι Μοναστηρίου μεταξύ των ετών 1900 – 1903 είχαμε 134 φόνους και δολοφονικές απόπειρες. Τον επόμενο χρόνο (1903 – 1904) είχαμε 133 φόνους και δολοφονικές απόπειρες.
Το Ηλί – Ντεν (20 Ιουλίου 1903)
ΟΙ Βούλγαροι, για να προσδώσουν στη δράση τους στη Μακεδονία διεθνή απήχηση, οργάνωσαν ένα «παμμακεδονικό» κίνημα, στο οποίο παρέσυραν και μερικούς σλαβόφωνους αλλ’ ελληνικού φρονήματος Μακεδόνες. Το κίνημα ξέσπασε στις 20 Ιουλίου 1903, εορτή του προφήτη Ηλία και ονομάστηκε «Ηλί – Ντεν» (= ημέρα του προφήτη Ηλία). Δεν είχε ευρεία απήχηση, με εξαίρεση το ελληνικότατο Κρούσοβο, το οποίο πολιορκήθηκε και καταστράφηκε από τις τουρκικές δυνάμεις του Μπαχτιάρ πασά. Οι Τούρκοι κατέστρεψαν και δύο ακμαία ελληνικά αλλά βλαχόφωνα χωριά, την Κλεισούρα και τη Νεβέτσκα (Νυμφαίο). Η καταστροφή του Κρουσόβου είχε τις ακόλουθες συνέπειες: α) Κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη του μακεδονικού λαού προς τη βουλγαρική προπαγάνδα. β) Την 1η Οκτωβρίου 1903 οι αυτοκράτορες Ρωσίας και Αυστρίας συναντήθηκαν στο Μύρστεγκ και ενέκριναν σχέδιο που υποβλήθηκε στην Πύλη, με σκοπό την ειρήνευση (Γενική αμνηστία, οργάνωση χωροφυλακής υπό Ευρωπαίο αξιωματικό, διορισμός Ρώσων και Αυτ στριακών εκπροσώπων κοντά στον Τούρκο Γενικό Επιθεωρητή). γ) Αφύπνιση του Ελληνισμού. Ο Γνάσιος Μακεδνός στο πολύκροτο άρθρο του «Μακεδονική κρίσις» (Ακρόπολις, 12 Σεπτεμβρίου 1903) τελειώνει ερωτηματικά: «Μέχρι του Κρουσόβου εκοιμώμεθα. Αλλά μη και εξυπνήσαμεν εντελώς;», φαίνεται ότι ο εθνικός λήθαργος πέρασε. Ο βασιλιάς Γεώργιος είπε στον πρωθυπουργό Θ. Δηλιγιάννη: «Την Μακεδονία να κοιτάξετε. Διότι χωρίς αυτήν η Ελλάς αδύνατον να ζήσει».
Η ελληνική αντίδραση
MΕ τη συγκατάνευση της κυβερνήσεως Θεοτόκη και της Γενικής Διοικήσεως Στρατού στάλθηκαν στη Μακεδονία σαν ζωέμποροι οι αξιωματικοί Αναστ. Παπούλας, Αλεξ. Κοντούλης, Παύλος Μελάς και Γ. Κολοκοτρώνης, για να διερευνήσουν τις δυνατότητες διεξαγωγής ενόπλου αγώνα. Ήδη στα μακεδονικά βουνά δρούσαν σώματα εντοπίων (Καπετάν Κώττας, Στρεμπενιώτης, κ.λπ.). Οι παραπάνω αξιωματικοί συνέταξαν θετική έκθεση κι έτσι αποφασίζεται στη βουλγαρική βία να ο αντιταχθεί η ελληνική. Σχηματίζεται το «Μακεδονικό Κομιτάτο» υπό την προεδρία του δημοσιογράφου Δημ. Καλαποθάκη. Τα πρώτα ο ελληνικά σώματα μ’ επικεφαλής νεαρούς αξιωματικούς και Κρήτες και Μανιάτες οπλαρχηγούς εισέρχονται στη Μακεδονία το Σεπτέμβριο του 1904. Πρωτοπόρος και πρωτομάρτυρας υπήρξε ο υπολοχαγός Παύλος Μελάς (Μίκης Ζέζας), που σκοτώθηκε στη Στάτιστα των Κορεστίων.
«Στρατηγεία» για τη διεύθυνση του Αγώνα ήταν τα προξενεία Θεσσαλονίκης και Μοναστηρίου. Στο πρώτο υπηρετούσε ως γενικός πρόξενος ο Λάμπρος Κορομηλάς, που είχε υπό την εποπτεία του την περιοχή του Βάλτου (Λίμνη Γιανιτσών), στην οποία δόθηκαν οι πιο σκληρές μάχες. Εκτός από τους ντόπιους καπεταναίους, στο Βάλτο πολέμησαν οι Τέλλος Αγαπητός (Τέλλος Άγρας), Νικηφόρος (Δεμέστιχας), Ματαπάς (Αναγνωστάκος), Παπατζανετέας, Κάλας, κ.ά. Στο προξενείο Μοναστηρίου υπηρετούσε ο Ίων Δραγούμης (ο Ίδας των ελληνικών γραμμάτων), που αναδείχθηκε σε ψυχή του Μακεδονικού Αγώνα. Στην περιοχή αυτή, εκτός από τους εντόπιους, έδρασαν οι Τσοτάκος (Γέρμας), Τσόντος (Βάρδας), Καούδης, Κατεχάκης, Μακρής, Καραβίτης, Βλαχάκης (Λίτσας), Βολάνης, Πετροπουλάκης, Σπυρομήλιος, Καλομενόπουλος, Γύπαρης, κ.ά. Η δράση των Μακεδονομάχων απλώθηκε έως την περιοχή του Μοριχόβου. Εδώ αγωνίστηκε ο επιλοχίας Κονδύλης, ο μετέπειτα ιδρυτής του «Βήματος» Δημήτριος Λαμπράκης, ο καπετάν Γαρέφης από το Πήλιο που σκοτώθηκε και τάφηκε στο χωριό Γραδένιτσα. Στους πράκτορες πρέπει να αναφερθούν ο Νεόκοσμος Γρηγοριάδης, ο Στυλιανός Γονατάς, ο γιατρός Δημ. Ζάννας, ο δάσκαλος Γ. Καραμανλής (πατέρας του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας) και ο Αθανάσιος Σουλιώτης – Νικολαΐδης. Ο Αγώνας εκτάθηκε και στην Ανατολική Μακεδονία με οργανωτικό κέντρο το προξενείο Σερρών.
Μεγάλη ήταν η συμβολή του κλήρου και στις θυσίες και στον Αγώνα. Ο μητροπολίτης Κορυτσάς Φώτιος Καλπίδης, ο Γρεβενών Αιμιλιανός και Ελευθερουπόλεως Γερμανός βρήκαν οικτρό θάνατο από κομμιτατζήδες. Οι μητροπολίτες Δράμας Χρυσόστομος (ο μετέπειτα εθνομάρτυς Σμύρνης), ο Ειρηναίος Μελενίκου και ο Γερμανός Καστοριάς εκτοπίσθηκαν για την εθνική δράση τους. Αλλ’ αυτός που υπήρξε εμψυχωτής του Αγώνα στις πρώτες δύσκολες στιγμές ήταν ο μητροπολίτης Γρεβενών Γερμανός Καραβαγγέλης. Το μένος των Βουλγάρων κατά των Ελλήνων κληρικών δεν είχε όριο. Επίσης δεν είχε όριο και η θηριωδία εξαρχικών κληρικών. Ο εξαρχικός μητροπολίτης Νευροκοπίου είναι αυτός που αφού διέταξε τη σφαγή του Κ. Χρηστίδη, διατύπωσε το δόγμα της αυτοαπαλλαγής: «Ο φόνος Έλλη- να συγχωρείται».
Οι συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων – Βουλγάρων σταμάτησαν το 1908 με την επανάσταση των Νεοτούρκων, παρά τις προειδοποιήσεις του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ ́, που καλούσε τους Έλληνες να μη δώσουν πίστη στις τουρκικές διακηρύξεις για «ισότητα – ελευθερία – αδελφότητα» και να μην καταθέσουν τα όπλα. Ο Μακεδονικός Αγώνας απεσόβησε τον κίνδυνο του εκβουλγαρισμού της Μακεδονίας, εξύψωσε το φρόνημα του λαού, που είχε καταπέσει λόγω της ήττας του 1897 και σφυρηλάτησε τη γενεά των λαμπρών Ελλήνων αξιωματικών που θα σημειώσουν τις επιτυχίες των Βαλκανικών πολέμων, τις νίκες του Α ́ Παγκοσμίου Πολέμου και θα φέρουν την ελληνική σημαία έως τις παρυφές της Άγκυρας. Οι μετέπειτα συμφορές δεν βαρύνουν τους γενναίους.
Συνεπώς, από την κρίση του «Μακεδονικού» η Ελλάς εξήλθε περισσότερο ενδυναμωμένη ηθικά.
Νέα φάση του Μακεδονικού
Όπου το Μακεδονικό γίνεται «Μακεδονικό»
Ο Α ́ Βαλκανικός Πόλεμος (1912 – 1913), που κράτησε περίπου πέντε μήνες, σάρωσε ως κάρφος αχύρου την τουρκική κυριαρχία στη Βαλκανική. Η Θράκη και η Ανατολική Μακεδονία κατακτήθηκαν από το βουλγαρικό στρατό. Ο ελληνικός πληθυσμός – γνώρισε σε πιο οργανωμένη – υπό κρατική αιγίδα – τη βουλγαρική θηριωδία. Ιδίως η θηριωδία εκδηλώθηκε εντονότερη, όταν ξέσπασε ο Β ́ Βαλκανικός Πόλεμος και ο βουλγαρικός στρατός υποχωρούσε – πυρπολώντας τα πάντα – προ του προελαύνοντος ελληνικού. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η θηριωδία των Βουλγάρων στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν επί μία τριετία (1915 – 1918) ανακατέλαβαν τη Δυτική Θράκη και Ανατολική Μακεδονία. (Τα θύματα υπολογίζονται σε 100.000). Άρα, για τους Βουλγάρους οι βλέψεις επί της Μακεδονίας παρέμεναν ασίγαστος πολιτικός πόθος και στόχος. Γι’ αυτούς το Μακεδονικό δεν είχε λήξει με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (28 Ιουλίου 1913).
Θα περίμενε όμως κάθε καλόπιστος μελετητής πως το Μακεδονικό θα έληγε οριστικά με τη Συνθήκη του Νεϊγύ (Νοέμβριος του 1919), με την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών. Πολύ περισσότερο μετά την Μικρασιατική καταστροφή, όταν στη Μακεδονία εγκατεστάθησαν περίπου 700.000 πρόσφυγες. Αλλά κι αν δεν υπήρχε Μακεδονικό, έπρεπε να εφευρεθεί. Και αυτή τη φορά το Μακεδονικό δεν είναι κατασκευή της πανσλαβικής, αλλά της κομμουνιστικής πολιτικής. (Ασχέτως αν στο μέλλον εξελιχθεί και πάλι σε πανσλαβικό ιδεολόγημα)[56]. Αυτή τη φορά το «Μακεδονικό» αλλά και το «θρακικό» κατασκευάζονται «in vitro» από μία σύγκλιση συμφερόντων της Γ ́ Διεθνούς (Κομμιντέρν) και του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
Ο Γιάννης Μαρίνος σ’ ένα εμπερίστατο άρθρο που δημοσίευσε στον «Ο.Τ.» στις 19 Μαρτίου 1992 έγραφε: «Διερωτάται μάλιστα κανείς αν η Μόσχα επέβαλε στην Κομμουνιστική Διεθνή το πανσλαβικό της Σχέδιο ή μήπως ο Δημητρώφ το υπέδειξε στη Μόσχα, ώστε να εξυπηρετήσει το εθνικιστικό όνειρο των δικών του συμπατριωτών για τη Μεγάλη Βουλγαρία. Ούτως ή άλλως το ένα σχέδιο είναι προέκταση του άλλου».
Το β’ λενινικό πείραμα
Ο νέο «μακεδονικό» είναι απότοκο της κρίσης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, απότοκο της κρίσης της μπολσεβικικής πρακτικής και ειδικότερα της κρίσης που πέρασε το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα, ιδίως μετά την αποτυχία του εγχειρήματός του να καταλάβει militari manu την εξουσία. Την κρίση αυτή εισέπραξε το λυμφατικό τότε ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό – Εργατικό Κόμμα Ελλάδος) που μετονομάσθηκε, μετά την «μπολσεβικοποίησησή» του σε Κομμουνιστικό. Και όχι απλώς την «εισέπραξε», αλλά και τη διατήρησε και τη διατηρεί, με αποτέλεσμα να μην μπορεί έκτοτε να χαράξει σταθερή εθνική πολιτική. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι Βαλκάνιοι κομμουνιστές ηγέτες είχαν υπό μαρξιστικό – διεθνιστικό ένδυμα μια έντονη εθνικιστική ιδιοσυγκρασία. Κι ακόμη ως προς τη Βουλγαρία: πάντα (μέχρι και σήμερα) η ΕΜΕΟ παραμένει πανίσχυρη, αόρατος αρχή, μια τεράστια αράχνη που απλώνει τον ιστό της σε παγκόσμια κλίμακα. Φυσικά, ποτέ η ΕΜΕΟ δεν αφίσταται από το όραμα του εκβουλγαρισμού της Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένου και του μικρού τμήματος που κατέκτησε ο σερβικός στρατός στους Βαλκανικούς πολέμους. Οι σχέσεις ΕΜΕΟ και Βουλγάρων κομμουνιστών ήταν – παρά τις κατά καιρούς αντιθέσεις – στενές». Είναι ενδεικτικό ότι στη συνδιάσκεψη του Παρισιού (1918) η αντιπροσωπεία της ΕΜΕΟ, ενισχύθηκε από το επιφανές στέλεχος του ΕΚΚ, τον Ντήμο Χατζηντήμωφ, για να θέσουν από κοινού το θέμα της πολιτικής αυτονομίας της Μακεδονίας υπό την αιγίδα της Κοινωνίας των Εθνών.
Επαναθέτουμε το ερώτημα του Γιάννη Μαρίνου: Η Κομμιντέρν επέβαλε στο Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα το «Μακεδονο – θρακικό» ή vice versa (αντιστρόφως) οι Βούλγαροι κομμουνιστές «πέρασαν» την πολιτική τους στην Κομμιντέρν κι αυτή ακολούθως πέρασε «διά πυρός και σιδήρου» τα άλλα «αδελφά» βαλκανικά κομμουνιστικά κόμματα, για να δεχθούν τη γραμμή της; Το ζήτημα είναι πιο περίπλοκο κι από τον Γόρδιο Δεσμό. Εν πρώτοις, η μπολσεβικική ιδεολογία και πρακτική, που στηρίζεται στη λενινιστική «πλατφόρμα, ότι η προλεταριακή επανάσταση θα επιβληθεί πρώτα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες – παρ’ όλο που δεν έλειψαν επαναστατικά κινήματα – απέτυχε παταγωδώς. Ακολούθως ο Λένιν συλλαμβάνει το επαναστατικό πρόβλημα περισσότερο ευφυώς: οι κομμουνιστές να συνδεθούν με τα αγροτικά, εθνικά κινήματα διαφόρων λαών και να μετατρέψουν τον αγώνα τους από αγροτικό ή εθνικό σε ταξικό. Και φυσικά μέσα σε μια αταξική κομμουνιστική κοινωνία θα έβρισκαν τη λύση τους όλα τα αγροτικά και εθνικά προβλήματα.
