Το vima365.gr είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.Απλά γαρ εστί της αλήθειας επη

Η κρίση ως δίαυλος πολιτειακής μετάβασης – Μερος Δ

Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922) πολιτικές και οικονομικές παράμετροι της κρίσης

«Όποιος δεν ενθυμείται το παρελθόν είναι υποχρεωμένος να το ζήσει εκ νέου»

ΣΑΝΤΑΓΙΑΝΑ[45]

ΖΩΤΙΚΟΣ χώρος του Ελληνισμού ήταν πάντα το Αιγαίο. Στις δύο όχθες» του έζησε κι έδρασε, κυρίως, ο ελληνικός κόσμος. Μέχρι της Μικρασιατικής Καταστροφής ο κόσμος αυτός ήταν δισκελήςασιατικός και ευρωπαϊκός. Το Αιγαίο δεν χώριζε ένωνε! Ήταν γέφυρα οικονομίας και πολιτισμού. Αυτό έδινε στον Ελληνισμό χαρακτήρα ανοριακό. Ήταν ένας λαός χωρίς σύνορα, απλωμένος σε Δύση και Ανατολή, σε Βορρά και Νότο. Μετά την Καταστροφή, ο Ελληνισμός υποχρεώνεται να συρρικνωθεί και να συμπυκνωθεί στο ένα σκέλος του, το ευρωπαϊκό. Ο ασιατικός Ελληνισμός ξερριζώνεται. Ταυτόχρονα ξερριζώνεται και η Ευρώπη από την Ασία. Γιατί οι Έλληνες ήσαν οι φορείς του ευρωπαϊκού πολιτισμού στην αχανή έως τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αργότερα ο νικητής Κεμάλ θέλησε να εξευρωπαΐσει την Τουρκία με τη βία. Όμως με το διώξιμο των Ελλήνων ύψωσε ένα Σινικό Τείχος ανάμεσα στην Ευρώπη και στην Ασία. Κι αυτό μελλοντικά θα φέρει το κίνημα του Ισλαμισμού έως τις ακτές της Ιωνίας και, χωρίς ισχυρή Ελλάδα, ακόμη δυτικότερα.

Οι Έλληνες που αποτελούσαν το ένζυμο του Ευρωπαϊσμού στην Ασία, μετά τον ξερριζωμό αναζήτησαν νέες πατρίδες είτε στην παλιά Ελλάδα (κυρίως Μακεδονία και Θράκη), είτε σε υπερπόντιες χώρες. Έτσι ο Ελληνισμός μπόρεσε να ξεπεράσει γρήγορα την κρίση της συρρικνώσεως, το δε προσφυγικό στοιχείο με εκπληκτική ταχύτητα – παρά τις δυσχερείς συνθήκες – μπόρεσε και ξεπέρασε την κρίση της προσαρμογής και σε μερικές ελλαδικές περιοχές αποτέλεσε το κυρίαρχο πληθυσμιακό στοιχείο που, αντί να αφομοιωθεί, αφομοίωσε. Έτσι σήμερα δεν μιλάμε για χαμένες πατρίδες, μιλάμε για αλησμόνητες πατρίδες. «Μία είναι η πατρίδα και των αιμάτων και των δραμάτων», έγραψε ο Παλαμάς. Πατρίδες είναι οι άνθρωποι. Μόνο οι χαμένοι μιλάνε για χαμένες πατρίδες.

Ωστόσο, δεν παύει η Μικρασιατική Καταστροφή να αποτελεί την πιο τραγική μετά την Άλωση σελίδα της ελληνικής ιστορίας. Έως τότε είμαστε ένας λαός «εν διαστολή». Έκτοτε υποχρεωθήκαμε να ζήσουμε «εν συστολή και υποστολή» όχι μόνο εδαφική, αλλά και πολιτική. Θρυμματίστηκε – τουλάχιστον μέχρι τα τωρινά δεδομένα – το όραμα της Μεγάλης Ελλάδας. Έκτοτε το όραμα αυτό έγινε απόπειρα να πάρει άλλη σημασιοδότηση. Όχι εξωτερική επέκταση αλλά εσωτερική ανάπτυξη. Τους εθνικούς αγώνες αντικατέστησαν οι κοινωνικοί. Δεν παραγνωρίζουμε τη σημασία τους. Αλλά η πολιτική καχεξία της Ελλάδος, 70 χρόνια μετά την καταστροφή, έγκειται στο ότι δεν έχει ένα μεγάλο εθνικό όραμα, που να της επιτρέπει να σφυρηλατήσει μια πολιτική εθνικής συνοχής που απαιτεί πολιτική εθνικής περισυλλογής. Ο κομματισμός, όπως και τότε, τοποθετείται πιο πάνω από τον πατριωτισμό. Αυτό ήταν η κύρια αιτία της απωλείας των πατρίδων της Μ. Ασίας και του Πόντου.