Η Βουλγαρία διέθετε ισχυρό αγροτικό κόμμα υπό το Σταμπολίνσκυ, που το 1919 παίρνει την εξουσία και θεσπίζει μια σειρά από αγροτικούς νόμους που ευνοούν τη μικρή αγροτική ιδιοκτησία. Διέθετε όμως και το ισχυρότερο (μετά το μπολσεβικικό του Λένιν) κομμουνιστικό κόμμα στον κόσμο, οργανωμένο σε στρατιωτική βάση. Στις 20-27 Σεπτεμβρίου 1923 ξεσπάει κομμουνιστικό κίνημα στη Βουλγαρία με σκοπό την κατάληψη της εξουσίας, υπό την καθοδήγηση του Βασίλη Κολλάρωφ, Βούλγαρου ηγέτη που είχε εκλεγεί Γραμματέας της Κομμιντέρ. Το κίνημα απέτυχε, αφού στοίχισε στο κομμουνιστικό κόμμα 5.000 νεκρούς, και 15.000 συλληφθέντες. Οι κομμουνιστικές πηγές δεν λένε τι στοίχισε στον υπόλοιπο πληθυσμό.
Παρά την ήττα του, το Β.Κ.Κ. δεν αποδυναμώθηκε. Στις εκλογές μάλιστα του Νοεμβρίου 1923 μία ένωση κομμουνιστών – αγροτών πήρε το εκπληκτικό ποσοστό 30%. Αλλ’ η δύναμη των Βουλγάρων κομμουνιστών ήταν στο εξωτερικό και ιδίως στους μηχανισμούς της Κομμιντέρν. Με υπόδειξη της τελευταίας η Βαλκανική Σοσιαλιστική Ομοσπονδία στο τρίτο συνέδριό της (15 Ιανουαρίου 1920) μετονομάστηκε σε «Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία». Μέσα στα πλαίσια της Ομοσπονδίας αυτής ο Κολλάρωφ θέτει το Σεπτέμβριο του 1920 (δεύτερη Συνδιάσκεψη) θέμα αυτονόμησης Μακεδονίας – Θράκης, θέση που απέκρουσε ο εκπρόσωπος του ΚΚΕ Γ. Γεωργιάδης. (Το 1923 ο Γεωργιάδης απεχώρησε από το ΚΚΕ). Ο Κολλάρωφ επαναφέρει το ζήτημα στο 3ο Συνέδριο της Κομμιντέρν (22 Ιουνίου – 22 Ιουλίου 1921) αλλά την απέκρουσαν όλες οι βαλκανικές αντιπροσωπείες. Ο Γ. Γεωργιάδης συναντήθηκε μάλιστα με τον Λένιν και του υπέδειξε πως μια τέτοια πολιτική θα προσέκρουε στην εθνική ευαισθησία των Ελλήνων και θα εμπόδιζε την ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος. Εν τω μεταξύ, ο Κολλάρωφ είχε εκλεγεί Γραμματέας της ΒΚΟ. Από τη θέση αυτή επαναφέρει το ζήτημα στην 6η Συνδιάσκεψη της ΒΚΟ[57], όπου για πρώτη φορά γίνεται λόγος για «Μακεδονικό έθνος με αμιγή μακεδονική συνείδηση». Μια περικοπή είναι ενδεικτική: «Οι κατοικούντες εις την Μακεδονίαν Έλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι και Αλβανοί είναι Μακεδόνες με καθαρώς μακεδονικήν συνείδησιν και οι κατοικούντες εις την Θράκην Έλληνες, Τούρκοι και Βούλγαροι είναι Θράκες με θρακικήν συνείδησιν, δικαιούμενοι αυτονομίας και ανεξαρτησίας ως έχοντες ιδιαιτέραν συνείδησιν». Τη θέση αυτή κατεψήφισαν οι Γιουγκοσλάβοι αλλά την ψήφισε ο αντιπρόσωπος του ΚΚΕ Ν. Σαργολόγος, άνθρωπος χωρίς καθαρή συνείδηση, που έφαγε τα χρήματα, τα οποία έστειλε στο ΚΚΕ η Κομμιντέρν, και μαζί με μια Γερμανίδα «συναγωνίστρια» διέφυγε στην Αμερική, «παίρνοντας», όπως λέει ο Γ. Κορδάτος, μαζί του και «τα χρήματα του κόμματος» («Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», τ. Ε ́, σελ. 617, υποσ.).
«Ζητούνται Μακεδόνες»
ΑΠΟ τα παραπάνω φαίνεται σαφώς ότι η Κομμιντέρν χρησιμοποίησε τη Βαλκανική, λόγω σεισμικότητας του πολιτικού εδάφους και της κρατικής αστάθειας, σαν δεύτερο χώρο του επαναστατικού λενινικού πειράματος. Εφόσον ο μπολσεβικισμός δεν επιβλήθηκε στις χώρες του ώριμου καπιταλισμού, μπορούσε να επιβληθεί στις χώρες του ανώριμου καπιταλισμού, ακριβώς λόγω της ανωριμότητάς του. Οι μπολσεβίκοι χρησιμοποίησαν σαν αιχμή του δόρατος του το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα, αλλά και τούτο χρησιμοποίησε την μπολσεβικική ιδεολογία και την Κομμιντέρν όχι απλώς σαν μέσα για την κατάληψη της εξουσίας στη Βουλγαρία, αλλά και για την πραγμάτωση του μεγαλοβουλγαρικού οράματος. Είναι ενδεικτικό ότι ο Β. Κολλάρωφ κατά τις παραμονές της 6ης Συνδιάσκεψης είχε δηλώσει απροκάλυπτα: «Η κατοχή της Μακεδονίας και ιδιαίτερα του λεκανοπεδίου του Αξιού κάνει δυνατή την κυριαρχία στη Θεσσαλονίκη, κι αυτό σημαίνει έξοδο στη θάλασσα». (Απόσπασμα από το επίσημο όργανο της Κομμιντέρν Komunisticeskij International, αριθμ. 3, 1923, που παρατίθεται στο βιβλίο του Αλ. Παπαπαναγιώτου: «Το Μακεδονικό ζήτημα και το Βαλκανικό Κομμουνιστικό Κίνημα» σελ. 42).
Τότε, υπό την επίνευση του Β.Κ.Κ., που αντλεί τις εμπνεύσεις του από τις αρχές του Λένιν, που τις ερμηνεύει όπως το συμφέρει, αρχίζει να κυκλοφορεί ο όρος «Γεωγραφική Μακεδονία» (η «ιστορική Μακεδονία», δηλαδή αυτή του Φιλίππου και Αλεξάνδρου είχε περιέλθει σε ποσοστό 91% στο ελληνικό κράτος), ν’ αναζητείται ο πληθυσμιακός φορέας που θα υποδυόταν το ρόλο του αμιγούς «Μακεδόνα» και ο πολιτικός εκφραστής του πληθυσμιακού αυτού στοιχείου. Σαν «καθαρόαιμοι Μακεδόνες» θεωρήθηκαν οι σλαβόφωνοι της Μακεδονίας και κυρίως αυτοί που με την ανταλλαγή των πληθυσμών είχαν καταφύγει στη Βουλγαρία κι έτρεφαν μίσος για την Ελλάδα. Φυσικά πολιτικός εκφραστής της «Μακεδονικής Ιδέας» είναι η πανίσχυρη – παρά τις εσωτερικές διαμάχες της ΕΜΕΟ (VMRO), που αγωνιζόταν για τα εθνικά δίκαια των «Μακεδόνων Σλάβων». Τον όρο «Μακεδόνες Σλάβοι» ή «Σλαβομακεδόνες» χρησιμοποίησε πρώτος ο πανσερβιστής ιστορικός και γεωγράφος Γιοβάν Σβίγιτς στο έργο του «La Peninsule Balkaniques (Παρίσι 1918), τον υιοθέτησε ευφυώς η ΕΜΕΟ και ατυχώς έκτοτε τον χρησιμοποιούμε κι εμείς. Εφόσον οι λαοί της Μακεδονίας που αγωνίζονταν υπό την καθοδήγηση της ΕΜΕΟ (VMPO) για τα εθνικά δίκαιά τους δεν μπορούσαν να είναι Τούρκοι και Αλβανοί κι εφόσον Έλληνες και Σέρβοι είχαν καταπολεμήσει την ΕΜΕΟ, μοιραία οι «Σλαβομακεδόνες» δεν μπορεί να ήσαν τίποτα άλλο παρά Βούλγαροι, που ο αγώνας τους αποσκοπούσε στην αποσταθεροποίηση της ελληνικής κρατικής εξουσίας στη Μακεδονία και στη Δυτική Θράκη. Πιο απλά, όταν το Δεκέμβριο του 1923 το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας υποχρεώθηκε να αποδεχθεί κι αυτό την απόφαση της ΕΚΟ, κατ’ εντολήν της Κομμιντέρν, και ο Γιουγκοσλάβος Κομμουνιστής ηγέτης Κ. Νοβάκοβιτς εξέδωκε την περίφημη μπρουσούρα «Η Μακεδονία στους Μακεδόνες – Η γη στους αγρότες», δεν εκπλήρωνε ένα διεθνιστικό χρέος, αλλ’ εκτελούσε διατεταγμένη υπηρεσία, που ευνοούσε τα σχέδια της ΕΜΕΟ και το βουλγαρικό μεγαλοϊδεατισμό. Αυτό άλλωστε δεν το έκρυψαν ούτε τα ηγετικά στελέχη της ΕΜΕΟ, ούτε του Β.Κ.Κ. Ο προαναφερθείς Ντήμος Χατζηντήμωφ στο έργο του «Πίσω στην Αυτονομία», ομολογεί ευθαρσώς ότι η ιδέα για αυτόνομη Μακεδονία είναι ιδέα βουλγαρική και δεν υπάρχει λόγος να το κρύβουμε». Ούτε το έκρυψε ποτέ η ΕΜΕΟ. Στο υπόμνημα που συνέταξε το 1919 και το οποίο υπέβαλε στη Συνδιάσκεψη του Παρισιού ομολογεί με παρρησία ότι ναι μεν τα κρυφά αισθήματα του λαού της Μακεδονίας ωθούσαν προς μία ένωση με τη Βουλγαρία, αλλ’ επειδή η υλοποίηση μιας τέτοιας ένωσης ενείχε κινδύνους, ο μακεδονικός λαός αγωνιζόταν για να επέμβουν οι Μεγάλες Δυνάμεις και να υποχρεώσουν την Τουρκία να παραχωρήσει αυτονομία στη Μακεδονία και Θράκη. Οπότε – αυτό δεν το έγραψε η VMRO, το έγραψε όμως ο Χατζηντήμωφ – θα γινόταν ό,τι έγινε και στην περίπτωση της Ανατολικής Ρωμυλίας: ενσωμάτωση με τη Βουλγαρία.
Σύμπραξη Κομμιντέρν και ΕΜΕΟ
ΕΦΟΣΟΝ η Βαλκανική Κομμουνιστική Ομοσπονδία στην 6η Συνδιάσκεψή της (Βερολίνο, Νοέμβριος 1923) αποδέχθηκε τη γραμμή του Κολλάρωφ για «ενιαία και αυτόνομη Μακεδονία», που ήταν το βασικό σύνθημα της ΕΜΕΟ κι εφόσον η οργάνωση αυτή αναγνωρίστηκε σαν ο πολιτικός φορέας του μακεδονικού απελευθερωτικού κινήματος», άρχισαν, με τη μεσολάβηση Βουλγάρων Κομμουνιστών πυκνές επαφές ανάμεσα στην ΕΜΕΟ και στην Κομμιντέρν. Στην περίοδο αυτή την ηγεσία της ΕΜΕΟ έχει στα χέρια του ο Τοντώρ Αλεξάνδρωφ, άνθρωπος με εξαιρετικές οργανωτικές ικανότητες[58]. Το Δεκέμβριο του 1923 ο Αλεξάνδρωφ υπέβαλε στην ηγεσία των Μπολσεβίκων ένα σχέδιο συμφωνίας βάσει του οποίου η ΕΣΣΔ θα αναγνώριζε την ΕΜΕΟ «ως αποκλειστικό εκφραστή της κυρίαρχης θέλησης της Μακεδονίας». Από την άλλη, η ΕΜΕΟ θα εργαστεί από κοινού με τις επαναστατικές οργανώσεις (εννοεί τις κομμουνιστικές) της Βαλκανικής για την ομοσπονδοποίηση των βαλκανικών κρατών και φυσικά, όπως γράφει ο P. Stoganov, στο αποκαλυπτικό έργο του «Makedonijavo Vremeto na Balkanskite i Pravta Vojna (1912-1918), που εκδόθηκε στα Σκόπια το 1969, η ΕΜΕΟ «με ευγνωμοσύνη θα δεχθεί την υλική, διπλωματική και ηθική υποστήριξη της ΕΣΣΔ» (Βλ. Παπαναγιώτου: ένθ. αν. σελ. 49).
Έτσι γεννήθηκε το «νεο-μακεδονικό ζήτημα», ο νέος Γόρδιος Δεσμός της Βαλκανικής, που έδεσε σφικτά τα Κομμουνιστικά Κόμματα της Βαλκανικής, και ακολούθως τους λαούς της και εξακολουθεί να τους έχει δεμένους και βραχυκυκλωμένους σε μια πολιτική κατασκευή που γεννήτορας είναι η ΕΜΕΟ, αποδέκτης και πλασιέ το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα και πάτρωνας η Κομμιντέρν, για να εγκαινιάσει στη Βαλκανική την νέα επαναστατική φάση, που ο Πρόεδρος της Κομμιντέρν Ζηνόβιεφ με άρθρο του στην «Πράβδα» είχε ονομάσει «δεύτερο κύμα». Η Βαλκανική ήταν μοιραίο να πνιγεί στο αίμα του «κύματος» αυτού, αφού οι προβλέψεις του Λένιν για επανάσταση αλλού αποδείχθηκαν φρούδες. Με άλλα λόγια η Βαλκανική επιλέχθηκε από την Κομμιντέρν σαν πεδίο νέου επαναστατικού πειραματισμού, με πειραματιστές και πειραματόζωα πρώτα τους κομμουνιστές και ακολούθως όλα τα πληθυσμιακά στρώματα της Βαλκανικής.
Οι Σοβιετικοί δεν έχασαν τη θαυμάσια αυτή ευκαιρία. Από το στάδιο των συνεννοήσεων προχώρησαν αμέσως στο στάδιο της εφαρμογής και υπογραφής συμφωνίας. Στο διάστημα Απριλίου – Μαΐου 1924 συναντήθηκαν στη Βιέννη εκπρόσωποι της ΕΜΕΟ και των Σοβιέτ και κατέληξαν σε γραπτή συμφωνία, στα λεγόμενα «ντοκουμέντα της Βιέννης» που για ευνόητους λόγους δεν έγιναν αμέσως γνωστά. Την ΕΜΕΟ εκπροσωπούσαν ο Δημ. Βλαχώφ (παλαίμαχος Βούλγαρος κομμουνιστής που έγινε πρώτος αντιπρόεδρος της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας») και ο Π. Τσαούλεφ. Τους σοβιετικούς εκπροσωπούσε ο Νικολάι Χαρλάκωφ, Βούλγαρος κομμουνιστής που είχε ενσωματωθεί στους μηχανισμούς της Κομμιντέρν. Με άλλα λόγια το Βουλγαρικό Κομ. Κόμμα είχε εκπροσώπηση και στις δύο πλευρές.
Στη διακήρυξη της ΕΜΕΟ που υπογράφεται από τους Πρωτογέρωφ, Αλεξάνδρωφ και Τσαούλεφ (29 Απριλίου 1924) δηλώνεται ευθαρσώς αλλά χωρίς να γίνεται αμέσως γνωστό ότι «η ΕΜΕΟ, με την ιδιότητα της πραγματικής επαναστατικής δύναμης, αγωνίζεται για την απελευθέρωση και ένωση των διαμελισμένων τμημάτων της Μακεδονίας σε μια πλήρως αυτοτελή (ανεξάρτητη) πολιτική μονάδα, στα φυσικά εθνογραφικά και γεωγραφικά όρια της…», ότι για τον αγώνα της υπολογίζει «στην ένωση των επαναστατικών (δηλαδή των κομμουνιστικών) δυνάμεων του μακεδονικού πληθυσμού αλλά και στη συνεργασία με τα επαναστατικά κινήματα των άλλων βαλκανικών λαών» (…) «και, το κυριότερο (φυσικά!) στην ολόπλευρη ηθική, υλική και πολιτική υποστήριξη της ΕΣΣΔ» (Βλ. Παπαπαναγιώτου, σελ. 50).
Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι οι Σοβιετικοί για την προώθηση των σχεδίων τους, μετέτρεψαν στη συγκεκριμένη περίοδο σε δορυφόρους της ΕΜΕΟ τα βαλκανικά κομμουνιστικά κόμματα, όχι φυσικά χωρίς ενστάσεις ή αντιδράσεις, μέχρι που να παγιωθεί και σ’ αυτά η λεγόμενη «μπολσεβικοποίηση», δηλαδή η τυφλή υπακοή. Απώτερος σκοπός ήταν η γέννηση ενός πολιτικού «τέρατος»: η δημιουργία μιας ο Βαλκανικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας, μέσα στην οποία θα λειτουργούσε – λόγω του πολυπληθυσμιακού χαρακτήρα της – μια άλλη σοσιαλιστική ομοσπονδία, η «μακεδονική»! Και αν λάβουμε υπόψη ότι τότε (1923-1924) η «ιστορική Μακεδονία» σε ποσοστό 91% ήταν ελληνική και σε ποσοστό 95% είχε πληθυσμό ελληνικό (οι υπόλοιποι ήσαν σλαβόφωνοι και μόνο ένα ελάχιστο τμήμα από αυτούς ήταν σλαβόφρονες), καταλαβαίνουμε ότι όλα αυτά τα μακιαβελλικά σχέδια είχαν σαν στόχο την ελληνική Μακεδονία και Θράκη. Άλλωστε κομμιτατζήδες της ΕΜΕΟ δρούσαν κατά μήκος των συνόρων μας από το 1918 έως το 1939. Είναι ενδεικτικό ότι σε όλα τα κομματικά ντοκουμέντα της εποχής χρησιμοποιείται – προκειμένου για τη Μακεδονία – ο όρος «εθνογραφικά όρια», αντί του ιστορικο-πολιτικού «εθνικά όρια».
Το σχέδιο της Σοβιετικής Ένωσης ήταν να δημιουργήσει μέσα σ’ αυτά τα τεχνητά όρια μια τεχνητή «σοβιετική Μακεδονία» με τη βοήθεια των βαλκανικών κομμουνιστικών κομμάτων, που όφειλαν να παραδώσουν στην ΕΜΕΟ τα αντίστοιχα «μακεδονικά» τους τμήματα. Μια προκήρυξη μάλιστα της ΕΜΕΟ που εκδόθηκε στις 6 Μαΐου 1924 μιλάει ανοικτά πια όχι για την πολυφυλετική σύσταση της Μακεδονίας αλλά για «μακεδονικό λαό», με «ενιαία πολιτική συνείδηση», που μόνο από το βουλγαρικό λαό βρίσκει ενίσχυση και στρέφεται κατά του Βούλγαρου πρωθυπουργού Τσαγκώφ, που διστάζει να κηρύξει πόλεμο κατά της Ελλάδος, προκειμένου ν’ απελευθερωθεί η Μακεδονία που κατέχεται από Έλληνες!
Το «νεο-μακεδονικό» και πώς το καταπίνουμε
ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ κομμουνιστές ηγέτες, αφού δεν μπόρεσαν μέσω της Β.Κ.Ο να πετύχουν την υποταγή του Γιουγκοσλαβικού και Ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος στη γραμμή της ΕΜΕΟ, μετέφεραν το ζήτημα στην 5η Συνδιάσκεψη της Κομμιντέρν (Ιούνιος-Ιούλιος 1924), στην οποία ανατέλλει το αστέρι του Στάλιν. (Ο Λένιν έχει ήδη πεθάνει). Το ΚΚΕ εκπροσωπούν οι Σεραφείμ Μάξιμος και Παντελής Πουλιόπουλος. Το Γ.Κ.Κ. ο Σίμα Μάρκοβιτς. Ο περίφημος Δημήτριος Ζαχάροβιτς Μανουήλσκυ[59], (αυτός που στο Συνέδριο της Ειρήνης του Παρισιού το 1946, ως επίτροπος (υπουργός) των Εξωτερικών της Ουκρανίας, έκανε προσφυγή κατά της Ελλάδος με την κατηγορία ότι «θέτει σε κίνδυνο την ειρήνη στα Βαλκάνια» υποκινούμενη από την Αγγλία), επιτέθηκε κατά του γιουγκοσλαβικού και ελληνικού κομμουνιστικού κόμματος, επειδή δεν δέχθηκαν να εκχωρήσουν τους μακεδονικούς μηχανισμούς τους στην ΕΜΕΟ, ειδικά για την ελληνική Μακεδονία απέρριψε την άποψη του Μάξιμου πως δεν υφίσταται πια μειονοτικό ζήτημα μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών και υποστήριξε ότι απεναντίας υπάρχει «ισχυρό εθνικό κίνημα για τη δημιουργία ανεξάρτητου μακεδονικού κράτους»[60]. Και φυσικά απαίτησε πλήρη ευθυγράμμιση με τις αποφάσεις της Β.Κ.Ο. Άρα, η «ανεξάρτητη Μακεδονία» δεν βγήκε σαν αίτημα κάποιων «Μακεδόνων» αλλά είναι απότοκος της πολιτικής βουλήσεως των Σοβιετικών. Και σήμερα οι Δυτικοί ερωτοτροπούν ή ευνοούν με το τελευταίο υπόλειμμα σοβιετικής κατασκευής, το κράτος των Σκοπίων! Και φυσικά εις βάρος της Ελλάδος που απαρχής μέχρι προσφάτως ήταν στο στόχαστρο της σοβιετικής πολιτικής.
Το 5ο Συνέδριο της Κομμιντέρν ενέκρινε την απόφαση της Β.Κ.Ο. Σύμφωνα με το 16ο άρθρο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, όλες οι αποφάσεις των συνεδρίων της και της Εκτελεστικής Επιτροπής ήταν υποχρεωτικές για τα κόμματα που ανήκουν στην Κομμουνιστική Διεθνή. Μοιραία Γιουγκοσλάβοι και Έλληνες Κομμουνιστές έπρεπε να «καταπιούν την απόφαση.
Αξίζει εδώ ν’ αναφερθεί κάτι σημαντικό που ερμηνεύει πολλά από τα σημερινά γεγονότα και αποκαλύπτει ότι η σημερινή κρίση στη Γιουγκοσλαβία έχει τις ρίζες της στις «ντιρεκτίβες» της Κομμιντέρν. Ενώ δηλαδή για τη Μακεδονία η Κομμιντέρν δέχεται ύπαρξη «μακεδονικού λαού» με «ενιαία εθνική συνείδηση», για τη Γιουγκοσλαβία αντίθετα δέχεται ότι είναι κράτος πολυεθνικό, δημιούργημα του σερβικού μεγαλοϊδεατισμού και γι’ αυτό πρέπει να διασπαστεί, το δε Γ.Κ. Κ. χρεώνεται με την ευθύνη να εργαστεί για την αυτοδιάθεση, η οποία πρέπει να εκφραστεί με τη μορφή της απόσχισης της Κροατίας, της Σλοβενίας και της Μακεδονίας και της δημιουργίας από αυτές ανεξάρτητων δημοκρατιών . ‘Αρα, αυτό που έγινε τώρα με τις ευλογίες και την υποκίνηση των Δυτικών κρατών, είναι εκπλήρωση της παλιάς αποφάσεως της Κομμιντέρν. Ο κομμουνισμός απέθανε, αλλά ο βρυκόλακας της Κομμιντέρν ζη και αυτός οδηγεί την πολιτική των Δυτικών!
Η υποταγή του ΚΚΕ
ΦΥΣΙΚΑ οι Γιουγκοσλάβοι κομμουνιστές δεν δέχθηκαν παθητικά τις αποφάσεις της Κομμιντέρν, που υπαγορεύονταν από τους Βούλγαρους κομμουνιστές Κολλάρωφ, Δημητρώφ, Χαρλάκωφ, που είχαν επαφές με την ΕΜΕΟ. Ένας από τους πρώτους Γενικούς Γραμματείς του ο Σίμα Μάρκοβιτς, μαθηματικός και δημοσιογράφος, που έγραψε το περίφημο έργο «Το εθνικό ζήτημα υπό το φως του μαρξισμού», είναι αντίθετος προς την ιδέα των εθνικών αποσχίσεων και δημιουργία νέων εθνικών κρατών. Αυτό τον έφερε σε αντίθεση με την Κομμιντέρν και τον Στάλιν, έτσι που το 1937 εξοντώθηκε από την C.G.B., με την κατηγορία του «μπαουερισμού», δηλαδή του οπαδού των θεωριών του Όπο Μπάουερ, Αυστριακού μαρξιστή. Αλλά και η ίδια η ΕΜΕΟ, λόγω των ισχυρών εθνικιστικών καταβολών της, κυρίως όμως από φόβο μήπως μεταβληθεί σε όργανο των σοβιετικών, αποστασιοποιήθηκε από αυτ τούς, ιδίως μετά το θάνατο του Κροάτη ηγέτη Ράντιτς, που είχε ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με τη σοβιετική Ρωσία.
Κυρίως όμως έπρεπε να υποταχθεί στη γραμμή της Κομμιντέρν το ΣΕΚΕ, δηλαδή το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος που είχε ήδη προσθέσει στα αρχικά του και το γράμμα «κ», προς υποδήλωση της «κομμουνιστικότητάς» του. Κι αυτό γιατί στόχος της σοβιετικής πολιτικής ήταν η ελληνική Μακεδονία (Βουλγαρία και Γιουγκοσλαβία είχαν καταλάβει κάτι λιγότερο από το 10% της ιστορικής Μακεδονίας) κι ακόμη γιατί στο ΣΕΚΕ υπερτερούσαν τα σοσιαλδημοκρατικά στοιχεία. Την ηγεσία του τότε αποτελούσαν οι Θωμάς Αποστολίδης (Γραμματέας), Γιάνης[61] Κορδάτος και Σεραφείμ Μάξιμος. Ο Μάξιμος είχε υποκύψει στις αποφάσεις της Κομμιντέρν, τις οποίες είχε αποδεχθεί και το Γ.Κ.Κ. Οι Κορδάτος, Αποστολίδης και Ελευθέριος Σταυρίδης αντι- δρούσαν. Υπήρχε κίνδυνος, λοιπόν, το μικρό και ασήμαντο ΣΕΚΕ(κ) να υπονομεύσει τη σοβιετική πολιτική στη Βαλκανική. Γι’ αυτό η Κομμιντέρν, όταν αποφασίστηκε να συγκληθεί το 3ο Τακτικό, που λόγω ελλείψεως ευρείας συμμετοχής στελεχών, ονομάσθηκε Έκτακτο (26 Νοεμβρίου – 3 Δεκεμβρίου 1924) έστειλε ως εκπροσώπους – με αποστολή να χειραγωγήσουν το νεόκοπο κόμμα – τους Μανουήλσκυ και τον Γενικό Γραμματέα του Κ.Κ. Τσεχοσλοβακίας Ριχάρδο Σμέραλδ.
Στο Συνέδριο αυτό το ΣΕΚΕ μετονομάσθηκε σε ΚΚΕ με την προσθήκη «Ελληνικό τμήμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς» (ΚΚΕ-Ε.Τ.Κ.Δ.). Εκλέχθηκε 7μελής Εκτελεστική Επιτροπή, με Γενικό Γραμματέα τον Παντελή Πουλιόπουλο, ο οποίος ευθυγραμμιζόμενος με τη γραμμή Μανουήλσκυ, «ανέτρεψε» τις θέσεις των Κορδάτου, Αποστολίδη, Σταυρίδη, δηλώνοντας ότι το μακεδονικό δεν το δημιουργεί η «Διεθνής» αλλά υπάρχει στα πράγματα. Ο Μανουήλσκυ, αφού τεχνηέντως πέτυχε την απομόνωση του Κορδάτου, που ήταν αντίθετος με την αυτονόμηση της Μακεδονίας και τον παροπλισμό του Αποστολίδη, επέβαλε τη γραμμή της Β.Κ.Ο. και της Κομμιντέρν, ότι δηλαδή υπάρχει «μακεδονικός λαός» και ότι το σύνθημα για ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία επιβάλλεται για λόγους ευρύτερης στρατηγικής του παγκοσμίου κομμουνιστικού κινήματος, για την Τουρκία, Περσία, Κίνα, κ.λπ.
Ο Ελευθέριος Σταυρίδης [62], που εγνώριζε καλύτερα απ’ όλους τα προβλήματα της Μακεδονίας (είχε υπηρετήσει σ’ αυτήν ως δημόσιος υπάλληλος, είχε αιχμαλωτισθεί από τους Βουλγάρους κι είχε ζήσει σε στρατόπεδο εργασίας κι επιπλέον είχε πρωταγωνιστήσει στις πρώτες οργανωμένες εκδηλώσεις του ΚΚΕ στην Ανατ. Μακεδονία) ήταν εισηγητής επί του εθνικού ζητήματος. Όπως γράφει ο ίδιος στο βιβλίο του «Τα παρασκήνια του ΚΚΕ», που δημοσιεύθηκε στην Αθήνα το 1953 (προηγουμένως είχε δημοσιευθεί σε συνέχειες στο «Έθνος») έστειλε την εισήγησή του από τα Κύθηρα, όπου είχε εκτοπισθεί. Για τον Σταυρίδη η περί αυτονομίας θέση της Κομμιντέρν έπρεπε να εκληφθεί «ως ζήτημα όχι αρχής αλλά τακτικής» (σελ. 264). Κατά τον ίδιο, οι Μάξιμος και Πουλιόπουλος προσπάθησαν να ειρωνευθούν την εισήγησή του. «Το συνέδριον έλαβε τας αποφάσεις του παμψηφεί, όπως τας ήθελαν και εσερβίρισαν οι Μανουήλσκυ, Πουλιόπουλος, Μάξιμος» (σελ. 264). Ο Σταυρίδης επέστρεψε από τα Κύθηρα το τελευταίο βράδυ που έληγε το συνέδριο. Συναντήθηκε με τους Σμέραλδ και Μανουήλσκυ σε ξεχωριστή σύσκεψη, τους εξήγησε ότι η παρουσία τους στην Ελλάδα εξυπηρετεί τα σχέδια του Κολλάρωφ και της ΕΜΕΟ, ότι από δική του έρευνα στην περιοχή Εδέσσης κανείς σλαβόφωνος δεν του είπε ότι είναι «Μακεδών», αλλά επειδή του είχαν εμπιστοσύνη, όσοι είχαν σλαβικό φρόνημα, του έλεγαν ότι είναι Βούλγαροι.
Από τη συζήτηση αυτή πρέπει να προσεχθεί η ακόλουθη περικοπή. Μιλάει ο Σταυρίδης:
«Ορθώς ο Λένιν λέγει ότι τα Κ.Κ. οφείλουν να σπεύσουν εις βοήθειαν των αγωνιζομένων εν τη χώρα των διά την ανεξαρτησίαν των Εθνών ή εθνικών μειονοτήτων. Δεν λέγει όμως ο Λένιν να δημιουργήσωμε εκ του μη όντως “Μακεδονικόν έθνος”, έπειτα να το βάλωμεν να ζητεί την ανεξαρτησίαν ή αυτονομία του και έπειτα να σπεύσωμεν εις βοήθειά του! Διότι εσείς αυτό θέλετε να κάνωμεν, διότι αυτό ζητεί ο Κολλάρωφ. Θέλει να βοηθήσωμεν την ΕΜΕΟ να κατασκευάσει τεχνητώς “Μακεδονικόν Έθνος”, να το βάλω μεν να αγωνισθή διά την ανεξαρτησίαν του ή αυτονομίαν του και ν’ αγωνισθώμεν μαζί του, διά να παραδώσωμεν έπειτα, εάν το επιτύχωμεν αυτό, ολόκληρον την Μακεδονίαν πλέον εις την ΕΜΕΟ να την κυβερνήσει πλέον ως ιδιαίτερον κράτος, ενώ η ΕΜΕΟ είναι αστική εθνική οργάνωσις, κάθε άλλο βέβαια παρά κομμουνιστική…» (σελ. 271).