Κι όμως τα παθήματα δεν μας έγιναν μαθήματα. Είμαστε ο λαός που περισσότερο παντός άλλου δικαιώνει τον λόγο του Εγέλου: το μόνο που διδάσκει η ιστορία είναι ότι οι άνθρωποι δεν διδάσκονται τίποτα από την ιστορία. Παραμένουμε, όπως λέει ο Σολωμός, «πάντοτε ευκολόπιστοι και πάντα προδομένοι». Κι ενώ σε ατομικό επίπεδο ασκούμε πολιτική με βάση το προσωπικό συμφέρον, στην εξωτερική πολιτική ενεργούμε συναισθηματικά, ενώ ξέρουμε καλά πως η εξωτερική πολιτική δεν καθορίζεται από συναισθήματα αλλά από συμφέροντα. Οι προδοσίες είναι θέμα ημερομηνιών. Έτσι – παρά τη σημαντική συμβολή μας στη συμμαχική νίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου – δεν διεκδικήσαμε ευτόλμως και εντόνως τίποτα, αλλά και όταν ακαίρως διεκδικήσαμε (όταν πια κανένας δεν είχε την ανάγκη μας), χάσαμε περισσότερα (Κύπρος). Κι ακόμη, ενώ υποστήκαμε τις μεγαλύτερες καταστροφές από την απόπειρα του διεθνούς Κομμουνισμού να βγει στο Αιγαίο, μετά την κατάρρευσή του, αντί να είμαστε οι πρώτοι που έπρεπε να ωφεληθούμε και να επωφεληθούμε, κινδυνεύουμε να βλαφτούμε από μια βασική αδυναμία μας: να συνεννοηθούμε.

Η σημερινή ηττοπάθεια των πολιτικών μας, που αναπαράγει αενάως πολιτικές κρίσεις, είναι απότοκος της Μικρασιατικής Καταστροφής. Δεν έχουμε απαλλαγεί από το σύνδρομο της ήττας. Εβδομήντα χρόνια μετά τον ξερριζωμό, και η Ελλάς κινείται πολιτικώς στις συμπληγάδες της εθνοπροδοσίας και εθνοκαπηλίας. Η «προδοτολογία» δίνει το στίγμα του πολιτικού βίου μας, που θυμίζει το στρατοδικείο του Οθωναίου, που κατεδίκασε σε θάνατο σαν προδότες τους έξι. Μόνο που τώρα δεν εκτελούνται πολιτικοί. Εκτελείται συστηματικά η ελληνική πολιτική. Αυτή είναι η νεώτερη καταστροφή μας. Μας κυνηγάει η κατάρα της Μικράς Ασίας.

Κρίσεις επί κρίσεων

Θεωρείται γενικώς ο Μικρασιατικός Πόλεμος ως μία παρέκταση της μεγάλης κρίσης των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, κρίση που οδήγησε στον Α ́ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο οποίος όχι μόνο δεν έλυσε κανένα από τα χρόνια προβλήματα, αλλά απεναντίας τα όξυνε περισσότερο, έτσι που στο αποκορύφωμα της ανθρωποσφαγής να εμφανισθεί σαν «deus ex machina» ο Μπολσεβικισμός που θεωρήθηκε πανάκεια για την εξάλειψη των κοινωνικών δεινών και των εθνοτικών διαφορών. Οι λαοί θα ζούσαν πια αδελφωμένοι μέσα στον καινούργιο κόσμο, στο «βασίλειο της πανανθρώπινης φιλιάς» όπως έλεγε στον «Οδηγητή» ο Κ. Βάρναλης. Οι άνθρωποι δεν θα τρώγονταν, μια και όλοι θα είχαν να φάνε. Και η επίλυση των βιοτικών προβλημάτων θα άφηνε απερίσπαστα μυαλό και ψυχή να ανυψωθούν στους ουρανούς της πνευματικής και αισθητικής πανδαισίας. «Ο ουρανός αρχίζει από το ψωμί», έγραφε ο Γιάννης Ρίτσος στο «Γράμμα στο Ζολιό – Κιουρί», ποίημα που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά αποσπασματικά στα «Ελεύθερα Γράμματα» του Στρατή Δούκα (τεύχη 2-4, Οκτώβρης – Δεκέμβρης 1950, σ.σ. 123-124).

Το βασίλειο της παναθρώπινης φιλίας ή «φιλιάς», κατά τον Βάρναλη, θα κτιζόταν με τη «διαρκή επανάσταση» και την εγκαθίδρυση μιας νέου τύπου δημοκρατίας, της δικτατορίας των προλεταρίων, που θα οδηγούσε όχι βέβαια με την πειθώ αλλά με την επαναστατική βία, στην αταξική κοινωνία, ένθα δεν θα υπήρχε ούτε θλίψη, ούτε οδύνη, ούτε στεναγμός. Η συνταγή ήταν απλή: όποιος στέναζε ή αναστέναζε, εξετελείτο. Το λόγο είχε το «συντροφικό μάουζερ», όπως τραγουδούσε ο Αλέξανδρος Μπλοκ, ο οποίος καλούσε την παγκόσμια εργατιά «να πάρει το βήμα της επανάστασης».