Όταν ο Μανουήλσκυ, αδυνατώντας να τον αντικρούσει, του έθεσε θέμα πειθαρχίας στις αποφάσεις της Κομμιντέρν, ο Σταυρίδης του απάντησε:
«Γνωρίζομεν την πειθαρχίαν, σύντροφε Μανουήλσκυ, και τας υποχρεώσεις μας. Αλλά την πειθαρχίαν την εννοούμεν συνειδητήν, όχι τυφλήν. Να καταλαβαίνωμεν τι ζητούμεν, τι αποφασίζομεν, διατί το αποφασίζομεν, να το πιστεύωμεν και να το εφαρμόζωμεν. Έπειτα πρέπει να αποφεύγωμεν και τα ογκώδη σφάλματα. Κατ’ εμέ, η απόφασις αύτη είναι ογκώδες σφάλμα, που θα βλάψη πολύ το ΚΚΕ, το οποίον με τόσους αγώνας και θυσίας εδημιουργήσαμεν. Εάν διακηρύξωμεν δημόσια την αυτονόμησιν της Μακεδονίας και της Θράκης, δεν φοβούμαι τι θα μας κάμει το ελληνικόν κράτος. Απέδειξα επανειλημμένως ότι δεν τρέμω τις διώξεις, φοβούμαι όμως ότι ο μεν μακεδονικός Λαός θα μας λυντσάρει, όσον δ’ αφορά τον θρακικόν, διά την Θράκην (μη λησμονητε ότι είμαι Θράξ, θα γελάσει εις βάρος μας σαρκαστικά και θα μας πει τρελλούς…».
Και λίγο παρακάτω:
«… Διατί το Αλβανικόν Κ.Κ. δεν κηρύσσεται υπέρ της αποδόσεως της Βορείου Ηπείρου εις την Ελλάδα, το Αγγλικόν Κ.Κ. υπέρ της αποδόσεως της Κύπρου εις την Ελλάδα και το παράνομον ήδη Ιταλικόν Κ.Κ. (ο Μουσσολίνι το είχε ήδη αναγκάσει να παρανομοποιηθεί) δεν κηρύσσεται υπέρ της αποδόσεως των Δωδεκανήσων εις την Ελλάδα; (…). Αλλά βρήκατε μόνον την Μακεδονίαν, όπου δεν υπάρχει “Μακεδονικόν Έθνος”, επειδή το θέλει ο Κολλάρωφ και η ΕΜΕΟ…».
Για την ιστορία σημειώνουμε ότι ο Μανουήλσκυ συνελήφθη από τις ελληνικές αστυνομικές αρχές, χωρίς ποτέ να μάθει η αστυνομία ότι πίσω από τα ψεύτικα χαρτιά και το ψεύτικο όνομα κρυβόταν Ουκρανός υπουργός, ένα από τα δυναμικότερα στελέχη της Κομμιντέρν, που με παραμονή λίγων ημερών στην Αθήνα μετέτρεψε το ΚΚΕ σε αφοσιωμένο όργανο των αποφάσεων της Μόσχας. Με παρέμβαση του Ουκρανού πρεσβευτή ο Μανουήλσκυ αφέθηκε ελεύθερος και ανεχώρησε με το πρώτο σοβιετικό ατμόπλοιο για τη χώρα του. Ο Σμέραλδ είχε έλθει επισήμως με την ιδιότητα του βουλευτή, γι’ αυτό δεν είχε καμμία ενόχληση.
Το πόσο δίκιο είχε ο Σταυρίδης φαίνεται από μια αποστροφή της ομιλίας του Θωμά Αποστολίδη, που αναφερόμενος στο σύνθημα περί ενιαίας και ανεξάρτητης Μακεδονίας είπε:
«Ετονίσθη εδώ από Μακεδόνες συντρόφους ότι τα μέλη των μακεδονικών τμημάτων αγνοούν την ουσία του συνθήματος. Μα τότε πώς θέλουν οι σύντροφοι να το νοιώσουν οι μάζες»;
Έκτοτε το ΚΚΕ εγκαινίασε την τακτική ν’ αποφασίζει ό,τι του υπαγορεύει η Διεθνής, χωρίς στελέχη και οπαδοί να ξέρουν τι ακριβώς αποφασίζουν.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης και το «Μακεδονικό»
ΜΕΤΑ την επιβολή των απόψεων Μανουήλσκυ, που απηχούσαν τη γραμμή της Κομμιντέρν και το πολιτικό συμφέρον Βούλγαρων κομμουνιστών κι εθνικιστών, το ΚΚΕ μπήκε σε μια περίοδο βαθειάς κρίσης, που στην κομματική του ιστορία πέρασε ως «οπορτουνισμός χωρίς όρια». Η πλήρης υποταγή του στα κελεύσματα της Κομμιντέρν, σε ό,τι αφορά στο εθνικό ζήτημα, είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια αξιόλογων στελεχών, που είχαν αξιόλογη παιδεία και αγωνιστική δράση, την ανάδειξη – σαν πιο «λαϊκών» – αμαθών ηγετικών στοιχείων και κυρίως αδυναμία ν’ αποκτήσει ευρεία λαϊκή βάση, παρά τις ευνοϊκές για την ανάπτυξή του συνθήκες (προσφυγικό πρόβλημα – πολιτική χρεοκοπία – στρατιωτικά προνουντσιαμέντα). Πάντως, ο πυρήνας που έμεινε πιστός στην Κομμιντέρν, πείσθηκε για την «ορθότητα» της γραμμής της και προσπάθησε να καλλιεργήσει στις μάζες το σύνθημα για ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη, που είχε ευμενή αποδοχή σε μερικά σλαβόφωνα και σλαβόφρονα στοιχεία της Μακεδονίας, που πλαισίωναν το ΚΚΕ όχι για να υπηρετήσουν την κομμουνιστική ιδεολογία αλλά τα εθνικιστικά συμφέροντα της Βουλγαρίας. Ήσαν Βούλγαροι εθνικιστές που υπό ελληνικό όνομα ήσαν μεταμφιεσμένοι σε Έλληνες κομμουνιστές.
Από το 1931 την καθοδήγηση – κατόπιν διορισμού – του ΚΚΕ αναλαμβάνει ο Νίκος Ζαχαριάδης, άνθρωπος με μεγάλη ικανότητα αλλά πιο μεγάλη κακότητα, απόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Κομματικών Στελεχών Μόσχας, της περιβόητης «Κουτβ», απόλυτα αφοσιωμένος – μέχρι του θανάτου του – στον Στάλιν. Όσο κι αν σε μια δίκη που έγινε στην Αθήνα (23 Οκτωβρίου 1945), ο Ζαχαριάδης απαντώντας σε μια ερώτηση του δικηγόρου Παυσανία Λυκουρέζου, δήλωσε ότι από το 1931 που ανέλαβε αυτός την καθοδήγηση του ΚΚΕ, αποκήρυξε το σύνθημα περί αυτονομίας και διεκήρυξε και διακηρύσσει την Ελληνικότητα της Μακεδονίας» [63], ωστόσο και η 6η Ολομέλεια που συνήλθε στη Χαλκίδα το 1932 και το 5ο Συνέδριο του 1934 παραμένουν στο παλιό σύνθημα. Η αλλαγή σημειώνεται το 1935. Η πολιτική στροφή του Στάλιν περί κομμουνισμού σε μια χώρα («πατριωτικός κομμουνισμός») για την αναχαίτιση του ραγδαία ανερχόμενου ναζισμού, η νέα εντολή προς τα Κομμουνιστικά Κόμματα να συνεργαστούν με «προοδευτικά στοιχεία» («λαϊκομετωπική πολιτική») και κυρίως το γεγονός ότι μετά το αποτυχημένο βενιζελικό κίνημα χιλιάδες αξιωματικοί βρέθηκαν εκτός στρατεύματος, οδήγησαν στην απόφαση του 6ου Συνεδρίου (1935), που αναφέρει τα εξής:
«Μετά το κίνημα του Μάρτη, το Κόμμα μας στη θέση του συνθήματος “ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη” έβαλε το σύνθημα “πλέρια ισοτιμία στις μειονότητες”. Η αλλαγή αυτή του συνθήματος σχετικά με τις εθνικές μειονότητες της χώρας μας δε σημαίνει άρνηση της μαρξιστικής-λενινιστικής αρχής της αυτοδιάθεσης των εθνικών μειονοτήτων. Την αντικατάσταση του παλιού συνθήματος ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη” επιβάλλει αυτή η ίδια η αλλαγή της εθνολογικής σύνθεσης στο ελληνικό κομμάτι της Μακεδονίας σε στενή σύνδεση με την αλλαγή των συνθηκών μέσα στις οποίες να αναπτύσσεται σήμερα το επαναστατικό κίνημα στα Βαλκάνια και ειδικότερα στη χώρα μας, με βασικό καθήκον την αντιφασιστική και αντιπολεμική δράση». («Δέκα χρόνια αγώνες»… σελ. 66).
Η μεταβολή αυτή, μολονότι φραστικά δεν απέχει πολύ από την παλιά, προσφέρει κάποια λαϊκά ερείσματα στο ΚΚΕ, που δεν μπορεί ν’ αγνοήσει τον λαϊκό πατριωτισμό. Κύριος στόχος του όμως είναι η προσέλκυση αποτάκτων αξιωματικών που οι περισσότεροι είχαν πολεμήσει για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Όσο πυκνώνουν τα νέφη του πολέμου, τόσο υψώνονται και οι πατριωτικοί τόνοι του ΚΚΕ («Οι Έλληνες κομμουνιστές ακριβώς γιατί αγαπούν την πατρίδα τους, γι’ αυτό είναι κομμουνιστές»). Μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής αυτής εντάσσεται και η γνωστή επιστολή του Ζαχαριάδη από τη φυλακή, μόλις κηρύχθηκε ο πόλεμος των Ιταλών κατά της Ελλάδος: αγώνας μέχρις εσχάτων για την υπεράσπιση της πατρίδος.
Στη διάρκεια του πολέμου και της Κατοχής η νέα γραμμή, μια και το παλιό σύνθημα είχε λησμονηθεί ή τεχνηέντως χαρακτηριζόταν «προβοκάτσια», έδωσε τη δυνατότητα στο ΚΚΕ ν’ αναπτυχθεί και μέσω του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ να φθάσει στα πρόθυρα της εξουσίας. Όμως, η ανάπτυξη μέσα στους κόλπους του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ της σλαβικής οργάνωσης ΣΝΟΦ (Σλαβικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο) που το 1946 μετονομάστηκε σε ΝΟΦ, έβλαψε το ΚΚΕ, γιατί δημιούργησε τριβές ανάμεσα στους μαχητές του, κυρίως όμως ωφέλησε τον Τίτο, γιατί απαρχής το ΣΝΟΦ/ΝΟΦ μπήκε στην υπηρεσία του. Ο Ζαχαριάδης, χάνοντας τη μια μετά την άλλη τις πολιτικές και στρατιωτικές μάχες και έχοντας πια απομονωθεί στην περιοχή Γράμμου-Βίτσι, όπου υπήρχε ισχυρό σλαβόφωνο στοιχείο, από την άλλη, ενισχυόμενος, τροφοδοτούμενος και συντηρούμενος αρχικά από τον Τίτο, έκανε σοβαρές παραχωρήσεις προς το σλαβικό στοιχείο, που είχε αρχίσει πάλι – χάρη στην κατοχική βουλγαρική και στην αντιστασιακή τιτοϊκή προπαγάνδα – να ονομάζεται «μακεδονικό». Έτσι η περίφημη 5η Ολομέλεια του ΚΚΕ (30-31 Ιανουαρίου 1949) διακήρυξε:
«Σαν αποτέλεσμα της νίκης του Δ.Σ.Ε. (Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας) [64] και της λαϊκής επανάστασης, ο μακεδονικός λαός θα βρει την πλήρη αποκατάστασή του, όπως τη θέλει ο ίδιος προσφέροντας τώρα το αίμα του για να την αποκτήσει. Οι δύο λαοί, ελληνικός και μακεδονικός, παλεύουν από κοινού για τη λευτεριά τους…».
Το τελευταίο αυτό αποτελεί την ιδεολογική βάση της σκοπιανής προπαγάνδας: Ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, στην ουσία δεν ήταν εμφύλιος αλλά πόλεμος Ελλήνων και Μακεδόνων! Βέβαια αργότερα ο Ζαχαριάδης, μετά την αποκήρυξη του Τίτο και κυρίως μετά την αποπομπή και τη διαγραφή του από το Κόμμα, ανεφώνησε σαν τον Ιερό Αυγουστίνο το «Confiteor tibi mea culpa, Domine» (= Σοι εξομολογούμαι το σφάλμα μου, Κύριε). Στη «Διαθήκη» του που υπαγόρευσε στον Αχιλλέα Παπαϊωάννου (έκθ. «Γλάρος» σελ. 52) λέει τα ακόλουθα:
«Στα Σκόπια υπήρχε μια ομάδα Σλαβομακεδόνων στελεχών με τάσεις αυτονομιστικές, σωβινιστικές. Είχαν δημιουργήσει το ΝΟΦ. Το ΝΟΦ ζητούσε ανεξάρτητα νοφικά τμήματα. Στάλθηκαν κάτω στην Ελλάδα. Επηρέαζαν το σλαβομακεδονικό λαό του Βίτσι, και κάναν μια ολόκληρη υπονομευτική, αυτονομιστική δουλειά ανάμεσα στο λαό και στους Σλαβομακεδόνες αντάρτες. Ήταν δουλειά των Σκοπίων (…) Ξέραμε τη δουλειά όλων των στελεχών του ΝΟΦ. Κάμναμε πως δεν καταλαβαίνουμε τι γίνεται. Δεν μπορούσαμε αλλιώς…».
Όντως δεν μπορούσαν. Το ΚΚΕ ήταν αγκιστρωμένο ψάρι. Παγιδεύτηκε από τα δικά του λάθη. Δέχθηκε τη «γραμμή» Μανουήλσκυ και εργάστηκε για να υπηρετήσει τα σχέδια του Β.Κ.Κ. και της αόρατης ΕΜΕΟ. Όμως η φορά των πραγμάτων το έφερε να δουλέψει για τον Τίτο. Αλλά και ο Τίτο τελικά δούλεψε εναντίον του έργου του. Κατασκεύασε εντός της Ομοσπονδίας του, εκ του μη όντος, ένα «μακεδονικό κρατίδιο». Και το κρατίδιο αυτό, μη έχοντας άλλες ιστορικές ρίζες, με εξαίρεση τις βουλγαρικές, απέκτησε διά μοσχεύματος μια ψευδή κρατική υπόσταση και διεκδικεί τη διεθνή αναγνώριση με τ’ όνομα Μακεδονία, χωρίς να είναι ούτε ιστορικά ούτε γεωγραφικά (πλην μικρού τμήματος) Μακεδονία.
Ο Γόρδιος δεσμός των Σκοπίων [65]
Ο τιτοϊκός μεγαλοϊδεατισμός
ΓΙΑ τη νεκρανάσταση του «Μακεδονικού» δούλεψαν πολλοί, νομίζοντας ότι δουλεύουν για τον εαυτό τους, μόνο το ΚΚΕ, δεν ήξερε για ποιον δούλεψε. Όλοι όμως τελικά εργάστηκαν για τον Τίτο. Ο πολυδιαφημισμένος στρατάρχης, που το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωσήφ Μπροτς (το όνομα ΤΙTO είναι αρκτικολεξικό μιας κροατικής τρομοκρατικής οργάνωσης) δεν ξεκίνησε τη σταδιοδρομία ως επαναστάτης αλλά ως κοινός κακοποιός (Βλ. Καργάκου: ένθ. αν. σσ. 247-248). Ως το 1937 ακολουθούσε στο «Μακεδονικό» τη γραμμή της αυτονομίας που είχαν επιβάλει η Β.Κ.Ο. και η Κομμιντέρν. Όμως ο ευφυής Τίτο, επηρεασμένος από τις ιδέες του Σίμα Μάρκοβιτς, στη διάρκεια του «παρτιζάνικου» βίου του υποστήριξε ότι το λεγόμενο «μακεδονικό» δεν είναι ζήτημα των «Μακεδόνων» αλλά εσωτερικό ζήτημα της Γιουγκοσλαβίας. Ο Τίτο ήξερε πως η συνεργαζόμενη με τους Γερμανούς Βουλγαρία δεν μπορούσε να αντιδράσει στα σχέδιά του και όσον αφορά στους Έλληνες κομμουνιστές, πρώτον δεν τους υπολόγιζε και δεύτερον σκέφθηκε να τους χρησιμοποιήσει ως όργανά του. Αρκετοί μάλιστα – όχι μόνο σλαβόφωνοι – ήσαν πράκτορές του.
Το σχέδιο του Τίτο ήταν απλό: η Μακεδονία ξαναβαφτίζεται. Η Νότια Σερβία ονομάζεται «Μακεδονία του Βαρδάρη» (Αξιού). Η βουλγαρική σε «Μακεδονία του Πυρίν»[66] και η ελληνική σε «Μακεδονία του Αιγαίου». Στόχος του Τίτο ήταν να ενώσει τις τρεις αυτές «Μακεδονίες» σ’ ένα αυτόνομο κράτος που θα το ενσωμάτωνε στο ομόσπονδο κράτος της Γιουγκοσλαβίας. Ως είδος «φράξια» μέσα στα πλαίσια του ΕΑΜ δημιουργείται το Σεπτέμβριο του 1943 το ΣΝΟΦ, που αποτελείται από τα αρχικά του «Σλαβιάνο Μακεντόσκυ Νάροντ Οσβομποδίτελεν Φροντ» (Σλαβικό Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Υποτίθεται ότι το ΣΝΟΦ ήταν το σλαβόφωνο τμήμα του ΕΑΜ, όμως εξαρχής ήταν όργανο πρακτόρων του Τίτο, με καθαρά ανθελληνικό προσανατολισμό. Άλλωστε ο στενός συνεργάτης του Τίτο Βουκμάνοβιτς-Τέμπο σε ομιλία του προς τα στελέχη του ΣΝΟΦ στη Φουστάνη της Αλμωπίας το Δεκέμβριο του 1943 ήταν απροκάλυπτα ειλικρινής: «Ο λαός της Μακεδονίας του Αιγαίου δεν μπορεί να βρει τη δικαίωσή του παρά μόνο στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας».
Το Μάρτιο του 1944 ένα από τα ηγετικά στελέχη του ΣΝΟΦ ο Ναούμ Πέιος ύψωσε τη σημαία του «Μακεδονικού κράτους» εντός του ελληνικού εδάφους. Απειλήθηκαν συγκρούσεις με άλλα τμήματα του ΕΛΑΣ και το ζήτημα διευθετήθηκε σε «συνέδριο συμφιλιώσεως» που έγινε στα Χάλαρα στις 2 Αυγούστου. Τα ένοπλα τμήματα του ΣΝΟΦ αναγνωρίστηκαν σαν ανεξάρτητα στρατιωτικά τμήματα, το ΣΝΟΦ σαν ανεξάρτητη πολιτική οργάνωση και αντιπρόσωπός του συμμετείχε στις οργανώσεις του ΕΑΜ Εδέσσης, Φλωρίνης και Καστοριάς! Έξι μέρες αργότερα (8 Αυγούστου 1944) αντιπρόσωποι του Γιουγκοσλαβικού και Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος συναντήθηκαν στο Μοναστήρι και αποφάσισαν την ανακήρυξη της «Λαϊκής Δημοκρατίας και Μακεδονίας» σε ομόσπονδο κράτος μέσα στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας. Έτσι γεννήθηκε το «μακεδονικό» κράτος. Το ΚΚΕ αγνοήθηκε, όπως αγνοήθηκαν και κάποια δειλά διαβήματά του προς τον Τίτο να σταματήσει η διασπαστική κίνηση του ΣΝΟΦ μέσα στις τάξεις του ΕΛΑΣ.
Πραγματικά, ο δάσκαλος Παύλος Ρακούβαλης από την Έδεσσα παρέσυρε 650 νέους από διάφορα χωριά και σχημάτισε στην περιοχή του Καϊμακτσαλάν 4 λόχους που ενετάχθησαν επιτηδείως στον ΣΝΟΦ, το οποίο αποθρασύνεται κι απαιτεί από την 9η Μεραρχία του ΕΛΑΣ, μεταξύ άλλων, «να αναγνωρισθεί ότι τα ιστορικά ιδανικά του Μακεδονικού λαού και τα απαράβατα συμφέροντά του είναι να ζήσει ολόκληρος ο Μακεδονικός λαός ελεύθερος και ενωμένος». Ύστερα από την προκλητική αυτή συμπεριφορά τμήματα του ΕΛΑΣ, διευθυνόμενα από μονίμους αξιωματικούς, διέλυσαν ή αιχμαλώτισαν τις ομάδες του ΣΝΟΦ, που μερικές σώθηκαν ύστερα από την παρέμβαση του πολιτικού επιτρόπου της 9ης Μεραρχίας Ρένου Μιχαλέα και του εκπροσώπου στην ΠΕΕΑ («Κυβέρνηση Βουνού») Κεραμιτζήεφ. Τα διαλυμένα τμήματα του ΣΝΟΦ ανασυγκροτήθηκαν στο Μοναστήρι και οργανώθηκαν κατά τα πρότυπα των πτοϊκών μονάδων. Ονομάστηκαν «Μακεδονικά τάγματα». Την ημέρα της ορκωμοσίας ο στρατηγός Τέμπο τους έθεσε τον ακόλουθο αντικειμενικό στόχο: «Όταν έλθει η ώρα Θα κατεβείτε στην Ελλάδα και με τη βοήθεια των δικών μας θα απελευθερώσετε την Μακεδονία του Αιγαίου από τους Έλληνες, για να την ενώσετε με την Μακεδονία του Βαρδάρη».
Η επίσημη ανακήρυξη του Σκοπιανού κράτους
ΤΟ ΤΕΛΟΣ του πολέμου βρίσκει την Ελλάδα σπαρασσομένη, τη Βουλγαρία ηττημένη και ντροπιασμένη και τον Τίτο μεγάλο αστέρι της Βαλκανικής. Είναι το χαϊδεμένο παιδί του Στάλιν και των Άγγλων. Έτσι αποφασίζει να παίξει το μεγάλο «χαρτί» του. Τον Οκτώβριο του 1945 η Εθνοσυνέλευση του Γιουγκοσλαβικού Κομ. Κόμματος αναγνωρίζει την «Ομόσπονδη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας» ως την 6η Δημοκρατία της Ομοσπονδίας των Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών. Άρα, το «Μακεδονικό κράτος» και ως πολιτική σύλληψη και ως πολιτική πραγμάτωση είναι ιδέα καθαρώς κομμουνιστική.
Πρωθυπουργός του νέου «μακεδονικού» κράτους ανακηρύχθηκε ο Λάζαρος Κολισέφσκι και αντιπρόεδρος ο παλαίμαχος κομμουνιστής Δημήτρης Βλαχώφ. Στις 11 Οκτωβρίου 1945 έφθασε στα Σκόπια, για να τιμήσει με την παρουσία του τις εορταστικές εκδηλώσεις για τη δημιουργία του νέου ομόσπονδου κράτους, ο ίδιος ο Τίτο. Μια περικοπή από την ομιλία του είναι ενδεικτική: «Σήμερα υπάρχουν Μακεδόνες έξω από τη Μακεδονία. Αυτοί είναι οι αδελφοί μας της Μακεδονίας του Αιγαίου. Εμείς πιστεύουμε ότι θα ενωθούν με μας στην Ομόσπονδη Γιουγκοσλαβική Μακεδονία».
Για την προώθηση του τιτοϊκού σχεδίου (ενσωμάτωση της ελληνικής Μακεδονίας στη Μακεδονία των Σκοπίων) δημιουργούνται τα ΟΤΒΟΦ (παραρτήματα της Κεντρικής Διοικήσεως των Σκοπίων του Αιγαίου). Καθώς μάλιστα, λόγω της εσωτερικής αναταραχής, δεν έχουν σταθεροποιηθεί τα σύνορα Ελλάδος – Γιουγκοσλαβίας, τα ΟΤΒΟΦ διοχετεύουν προς τις ελληνικές περιοχές τεράστιες ποσότητες προπαγανδιστικού υλικού (κυρίως φυλλάδια), με το οποίο προπαγανδιζόταν η ανεξαρτησία της «Ομόσπονδης Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας».
Παράλληλα στα Σκόπια εκδίδεται η εφημερίδα υπό τον τίτλο «Δελτίο», που ήταν δίγλωσσο. Χρησιμοποιούσε τη σλαβική και την ελληνική. Το δελτίο διεύθυναν οι ελληνικής καταγωγής Τζώτζος Ούρδας, Παύλος Ρακούβαλης, πρώην δάσκαλος από την Έδεσσα και ο δικηγόρος Πασχάλης Μητρόπουλος από το Άργος Ορεστικό.
Στο υπ’ αριθμ. 8 φύλλο της 20ης Φεβρουαρίου 1946 υπάρχει άρθρο υπό τον τίτλο «Ο δικός μας δρόμος», που εξηγεί τους σκοπούς του ΝΟΦ. Τον «δρόμο» αυτό καθορίζει μια φράση: «Έλληνες, Μακεδόνες, πρόσφυγες, βλάχοι – ιδιαίτερα οι Μακεδόνες – να ριχθούν πιο αποφασιστικά στην πάλη ενάντια στο νεοφασισμό στην Ελλάδα».
Φυσικά η λέξη «πάλη» εξυπονοεί τον εξυφαινόμενο στην Ελλάδα εμφύλιο πόλεμο. Όλοι είχαν συμφέρον από έναν τέτοιο πόλεμο πλην – φυσικά των Ελλήνων. Οι Σύμμαχοι για να μη μας δώσουν την Κύπρο και τα Δωδεκάνησα. Οι Βούλγαροι, για να μην υποστούν κυρώσεις για τις καταστροφές και τα εγκλήματα που διέπραξαν ως δύναμη Κατοχής στη Μακεδονία και Θράκη και για να μη θέσουμε θέμα αναδιευθετήσεως της συνοριακής γραμμής και επιβιώσεως των 70.000 εναπομεινάντων στη Βουλγαρία Ελλήνων, λείψανα του άλλοτε ακμάζοντος Ελληνισμού. Η Αλβανία, για να μην εγείρουμε αξιώσεις στη Β. Ήπειρο. Η Τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία για να υφαρπάξει με το τέχνασμα της ομοσπονδίας τη Μακεδονία και τέλος ο Στάλιν, για να δημιουργήσει περισπασμούς στους Δυτικούς και να χωνέψει ανενόχλητος τις μεγάλες «μπουκιές» που του εξασφάλισε ο «Κόκκινος Στρατός».
Και η Ελλάς, για να μην απογοητεύσει κανέναν, απεδύθη σ’ έναν αδυσώπητο εμφύλιο αγώνα που οι προεκτάσεις του διατηρούνται έως τα χρόνια μας.
Η μετατροπή του ΣΝΟΦ σε ΝΟΦ
ΓΙΑ την καλύτερη προώθηση των τιτοϊκών σχεδίων, τον Απρίλιο του 1945 το ΣΝΟΦ μετονομάζεται σε ΝΟΦ. Απαλείφεται, δηλαδή, το «Σ» που υποδήλωνε τη σλαβικότητα της οργάνωσης («Σλαβιάνο»), για να προβληθεί περισσότερο ο «μακεδονικός» χαρακτήρας της και παράλληλα να προβληθεί σαν ΕΑΜ, μια και τώρα το ΝΟΦ σημαίνει ό,τι και το ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο). Η αλλαγή γραμμής γίνεται σαφώς από ένα δημοσίευμα του 9ου «Δελτίου» του ΝΟΦ της 15ης Μαρτίου 1946. Η γραμμή της Κομμιντέρν για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία» λησμονείται. Λέει το Δελτίο: «Αγωνιζόμαστε, ενάντια στον αυτονομισμό, γιατί αυτός οδηγάει τον μακεδονικό λαό στον γκρεμνό, σε νέα δουλεία, κι ακόμη γιατί ο αυτονομισμός είναι γραμμή της διεθνούς αντίδρασης με σκοπό να σπάσει την ενότητα των λαών της Γιουγκοσλαβίας» (…) «Ο Μακεδονικός λαός από πολύ νωρίτερα είχε εκδηλώσει τη θέλησή του πως θα ζήσει με τους λαούς της Γιουγκοσλαβίας, επειδή οι λαοί της Γιουγκοσλαβίας τον εκτιμούν σαν λαό κι επειδή ο Μακεδονικός Λαός, κάτω από τη σοφή καθοδήγηση του στρατάρχη Τίτο, σε κοινό αγώνα με τους λαούς της Γιουγκοσλαβίας, για πρώτη φορά θα κερδίσει την εθνική του λευτεριά»!
Το ΝΟΦ είχε την έδρα του στα Σκόπια, στο ίδιο κτίριο που στεγαζόταν η διοίκηση του Σκοπιανού στρατού και πολύ κοντά στην έδρα της κυβέρνησης της νεόκοπης ομόσπονδης «Μακεδονίας». Την υπονομευτική δράση του στην Ελλάδα συντόνιζε το «Αντιφασιστικό Συμβούλιο Λαϊκής Απελευθέρωσης Μακεδονίας» που είχε δημιουργήσει εντός του ελληνικού εδάφους παρακλάδια, όπως την «Αντιφασιστική Οργάνωση Μακεδονικής Νεολαίας» και την «Αντιφασιστική Οργάνωση Νεανίδων». Παράλληλα, άρχισαν να δρουν και στρατιωτικά τμήματα. Πρώτος στρατιωτικός πυρήνας ήταν το 1ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα της «Μακεδονίας του Αιγαίου», με διοικητή τον Ηλία Δημάκη από το χωριό Μελά της Καστοριάς, που έως το 1942 έμενε στη Φλώρινα (οδός 4ης Αυγούστου) και δούλευε σαν αρτεργάτης. Ο Τίτο τον προήγαγε σε αντισυνταγματάρχη! Για να υποδηλώσει πιο έντονα τη «μακεδονικότητά» του, πήρε το σλαβικό όνομα Γκότσεφ, προς τιμήν του Βούλγαρου κομμιτατζή Γκότσεφ Ντέλτσεφ, που το 1903 είχε εξαπολύσει τις συμμορίες του κατά της Μακεδονίας. Είναι ενδεικτικό ότι στη φάση αυτή, όσοι ελληνογενείς και ελληνόφωνοι αισθάνονταν κάποια στιγμή να «αφυπνίζεται» μέσα στην ψυχή τους η «μακεδονική συνείδηση», μετέτρεπαν το ελληνικό όνομά τους σε σλαβικό, ωσάν η μακεδονικότητα να είναι ταυτόσημη με τη σλαβικότητα. Π.χ. ο δικηγόρος Πασχάλης Μητρόπουλος, δικηγόρος από το Άργος Ορεστικό, που ανήκε στο πολιτικό επιτελείο του ΝΟΦ και διεύθυνε το «Δελτίο» ονομάζεται επί το «μακεδονικότερον» Πασκάλ Μητρόφσκη. Ο δάσκαλος από την Έδεσσα Παύλος Ρακούβαλης μεταλλάσσεται σε Πάβελ Ρακόφσκη, ο Λάζαρος Ουσενίδης σε Λάζο Ουσένσκη, κ.λπ.
Το επιτελείο του Δημάκη ή Γκότσεφ αποτελούν «αξιωματικοί», γεννημένοι σ’ ελληνικά χωριά, που είχαν αποφοιτήσει από την ατοϊκή στρατιωτική σχολή των Σκοπίων, στην οποία σαν γλώσσα διδασκαλίας εχρησιμοποιείτο η σλαβική. ́Αλλο ένα τάγμα του ΝΟΦ 142 ανδρών, χωρισμένο σε τρεις λόχους, δρούσε στην περιοχή της Αλμωπίας. Παράλληλα άρχισε να λειτουργεί εντός του ελληνικού εδάφους, στα ερείπια μιας βουλγαρικής εκκλησίας, ανάμεσα στα χωριά Αγία Φωτεινή και Φλαμουριά, «παράρτημα» του σκοπιανού κράτους. Το «κυβερνείο» αυτό κτυπήθηκε από τμήμα χωροφυλακής στις αρχές του 1946. Στα χέρια των ελληνικών αρχών έπεσαν ο αρχηγός του εφεδρικού ΝΟΦ Ευάγγελος Τσοπάνος ή Μολότωφ και πολλά έγγραφα. Σε μια προκήρυξη του «Αντιφασιστικού Συμβουλίου Λαϊκής απελευθέρωσης Μακεδονίας», υπάρχει μια έκκληση προς τους «Μακεδόνες»: «Μόνο με τον αγώνα ενάντια στον ύπουλο ελληνικό φασισμό θα πετύχετε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και ένωσης ολάκαιρου του μακεδονικού λαού κάτω από τη σκέπη της Γιουγκοσλαβίας του ΤΙΤΟ, που γίνηκε λεύτερη κοινότητα από λεύτερους και ισότιμους λαούς…».
Πιο αποκαλυπτική των σχεδίων του Τίτο είναι μια προκήρυξη συντεταγμένη από τον γεν. γραμματέα Ευάγγελο Αγιάννη ή Ότσε. Στην υπ’ αριθμ. 3 παράγραφο που αναφέρεται στο «Πρόγραμμα δουλειάς» διατάσσονται τα ακόλουθα:
«Α ́. Ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης στους τέως Βουλγάρους” και στους τέως Ελληνες”. Ανάμεσα στ’ άλλα θα λέμε: Η Ομοσπονδία του σ. Τίτο είναι αναγνωρισμένη διεθνώς. Αυτό σημαίνει ότι και τα ομόσπονδα κράτη που την αποτελούν είναι αναγνωρισμένα διεθνώς. Επομένως και το Ομόσπονδο Μακεδονικό Κράτος είναι ανεγνωρισμένο διεθνώς. Αυτοί που το αποτελούν είναι Σλάβοι κι έχουν στο πλευρό τους όλους τους Σλάβους. Γύρω από αυτό θα γίνεται διαφώτιση. Θα ρίχνουμε συνθήματα (με προκηρύξεις και στους τοίχους) βασισμένα στο πνεύμα της αυτοδιάθεσης. Ιδιαίτερα στον κόσμο μας θα καλλιεργούμε την ιδέα της Εθνικής μας Ένωσης. Ο λόγος του σ. Τίτο στα Σκόπια πρέπει πλατειά να κοινοποιηθεί» [67].
Πάνω στην ιδεολογική αυτή «πλατφόρμα» στηρίζεται και σήμερα η ιδεολογία και η επιχειρηματολογία του σκοπιανού κράτους. Άρα, η ελληνική κυβέρνηση έπρεπε αμέσως να διακηρύξει urbi et orbi, πως εφόσον κατέρρευσε η Ομοσπονδία του Τίτο κι εφόσον το κράτος των Σκοπίων δεν ανήκει στη «μικρή Γιουγκοσλαβία» κατέρρευσε de facto και κάθε επίσημη αναγνώρισή του ως Μακεδονία. Κι ακόμη πρέπει να τονισθεί ότι το κράτος αυτό, για να αποκτήσει «μακεδονικά» ερείσματα, εκμεταλλευόμενο τότε την χαώδη εμφυλιοπολεμική κατάσταση της Ελλάδος, συνεκέντρωσε ορφανά Ελληνόπουλα και τα έστειλε σε στρατιωτικές σχολές της Ρωσίας. Τα παιδιά αυτά διαπαιδαγωγημένα με «μακεδονικά» ιδανικά, αποτελούν την «ελίτ» του υπάρχοντος σκοπιανού στρατού. Παράλληλα, υπό την καθοδήγηση του Ιβάν Γκαλάμπωφ, τα παιδιά των πολυάριθμων τσιγγάνων υποβάλλονται σε συστηματική διαδικασία «μακεδονοποιήσεως». Φυσικά, οι πιο ένθερμοι «Μακεδόνες» είναι οι συνεργασθέντες με τις γερμανικές αρχές Κατοχής, που εκκρεμούσαν εις βάρος τους δικαστικές αποφάσεις για ειδεχθή εγκλήματα. Αυτοί κράτησαν στενές σχέσεις με τα τέως αφεντικά τους, γι’ αυτό σήμερα στο γερμανικό Τύπο παρατηρείται μια όψιμη «μακεδονολατρία».
Όταν το 1947 ξεσπάει επισήμως ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, ο Κομμουνιστικός Στρατός έχει σαν βάση ανεφοδιασμού και εξορμήσεως το σκοπιανό κράτος. Σκοπιανοί πράκτορες διεισδύουν στις γραμμές του και κάνουν συστηματική προπαγάνδα στους μαχητές του. Ο ΝΟΦ είναι ήδη μια συγκροτημένη στρατιωτική και πολιτική δύναμη. Τα τμήματά του ενσωματώνονται στον κομμουνιστικό στρατό. Ο κομμουνιστής Αρχιστράτηγος Μάρκος Βαφειάδης σε μια συνέντευξή του στη «Μπόρμπα» (23 Μαρτίου 1947) δηλώνει:
«Το ΝΟΦ είναι λαϊκό απελευθερωτικό μέτωπο, οργάνωση πολιτική των Μακεδόνων στην Ελλάδα, σαν να πούμε το ΕΑΜ των Μακεδόνων. Έχει αντιπρόσωπό του στο ΕΑΜ και σήμερα οι Μακεδόνες πολεμούν μαζί με τον ελληνικό λαό, για να πραγματοποιήσουν τα εθνικά και πολιτικά δίκαιά τους».
Έτσι το ΚΚΕ συνοδοιπορεί με την εθνικιστική πολιτική του Τίτο Για τον άνθρωπο αυτό, που τιμήθηκε με το ιδιαίτερο προνόμιο να εισέλθει στο ελληνικό κοινοβούλιο ως βουλευτής επικρατείας, που κηδεύθηκε δημοσία δαπάνη σε τάφο που παραχώρησε τιμητικά ο Δήμος Αθηναίων, αρκεί, αντί χαρακτηρισμού, η ακόλουθη περικοπή από την περίφημη «πλατφόρμα» που ανέπτυξε στη συνεδρίαση του Π.Γ. του ΚΚΕ που έγινε στις 15 Νοεμβρίου 1948:
«Ο Δημοκρατικός Στρατός (δηλαδή ο κομμουνιστικός), με τη δράση του, μπορεί σε υπολογίσιμο βαθμό να φέρει εμπόδια στις επιδιώξεις των Αμερικανών στην Ελλάδα, εμποδίζοντάς τους ν’ ανοικοδομήσουν τη χώρα για πολεμικό προγεφύρωμα ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Έτσι θα προκαλέσει στους Αμερικάνους και στο μοναρχοφασισμό μια συνεχή αιμορραγία στρατιωτική-οικονομική, και, λόγω της άθλιας οικονομικής κατάστασης των Ελλήνων εργαζομένων, θα μας είναι δυνατή η δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για το δυνάμωμα του κινήματος…».
Την ώρα, δηλαδή, που ο Τίτο βυσσοδομεί εις βάρος της Ελλάδος, επιδιώκοντας προσάρτηση της Μακεδονίας, το ΚΚΕ, διά του αρχιστρατήγου του θέτει ως αντικειμενικό του σκοπό τη διάλυση της Ελλάδος, για να μη μετατραπεί σε «προγεφύρωμα» κατά της Σοβ. Ένωσης και των «λαϊκών δημοκρατιών»! Ούτε είναι δυνατό να υποστηρίξει κανείς ότι τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ αγνοούσαν τις βλέψεις αυτές. Όταν τον Οκτώβριο του 1945 έγινε το δεύτερο πανσλαβικό συνέδριο, οι προτάσεις των Γιουγκοσλάβων εκπροσώπων έγιναν δεκτές και αποφασίστηκε να εγερθεί ζήτημα «απελευθερώσεως των Σλάβων του Αιγαίου». Δύο μήνες νωρίτερα (Αύγουστος 1945) στο Α ́ Συνέδριο Λαϊκών Μετώπων Μακεδονίας, στο οποίο μετείχαν εκπρόσωποι του ΣΝΟΦ, του βουλγαρικού και γιουγκοσλαβικού Κομ. Κόμματος, ο πρωθυπουργός του «Μακεδονικού κράτους Κολισέφσκη δεν είχε κανένα δισταγμό να δηλώσει ότι «το πρόγραμμα της ενώσεως ολοκλήρου της Μακεδονίας εντός των ορίων της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο περιελήφθηκε στις επιδιώξεις του Λαϊκού Μετώπου της Μακεδονίας αμέσως, από την πρώτη ημέρα της δημιουργίας του».
Πιο ηχηρό είναι το ράπισμα που καταφέρει κατά της Ελλάδος ο αντιπρόεδρος του σκοπιανού κράτους Δημήτρης Βλαχώφ που διακηρύσσει:
«Η Ελλάς δεν έχει κανένα δικαίωμα επί της Μακεδονίας του Αιγαίου». Επιπλέον: «Η Ελλάς καταδυναστεύει 235.000 Μακεδόνες».
Η συμφωνία του Μπλέντ
ΤΑ ΜΕΓΑΛΟΪΔΕΑΤΙΚΑ σχέδια του Τίτο παρά λίγο να γίνουν ένσαρκο όραμα, με τη συμφωνία του Μπλέντ. Γιουγκοσλάβοι και Βούλγαροι κομμουνιστές αντιπρόσωποι συνεφώνησαν να σχηματισθεί μια ευρύτερη σλαβική ομοσπονδία, που θα συμπεριλάβει, ως έκτη, την «ενωμένη Μακεδονία», δηλαδή τη λεγόμενη «Μακεδονία του Βαρδάρη», τη «Μακεδονία του Πυρίν» και τη «Μακεδονία του Αιγαίου» και, ως έβδομη ομοσπονδία, τη… Βουλγαρία! Το σχέδιο ματαιώθηκε λόγω της αντιδράσεως των Δυτικών αλλά και του Στάλιν, που δεν ήθελαν μια μεγάλη σλαβική υπερδύναμη στα Βαλκάνια υπό την ηγεσία του Τίτο. Ματαιώθηκε όμως και από την αντίδραση των λεγόμενων «Μακεδόνων του Πυρίν», που απερίφραστα δήλωσαν στα τιτοϊκά όργανα: «Είμαστε Βούλγαροι και όχι Μακεδόνες»! Από την άλλη, μόλις στερεώθηκε το κομμουνιστικό καθεστώς στη Βουλγαρία, ο Γενικός Γραμματέας του Β.Κ.Κ. Γ. Δημητρώφ είχε πολύ μεγαλύτερη ισχύ κοντά στον Στάλιν και δεν ήταν πια διατεθειμένος να γίνει πιόνι στην πολιτική σκακιέρα του Τίτο.
Εκείνο που βρίσκεται κυριολεκτικά στην παγίδα είναι το ΚΚΕ. Τον Ιούνιο του 1948, ενώ ο εμφύλιος μαίνεται στην Ελλάδα, ο Τίτο αποκηρύσσεται από την Κομινφόρμ, τη νέα «ιερά Σύνοδο» του Στάλιν. Ο Τίτο, που μέχρι τότε ήταν ο κυριώτερος ενισχυτής του κομμουνιστικού στρατού και ο αντιπρόσωπος του στα Ηνωμένα Έθνη δρ Μπέμπλερ, υπήρξε ο δριμύτερος επικριτής της Ελλάδας, δριμύτερος και από τον Βισίνσκυ και τον Γκρομύκο[68], άλλαξε τακτική: για ν’ αποκρούσει ενδεχόμενη επίθεση του Στάλιν, έπρεπε να στηριχθεί στους Δυτικούς και να βρει ένα modus vivendi με την Ελλάδα. Κατασιγάζει την ανθελληνική υστερία του Μπέμπλερ, κλείνει τα σύνορά του στον κομμουνιστικό στρατό και θάβει προς στιγμή το «μακεδονικό όραμά» του. Ο Ζαχαριάδης, παρόλο που χωρίς τη βοήθεια του Τίτο, ήταν χαμένος, πειθάρχησε στη γραμμή της Κομινφόρμ και «περιέλουσε» τον «Στρατάρχη» με όλα τα κοσμητικά επίθετα του κομμουνιστικού λεξιλογίου. Προτίμησε να ηττηθεί, παρά να ξεφύγει από τη «γραμμή».
Σε ανάλογη τραγική θέση βρέθηκαν και τα στελέχη του ΝΟΦ. Ανάμεσα στους σλαβοφώνους της Μακεδονίας, δεν είχε προφθάσει να ριζώσει η κομμουνιστική ιδεολογία, μια και τα περισσότερα στελέχη τους είχαν ναζιστικές ιδεολογικές καταβολές. Είναι ενδεικτικό ότι ο Γιουγκοσλάβος σύνδεσμος στην Επιτροπή Ελέγχου του ΟΗΕ που εξήταζε την κατάσταση στα βόρεια σύνορα της Ελλάδος εδήλωσε «ότι διαρκούντος του πολέμου αι αξονικαί αρχαί παρείχον υποστήριξιν εις Μακεδονικήν αυτονομιστικήν κίνησιν, εν τη αποπείρα των να δημιουργήσουν διχονοίας μεταξύ των Βαλκανικών κρατών…» (Βλ. Αχ. Α. Κύρου: «Η νέα επίθεσις κατά της Ελλάδος, Αθήναι 1949, σ. 122). Άρα, στη ζύμη του «Μακεδονικού» έχει προσθέσει και ο ναζισμός το δικό του αλεύρι!
Οι δυνάμεις του ΝΟΦ διχάζονται σε τιτοϊκούς και κομινφορμικούς. Υπολογίζεται ότι μετά το κλείσιμο των συνόρων έμειναν στη Γιουγκοσλαβία, κυρίως στην περιοχή Σκοπίων περίπου 20-25.000 πρόσφυγες. Οι προερχόμενοι από το ΚΚΕ σχημάτισαν οργάνωση υπό τον Κοσμίδη. Οι σλαβόφωνοι πρόσφυγες δημιούργησαν δική τους οργάνωση υπό τον τίτλο «Μακεδονία του Αιγαίου», υπό την ηγεσία του Ναούμ Πέιου (Πρόεδρος), Κεραμιτζήεφ, Τερπόφσκη, Γκότσεφ και Ουσένσκη (πρόεδρος των προσφύγων στα Σκόπια). Είχαν δικό τους δημοσιογραφικό όργανο υπό τον τίτλο «Φωνή του Αιγαίου». Αυτοί αποτέλεσαν τη μαγιά του «νεομακεδονικού εθνισμού», κυρίως από μίσος προς την Ελλάδα και εν γνώσει τους πως μακεδονική εθνότητα δεν υπάρχει. Ο κόσμος που τους πλαισίωσε έγινε η ζύμη αυτού του ιδιότυπου, τεχνητού εθνισμού, που υποχρεώθηκαν να δεχθούν άνθρωποι εθνικά αδιάφοροι (τσιγγάνοι), κυρίως όμως άνθρωποι με αλβανική, βουλγαρική και σερβική συνείδηση. Επιπροσθέτως και Βλάχοι, που σε συντριπτικό ποσοστό είχαν κι έχουν ελληνική συνείδηση. Πολλοί από τους αυτονομιστές αυτούς συνδέθηκαν με τους «Μακεδόνες» του εξωτερικού, στους οποίους προσκολλήθηκαν και κομμουνιστές Μακεδόνες, που λόγω της ήττας τους, έπνεαν μένεα κατά της Ελλάδος. Στο εξωτερικό απέβαλαν την ελληνική συνείδηση «ενδύθηκαν» τη μακεδονική και έγιναν οι σφοδρότεροι πολέμιοι του Ελληνισμού και οι ενθερμότεροι κήρυκες του «Μακεδονισμού».
Ο Ζαχαριάδης μοιραία στηρίχθηκε στους κομινφορμικούς, που δεν είχαν διάθεση να χύσουν το αίμα τους για το ΚΚΕ. Παρά τις παραχωρήσεις που έκανε προς το ΝΟΦ ο Ζαχαριάδης, δίνοντας στην κυβέρνησή του υπουργείο στον «ταξίαρχο» Μητρόφσκη (Π. Μητρόπουλο), στα τέλη Ιουνίου, την ώρα που κρίνεται η πιο αποφασιστική μάχη του πολέμου, ο εν λόγω Μητρόφσκη με τους Ρακόφσκη (Ρακούβαλη) και Μάλλιο καταφέρνουν στο ΚΚΕ ένα πισώπλατο κτύπημα. Μεταξύ των άλλων αξιώνουν: Όλοι οι «Σλαβομακεδόνες» που μάχονται στις τάξεις του κομμουνιστικού στρατού, να σχηματίσουν ανεξάρτητο «μακεδονικό στρατό», που να διοικείται από «Μακεδόνες» αξιωματικούς. Το ΚΚΕ χτυπήθηκε, στην πιο κρίσιμη ώρα του, από εκείνους που κατ’ εντολή της Κομμιντέρν ανέχθηκε να δημιουργηθούν «εκ του μη όντος» και για τους οποίους αγωνίστηκε και θυσίασε τα καλύτερα στελέχη του. Στις 7 Ιουλίου 1949 (ένα μήνα πριν από τη στρατιωτική του κατάρρευση) διαλύει τον ΝΟΦ και δημιουργεί την ΚΟΕΜ (Κομμουνιστέσκα Οργανί- τσια Εγκέισκα Μακεντόνια – Κομμουνιστική Οργάνωση Μακεδονίας του Αιγαίου). Αλλά μάταια πια προσπαθεί να στηριχθεί στο σλαβόφωνο στοιχείο, αφού δεν έχει δυνατότητες ενίσχυσης από το Νότο. Οι τελευταίες επιχειρήσεις (27-29 Αυγούστου) επισφραγίζουν οριστικά τη στρατιωτική ήττα του.
Μετά την υποχώρηση των λειψάνων του κομμουνιστικού στρατού στις «λαϊκές δημοκρατίες» η ΚΟΕΜ διαλύθηκε τον Ιούνιο του 1951. Όμως 72 στελέχη της δημιούργησαν την οργάνωση «Ηλί – Ντεν» υπό την καθοδήγηση του Β.Κ.Κ. Η οργάνωση αυτή έγινε μαγιά του νεο-βουλγαρικού εθνικισμού που αναβιώνει στις μέρες μας στη Βουλγαρία, χάρη στην πανταχού παρούσα VMRO (ΕΜΕΟ) και τους πάτρωνές της, εμφανείς και αφανείς.
Προλογικός επίλογος
Ο ΤΙΤΟ, αφού γλύτωσε, χάρη στην ήττα του ΚΚΕ, από τον θανάσιμο εναγκαλισμό της Κομινφόρμ, επαναθέτει διά του αντιπροέδρου και υπουργού του επί των εξωτερικών Εδουάρδου Καρντέλι (1910-1979) θέμα αναγνωρίσεως «μακεδονικής μειονότητας» στην Ελλάδα. Το ζήτημα αυτό ξανα- θέτει το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους (1950) ο αντιπρόσωπος της Γιουγκοσλαβίας στον ΟΗΕ δρ Μπέμπλερ. Ο Τίτο δικαιολογεί την αξίωσή του στους Δυτικούς με το επιχείρημα: έτσι θα μειωθεί η επιρροή της Κομινφόρμ στην Ελλάδα. Όμως, η προσπάθεια των Δυτικών ν’ αναχαιτίσουν τον συνεχώς εξαπλούμενο κομμουνισμό σ’ όλη την υψήλιο, δεν ευνοεί άλλες τριβές στη Βαλκανική. Πρέπει να βρεθεί μια «φόρμουλα» συνδιαλλαγής μεταξύ Ελλάδος και Τίτο, ώστε να αλληλοϋπο στηριχθούν σε ενδεχόμενη επίθεση του Στάλιν. Έτσι στις 27 Δεκεμβρίου 1950 αποκαθίστανται οι διπλωματικές σχέσεις Ελλάδος – Γιουγκοσλαβίας. Το Βελιγράδι διαχωρίζει τυπικά την πολιτική του από τα Σκόπια. Η Ελλάς αναγνωρίζει έμμεσα την ομοσπονδία των Σκοπίων ως «Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας, αλλά ως τμήμα της Γιουγκοσλαβίας.
Έκτοτε οι Έλληνες περιέπεσαν σε κατάσταση πολιτικής νιρβάνας. Οι Σκοπιανοί απεναντίας, επί 50 χρόνια συνεχίζουν να κτίζουν τη «Μακεδονία» τους. Ποτέ δεν απέκρυψαν τις βλέψεις τους. Με την ανεμώλια συμπεριφορά μας τους ενισχύσαμε πολλαπλώς. Αφυπνιστήκαμε προ μηνών. Ποτέ δεν είναι νωρίς. Τώρα το «μακεδονικό» όσο κι αν είναι κατασκευή, είναι υπαρκτό. Δύο γενεές έχουν διαπαιδαγωγηθεί σαν «Μακεδόνες». Η εθνότης δεν είναι θέμα καταγωγής, αλλά αγωγής.
Τους Σκοπιανούς δεν συμφέρει να τους πολεμήσουμε. Συμφέρει να τους προσελκύσουμε. Απειλούνται από παντού. Αν πετύχουν την αναγνώρισή τους ως Μακεδονία – που την έχουν ανεπισήμως πετύχει – χρειάζονται όχι λεονταρισμοί αλλά νέοι σχεδιασμοί, νέα στρατηγική. Ο όρος Μακεδονία – αν μάλιστα κατακυρωθεί αμιγώς υπέρ των Σκοπίων – βέβαια θα μας ενοχλήσει, αλλά θα δημιουργήσει νέα κρίση, που αυτή τη φορά, αν φανούμε ευφυείς, θα μας ωφελήσει.
Οι όροι «Μακεδονία» ή «Σλαβική Μακεδονία» θα ενοχλήσουν τους Αλβανούς, τους Βουλγάρους, τους Σέρβους. Το κρατίδιο αυτό, για να διατηρηθεί, πρέπει να στηριχθεί στην Ελλάδα. Κι αν κάποτε Βούλγαροι, Σέρβοι ή Αλβανοί αποφασίσουν, υποκινούμενοι από εσωτερικές αντιθέσεις ή εξωτερικές πιέσεις, να το διαλύσουν, τότε η Ελλάς, ως μέλος της ΕΟΚ και πάντα μέσα στο πνεύμα της ανθρωπιστικής βοήθειας, πρέπει να σπεύσει να διασώσει το τμήμα εκείνο που όντως είναι Μακεδονία, από τα υψίπεδα του Αξιού έως τα ελληνικά σύνορα, για να βρουν καταφύγιο οι εμμένοντες στο ιδεώδες της «Μακεδονικότητας» και που για να επιζήσουν θα υποχρεωθούν – αν ασκήσουμε ευφυά έναντι τους πολιτική – να τη συνδέσουν με την ελληνικότητα. Ως τότε πρέπει η περιοχή Σκοπίων να μεταβληθεί σε οικονομική ενδοχώρα της Θεσσαλονίκης.
[1] Η ετυμολόγηση των λέξεων Ελλάς – Έλλην είναι δύσκολη (όπως και η ψυχογράφηση του Έλληνα). Ο μεγάλος ελληνιστής Βιλλαμόβιτς σχετίζει τις λέξεις με το έλλοψ (= άφθογγος). Άρα, Έλληνες ομιλούντες ακατάληπτη γλώσσα. Άλλοι τις σχετίζουν με τους Ελλούς, το ιερατικό σωματείο της Δωδώνης. Άλλοι με το δασυνόμενο έλλα, που σημαίνει στη λακωνική διάλεκτο καθέδρα. Άρα, Ελλάς = έδρα αυτοχθόνων ανθρώπων. Ένα αμφισβητούμενο χωρίο του Αριστοτέλη ταυτίζει την αρχική Ελλάδα με τη περιοχή της Δωδώνης: «Αύτη δε έστιν η περί Δωδώνην ώκουν γαρ Σελλοί ενταύθα και οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί, νυν δε Έλληνες».
[2] Η λέξη δημοκρατία απαντά για πρώτη φορά στον Ηρόδοτο: «Τους γαρ τυράννους των Ιώνων καταπαύσας πάντας ο Μαρδόνιος δημοκρατίας καθίστα ες τας πόλιας» (6, 43). Η δημοκρατία, ως αρχή της πλειοψηφίας, εμφανίζεται ως αντίθετη μορφή εξουσίας προς την μοναρχία: «Παν δε εναντιούμενον τω δυναστεύοντι δήμος ωνόμασται» (Θουκ. 6, 89). Τον κλασικό ορισμό της δημοκρατίας μας δίνει πάλι ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο: «Και όνομα μεν δια το μη ες ολίγους αλλ’ εις πλείονας οικείν δημοκρατία κέκληται» (2, 37).
[3] Άρα, τα 2.500 χρόνια δημοκρατίας δεν συμπληρώθηκαν το 1990, ούτε το 1991 που κάναμε τους σχετικούς εορτασμούς. Αν κάναμε σωστούς υπολογισμούς, θα βλέπαμε ότι τα 2.500 χρόνια συμπληρώθηκαν πέρσι (1992) και φέτος (1993).
[4] Η ονειδιστική αυτή σημασία διασώζεται και σήμερα σε νομικούς και ιατρικούς όρους και σε αρκετές ευρωπαϊκές γλώσσες. Συγκεκριμένα, στη γαλλική, αγγλική και γερμανική γλώσσα ο τύπος idiot, στην ιταλική η λέξη idiote και στην ισπανική idiota δηλώνουν τον μωρό, τον βλάκα, τον ηλίθιο.
[5] Κατά το θεώρημα τούτο, όνος πεινών και διψών εξ ίσου, τοποθετηθείς μεταξύ δοχείου ύδατος και δέματος αχύρου, απέθανεν εκ πείνης και δίψης, λόγω αδυναμίας εκλογής. Το θεώρημα κακώς αποδίδεται στο Γάλλο σχολαστικό φιλόσοφο και σχολιαστή του Αριστοτέλη Ιωάννη Μπουριντάν (1300-1358).
[6] Παραθέτουμε αυτούσια την εξαίσια αυτή περικοπή: «Αύτις δε το ελληνικόν, εόν όμαιμον τε και ομόγλωσσον και θεών τε ιδρύματά τε κοινά και θυσίαι, ήθεα τε ομότροπα των προδότας γένεσθαι Αθηναίους ουκ αν έχοι» (Ηρόδ. Η, 144).
[7] «Αι γαρ ίδια έχθραι πολλά πάνυ την κοινήν επανορθούσι».
[8] «Προβλήματα της Αρχαίας Ελληνικής Δημοκρατίας» (εκδ. Καρδαμίτσα, μετάφραση Ν. Αγκαβανάκη, Αθήνα 1992).
[9] Άρα, μία από τις βασικές αιτίες που συνθέτουν την παθολογία της κρίσης του λαού μας, είναι η κρίση εξυπνάδας.
[10] «Και ομόσαντες όρκους η μην μη μνησικακήσειν, έτι και νυν ομού τε πολιτεύονται και τοις όρκοις εμμένει ο δήμος» (Ξενοφ. Ελληνικά, Β, 4, 43).
[11] Α ́ Ολυνθιακός, 4 και κατ’ Ανδροτίωνος 235
[12] Από το συλλογικό έργο «Φίλιππος βασιλεύς Μακεδόνων», Εκδοτική Αθηνών, 1980, σ. 71.
[13] Οι Σπαρτιάτες, αφού οργανώθηκαν πολιτικά σε πόλη – στρατόπεδο και μάλιστα σε στρατόπεδο εντός εχθρικής χώρας, διαμόρφωσαν ένα σύστημα στρατιωτικής δημοκρατίας, που διατηρήθηκε σχεδόν αμετάβλητο – παρά τις μάταιες απόπειρες κάποιων μεταρρυθμιστών – έως την τελική πτώση. Αυτή η πολιτική συμπάγεια, η γρανιτώδης πολιτική δομή μεταφερόταν και στη στρατιωτική διάταξη. Ασφαλώς οι Σπαρτιάτες επρωτοπόρησαν και δημιούργησαν έναν ακατανίκητο επί 2 αιώνες στρατό, αλλά παρέμειναν στατικοί. Δεν προχώρησαν σε στρατιωτικές καινοτομίες. Τη δική τους οργάνωση εμιμήθηκαν και άλλες πόλεις.
[14] Ο Γεώργιος Δ. Τσεβάς, συγγραφέας του δίτομου έγου «Ιστορία των Θηβών και της Βοιωτίας» (τόμοι 2, Αθήναι 1928), που αποτελεί την πιο ολοκληρωμένη μελέτη της Βοιωτίας, γράφει για την τακτική του Επαμεινώνδα στα Λεύκτρα: «Εσκέφθη ότι διά να νικήση τις τον αντίπαλον αυτού δεν είνε απαραίτητον να τον νικήση συγχρόνως εις όλην την έκτασιν της παρατάξεως. Ήρκει να συγκεντρώση εις τι σημείον δύναμιν μεγάλην, υπερτέραν της του αντιπάλου, ήτις δίκην εμβόλου να διασπάση το σημείον τούτο της εχθρικής παρατάξεως. Τούτου γενομένου ο εχθρός φυσικόν είνε να πτοηθή και φοβούμενος την κύκλωσιν να τραπή εις φυγήν και να ηττηθή» (Τομ. Α ́, σ. 306).
[15] «Στρατιωτική Ιστορία της Ελλάδος», έκδ. Τζηρίτα, σ. 125.
[16] «Ούτοι τα όπλ’ είχον εν ταις χερσίν αεί», λέγει ο Δημοσθένης («Περί στεφάνου», 235).
[17] Ένας Σπαρτιάτης, μόλις πληροφορήθηκε το καινούργιο όπλο του Φιλίππου, είπε την αξιομνημόνευτη φράση: «Ώλωλεν ανδρός αρετά!». Χάθηκε η παλληκαριά του άνδρα. Το όπλο θα υποκαταστήσει την ανδρεία.
[18] Για τη Μακεδονική Φάλαγγα σπουδαία πραγματεία έχει γράψει ο στρατηγός Νεόκοσμος Γρηγοριάδης στην εισαγωγή της εκδόσεως του Αρριανού της βιβλιοθήκης Ζαχαροπούλου, σ. 42 και εξής.
[19] Ίσως να είναι εντελώς συμπτωματικό. Πάντως στην Τροιζήνα υπήρχε ναός αφιερωμένος στη θεά του έρωτος, της Αφροδίτης, συνδεδεμένης με την κατασκοπία! Το αναφέρει ο περιηγητής Παυσανίας: «Και ναός υπέρ αυτού Αφροδίτης Κατασκοπίας αυτόθεν γαρ, οπότε γυμνάζοιτο ο Ιππόλυτος, απέβλεπεν εις αυτόν ερώσα η Φαίδρα» (2, 32, 3).
[20] Χέρμαν Μπένγκστον: «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος», έκδ. Μέλισσα, σσ. 294-295. (Ο Χ. Μπ. ήταν καθηγητής της Αρχαίας Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Μονάχου).
[21] Το ίδιο έκανε κι ο Κιουταχής στη Β ́ πολιορκία του Μεσολογγίου. Οι Μεσολογγίτες τού «έκλεβαν» το χώμα, κατά τον ίδιο τρόπο που το έκλεβαν οι Τύριοι.
[22] Πρόκειται για τη μάχη μεταξύ Αρταξέρξη και Κύρου Νεωτέρου. Στη μάχη έλαβαν μέρος και οι περίφημοι «Μύριοι». Περιγραφή της μάχης έχουμε από τον Ξενοφώντα στην «Κύρου Ανάβασης».
[23] Προλετάριος (από τη λέξη proles = τέκνο): Άπορος πολίτης (με περιουσία κάτω των 1.500 ασσαρίων) που μόνο παιδιά μπορεί να προσφέρει στην πολιτεία. Πριν από το Μάριο αποκλείονταν από το στρατό, διότι μη έχοντας περιουσία, δεν είχαν τίποτα να υπερασπίσουν ή για το οποίο να αγωνισθούν.
[24] Σε ανάμνηση του γεγονότος οι Αθηναίοι εόρταζαν τα λεγόμενα «συνοίκια» (17η Βοηδρομιώνος).
[25] Ίσως υπήρχε και πόλη Εκατερίς, πλησίον της σημερινής Κατερίνης. Αλλ’ επειδή «εκατερίς» σήμαινε «ορχηστρίς» ο συντηρητικός χριστιανισμός των πρώτων χρόνων μετέτρεψε ανορθογράφως το όνο- μα σε Αικατερίνη.
[26] Χρησιμοποιούμε τον αδόκιμο αυτό όρο για να δηλώσουμε τις διαμάχες μέσα στο πλαίσιο μιας πόλης.
[27] Χωρίς να ξέρουμε, αν μελλοντικά σκόπευε να στραφεί κατά της Ιταλίας. Ο Αλέξανδρος πάντως το είχε προγραμματίσει.
[28] Botsford – Robinson: «Αρχαία ελληνική ιστορία», έκδοση Εθνικής Τράπεζας 1977, μετάφρ. Σ. Τσιτσώνη, σ. 474.
[29] Προσφέρουμε στο πρωτότυπο μόνο την πρώτη περίοδο, ευελπισώντας ότι θα βρει κάποτε τη θέση της στα σχολικά ελληνικά εγχειρίδια: «Πηλίκης δει τιμής αξιούσθαι Μακεδόνας, οι τον πλείω του χρόνου παύονται διαγωνιζόμενοι προς τους βαρβάρους υπέρ της των Ελλήνων ελευθερίας».
[30] Μπαξίς: Από το τουρκικό Bahsis που σημαίνει φιλοδώρημα.
[31] Νομιστεύομαι: Επί νομίσματος, κυκλοφορώ νομίμως, είμαι σε χρήση, έχω πέραση. Συνοπτικά η φράση λέει τα ακόλουθα: επειδή πια η δωροδοκία επικρατούσε (επιπολάζω = μένω στην επιφάνεια, επικρατώ) στην Ελλάδα και κανείς δεν έκανε σε κανένα τίποτα δωρεάν και επειδή αυτή η νοοτροπία είχε πέραση, κανείς από τους Αιτωλούς δεν μπορούσε να πιστεύσει ότι η παραχώρηση του Τίτου προς τον Φίλιππο έγινε «χωρίς δώρον»!
[32] Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Έλλην μονάρχης της Βακτριανής Δημήτριος εισέβαλε στη Β.Δ. Ινδία. Το επιδρομικό έργο του συνέχισαν, με ορμητήριο την Τάξιλα, οι στρατηγοί Απολλόδωρος και Μένανδρος. Ο τελευταίος έκανε πρωτεύουσά του την Σάγκαλα. Προσηλυτίστηκε στο βουδισμό και πέρασε στο βουδιστικό πάνθεο με το όνομα Μιλίντα!
[33] Η λέξη κατ’ άλλους παράγεται από το «συν + κεράννυμι» (= αναμιγνύω), κατ’ άλλους συνδέεται με την Κρήτη. Οι Κρήτες, παρά τις μεταξύ τους διαμάχες, είχαν την τάση να ενώνονται, όταν αντιμετώπιζαν εξωτερικό εχθρό. Συγκρητισμός, λοιπόν, είναι η συνένωση, συγχώνευση ή συνύπαρξη.
[34] Σχετικά ο Ηρόδοτος λέει: «Καλέουσι δε Ασσύριοι Αφροδίτην Μύλιττα, Αράβιοι δε Αλιλάτ, Πέρσαι δε Μίτραν» (Α, 131). Η λατρεία του ήταν πολύ διαδεδομένη στην Ασία κι ένα από τα πιο συνηθισμένα ονόματα ανθρώπων ήταν το Μιθριδάτης.
[35] Το ταλμούδ περιέχει το παραδοσιακό δίκαιο και τη νομική διδασκαλία των Ιουδαίων.
[36] Οι όροι «βυζαντινή αυτοκρατορία», «Βυζαντινή ιστορία» είναι δημιουργήματα νεώτερων δυτικών μελετητών. Πρώτος ο Ιερώνυμος Βολφ (Wolf) χρησιμοποίησε τον όρο «βυζαντινός» το 1562 στην έκδοση του «Corpus Byzantinae Historiae». Από τους Έλληνες πρώτος ο Κοραής έκανε χρήση των όρων «Βυζαντινή Ιστορία» και «Βυζαντινός Ελληνισμός».
[37] Ναίω = κατοικώ
[38] Δεν εννοεί τον Άρατο το Σικυώνιο (276 – 213 π.Χ.) τον διάσημο στρατηγό της Αχαϊκής Συμπολιτείας αλλά τον διδακτικό ποιητή Άρατο (315 (;) – 245 (;) π.Χ. από τους Σόλους της Κιλικίας, που έγραψε το ονομαστό στην αρχαιότητα ποίημα «Φαινόμενα» (1154 στίχοι)
[39] Για να μην έλθει σε ρήξη μαζί του, ο Λέων του έστειλε πολλές επιστολές. Σε μία από αυτές υπάρχει και η αξιομνημόνευτη περικοπή, που συμπυκνώνει όλο το πνεύμα της εικονομαχικής του πολιτικής: «Αι εικόνες ειδώλων τόπον αναπληρούσιν· οι προσκυνούντες αυτάς ειδω λολάτραι ου δεί προσκυνείν χειροποίητα και παν είδος καθ’ ομοίωμα, καθώς είπεν ο Θεός, μήτε εν ουρανώ μήτε επί γης. Πληροφόρησόν με, τις ημίν παρέδωκε σέβεσθαι και προσκυνείν χειροποίητα, καγώ ομολογώ ότι Θεού νομοθεσία εστί».
[40] Σιλέντιο (από τη λατ. λέξη silentium = σιωπή): Μυστική συνεδρίαση σε στενό κύκλο. Σιλεντάριοι ήταν αυλικοί επιφορτισμένοι με την εσωτερική ευταξία του παλατιού.
[41] «Ιστορία του βυζαντινού κράτους», Α, σελ. 391
[42] Ο Άμαντος γράφει 753, ο Ζακυθηνός 754. Ο Παπαρρηγόπουλος λέγει ότι συγκλήθηκε το 753 και άρχισε τις εργασίες της το 754. Η Ιέρεια βρίσκεται στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου.
[43] Γι’ αυτά και για πολλά άλλα πολύτιμο είναι το βιβλίο του ναυάρχου Κ.Α. Αλεξανδρή, «Η θαλασσία δύναμις εις την ιστορίαν της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας» (Έκδοση Ιστορικής Υπηρεσίας, Β.Ν. Αθήνας 1957).
[44] Το τί ήταν το «υγρό πύρ» και πώς εχρησιμοποιείτο στις συγκρούσεις, παραμένει ιστορικό πρόβλημα. Η πληρέστερη μελέτη που έχω υπόψη μου, είναι του Θόδωρου Κ. Κορρέ «Υγρόν πυρ». Συμφωνώ με τις απορριπτικές θέσεις του για τις απόψεις ξένων μελετητών. Έχω όμως κάποιους ενδοιασμούς για τη δική του άποψη. Τη δική μου επιφυλάσσομαι να αναπτύξω σε ειδικό μελέτημα.
[45] Σανταγιάνα Γεώργιος (1863-1952): Αμερικανός φιλόσοφος και ποιητής. Δίδαξε στο Χάρβαρντ. Έργα: «Το βασίλειον της ουσίας», «Το βασίλειον της ύλης», «Το βασίλειον του πνεύματος», «Το βασίλειον της αλήθειας».
[46] Πρόκειται για την «Αυτοκρατορία της καθ’ ημάς Ανατολής» πολιτικό όραμα του Ίωνα Δραγούμη, του Σουλιώτη – Νικολαΐδη κ.ά.
[47] Ο γαλλομαθής Σταυρίδης γράφει τη λέξη με δύο «φι» ως παραγομένη από το γαλλικό «gaffe».
[48] Ο Κωνσταντίνος ασθένησε από πλευρίτιδα οξείας μορφής κατά την περίοδο των εκλογών του Μαρτίου 1915.
[49] Σοφοκλής: «Οιδίπους Τύραννος» στ. 716.
[50] Το βιβλίο αυτό κυκλοφορούσε σε χειρόγραφα. Τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1844.
[51] «Γραικομάνοι» λέγονταν οι σλαβόφωνοι πατριαρχικοί, που είχαν σε συντριπτική πλειοψηφία συνείδηση ελληνική.
[52] Είναι απόδοση του βουλγαρικού «Taina Makedonsko-Odrinsko Revolucionera Organizacija» (TMORO).
[53] Το «εσωτερική» υπονοεί ότι η κίνηση θα στηρίζεται στις εσωτερικές δυνάμεις της Μακεδονίας.
[54] Πρώτος πρόεδρος της ΕΜΕΟ ήταν ο Hristo Tatarcef.
[55] Ο σαντραλιστής Πανίτσα, όργανο του Σαντάσκυ, σκότωσε τους Βερχοβιστές Σαράκωφ και Γκαρβάνωφ. Ακολούθως ο Σαντάσκυ δολοφονήθηκε από τον Αλεξάνδρωφ. Οι αλληλοεξοντώσεις θα κρατήσουν έως τα νεώτερα χρόνια.
[56] Αυτό το νόημα έχει η αναγνώριση του Σκοπιανού κράτους σαν «Μακεδονία» από το Γιέλτσιν, με τον τρόπο που βλέπουν το ζήτημα οι Βούλγαροι κι όχι οι Σκοπιανοί.
[57] Συνήλθε στο Βερολίνο το Νοέμβριο του 1923.
[58] Ενδεικτικό των ικανοτήτων του είναι το γεγονός πως στη περίοδο που γίνεται η διάσκεψη της Λωζάννης, ο Αλεξάνδρωφ συγκροτεί «Παμμακεδονικό» Συνέδριο στη γειτονική Βέρνη, στην οποία σαν αντιπρόσωποι των «Ελλήνων» παρουσιάστηκαν οι Γεράσιμος Παύλου (από τη Βέροια) και Παντελής Χριστοφής (από τη Θεσσαλονίκη), αργυρώνητα όργανα των Βουλγάρων. Τους ρουμανίζοντες εκπροσώπησαν οι Δημ. Σαράντης και Σπ. Θεολόγης από την Καστοριά.
[59] Ο Μανουήλσκυ ήταν Ουκρανός (γεννήθηκε το 1883), γιός ιερέα. Σπούδασε στην Πετρούπολη. Έλαβε μέρος στην εξέγερση της Κροστάνδης (1906). Δραπέτευσε στη Γαλλία. Επέστρεψε στη Ρωσία και προσχώρησε στους μπολσεβίκους. Τον θεωρούσαν αυθεντία για θέματα εθνοτήτων του εξωτερικού. Από τα έργα του μνημονεύουμε: «Το κομμουνιστικό κόμμα και η καπιταλιστική κρίση».
[60] «Το συνέδριο παραδέχεται ότι τα συνθήματα που διετύπωσεν η Βουλγαρική Ομοσπονδία: Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία”, Ενιαία και Ανεξάρτητη Θράκη», είναι ΤΕΛΕΙΩΣ ορθά και αληθινά επαναστατικά» (Βλ. Κομμουνιστική Επιθεώρηση, 1924 σελ.: 346- 349). Το ΚΚΕ αργότερα προσπάθησε να παρουσιάσει σαν δική του πρόταση την ψηφισθείσα απόφαση. Στο έργο που τύπωσε το ίδιο το 1947 με τίτλο «Το ΚΚΕ από το 1918 έως το 1931, στο Β ́ τόμο σελ. 41 διαβάζουμε: «Το 1923-1924, η Β.Κ. Ομοσπ. και η Κ. Διεθνής διετύπωσαν το σύνθημα: “Ανεξάρτητη Μακεδονία κ.λπ.”, που ενεσάρκωσε την αρχική μας γραμμή επί του εθνικού» (Βλ. περισσότερα στο βιβλίο μας «Από το Μακεδονικό ζήτημα στην εμπλοκή των Σκοπίων», Gutenberg 1992).
[61] Το συγκλονιστικό αυτό στοιχείο αναδημοσιεύει Αλ. Παπαπαναγιώτου (ένθ. αν. σ. 60) από τα «Istorijski Arhiv Κ.Ρ (Κομ. Κόμματος) Jugoslavije», τομ. Β ́ σσ. 420-421.
[62] Αργότερα έγινε Γενικός Γραμματέας και βουλευτής του ΚΚΕ. Απεχώρησε από αυτό κι έγινε σφοδρός πολέμιος του.
[63] Για τη δίκη αυτή και άλλα συναφή βλ. Σ. Ι. Καργάκου «Από το Μακεδονικό Ζήτημα στην Εμπλοκή των Σκοπίων», Gutenberg, 1992, oo. 138-139.
[64] Έτσι λέγονταν τα μαχητικά τμήματα του ΚΚΕ.
[65] Για το ζήτημα αυτό βλέπε εκτενή ανάλυση στο βιβλίο μας «Από το Μακεδονικό Ζήτημα στην εμπλοκή των Σκοπίων» σσ: 227-275.
[66] Αυτό που τα ελληνικά έντυπα γράφουν Πιρίν είναι το όρος Πυρήν-ήνος, δηλ. ο ανατολικός Όρβηλος.
[67] Περισσότερα και φρικτότερα βλ. στο βιβλίο μας (ένθ. αν. σσ. 243-247).
[68] Κάποτε (27 Δεκεμβρίου 1947), για ν’ αποτρέψει ευμενή απόφαση υπέρ της Ελλάδος ο δρ Μπέμπλερ εκφώνησε λόγο 63 δακτυλογραφημένων σελίδων (!) που κράτησε 3 1/2 ώρες! Και αφού εξάντλησε το ακροατήριο συνεπέρανε ότι «οι Άγγλοι χρεωκόπησαν στην Ελλάδα» και την εκχωρούν στους Αμερικανούς!
Γράφτηκε από: Yiannis
https://sarantos-kargakos.gr/