Όμως, αντί ο κόσμος να πάρει το βήμα της επανάστασης, πήρε το βήμα της αντεπανάστασης. Η νίκη του μπολσεβικισμού δεν σήμανε την ώρα του λυτρωμού των μαζών από τις αλυσίδες τους. Αντί οι λαοί να προχωρήσουν σε νέες μορφές ελευθερίας, προχώρησαν σε νέες μορφές περιορισμού της ελευθερίας με τη συγκατάθεσή τους. Η άνοδος του μπολσεβικισμού στη Ρωσία σήμανε την άνοδο του φασισμού – διαφόρων αποχρώσεων – στην Ευρώπη. Αντί να κυριαρχήσει ο μπολσεβικισμός κυριάρχησε ο φασισμός στην Ιταλία και στη Γερμανία ο ναζισμός. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρώτος φασιστής ηγέτης που κατέλαβε (1922) την εξουσία, ο Μπενίτο Μουσολίνι, ήταν τέως σοσιαλιστής που εγνώριζε άριστα την μπολσεβικική επαναστατική τεχνική: διά του λαού να επιβάλλεσαι επί του λαού.

Ο μπολσεβικισμός, που είναι μια αλλοτροπική μορφή απολυταρχισμού, υπήρξε ο δάσκαλος του φασισμού.

Έδωσε το μοντέλο εξουσίας στα φασιστικά καθεστώτα. Όχι μόνο ο Μουσολίνι, αλλά και ο Μουσταφά Κεμάλ διαμόρφωσαν σύστημα εξουσίας κατά το πρότυπο της Σοβιετικής. Ακόμη η αποτυχία των κομμουνιστικών κινημάτων στην Ευρώπη έδωσε το έναυσμα για την ανάπτυξη των φασιστικών: Έτσι, λίγα χρόνια μετά τη νίκη του Λένιν, παρά τις προσδοκίες του Λένιν, σ’ όλη σχεδόν την Ευρώπη, αντί να έχουμε κομμουνιστικά, είχαμε φασιστικά ή φασίζοντα καθεστώτα.

Αυτό συνιστά το πιο έντονο σύμπτωμα κρίσης των παραδοσιακών μορφών δημοκρατίας. Η δημοκρατία, όπου είχε επιβληθεί, ήταν δημοκρατία λόγων και όχι έργων. Δημοκρατία των κοινοβουλίων. Ο λαός ήταν έξω από το παιχνίδι της εξουσίας. Ήταν φυσικό να επηρεασθεί από τα κομμουνιστικά και αργότερα τα φασιστικά κόμματα, που μιλούσαν πιο άμεσα για προβλήματα άμεσα, όπως το πρόβλημα της δουλειάς, του ωραρίου και των μισθών. Κυρίως, όμως, με τρόπο διαφορετικό, μιλούσαν για ισότητα. Οι πρώτοι μέσα στο πλαίσιο της διεθνικότητας και οι δεύτεροι μέσα στο πλαίσιο της εθνότητας, η οποία αναγορευόταν σε ιδανικό και επιδρούσε έτσι πιο έντονα στα ψυχοκίνητρα των λαών. Είναι ενδεικτικό ότι ο Κεμάλ, αντιπροσωπευτικός τύπος φασιστή ηγέτη, έρριξε το 1919 το σύνθημα «Η Τουρκία στους Τούρκους», για να εξάψει τον εθνικιστικό φανατισμό των παθητικοποιημένων τουρκικών μαζών. Και το πέτυχε. Κι εδώ είναι που απέτυχε το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα: υπερτίμησε το ταξικό ένστικτο και υποτίμησε το εθνικό. Οι λαοί περισσότερο σκέπτονται σαν έθνη, παρά σαν τάξη. Τα έθνη έχουν έναν υπερβατικό χαρακτήρα που επιδρά στο μεταφυσικό ένστικτο των ανθρώπων. Οι εργάτες και οι αγρότες μπορούν να πεθάνουν για το έθνος τους. Την τάξη τους θέλουν να την υπερβούν.

Αν είχαμε στις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, εργατο- αγροτικές εξεγέρσεις, αυτό χρεώνεται σε αδυναμίες του καπιταλιστικού συστήματος, που ναι μεν δεν ευαγγελίστηκε κανέναν παράδεισο, αλλά δεν επεδίωξε να κάνει τη ζωή των ανθρώπων λιγότερο κόλαση. Το κέρδος ως μοναδική επιδίωξη, χωρίς κάποια μεταφυσική καθοδηγητική αρχή, είναι ο χειρότερος οδηγός για τη ζωή. Το πάθος για νέες αγορές, για οικονομική επέκταση και εξεύρεση νέων πηγών πρώτων υλών ανεβάζει οπωσδήποτε τον πυρετό της οικονομίας, αλλά κατεβάζει την ποιότητα της ζωής τόσο χαμηλά, ώστε η πολιτική να μη λειτουργεί με τους κανόνες της λογικής, αλλά του ενστίκτου. Κι ένστικτο ζωής για τον καπιταλιστή ήταν ο θάνατος του άλλου καπιταλιστή και… τούμπαλιν! Μέσα σ’ αυτές τις οικονομικές συμπληγάδες των ενδοκαπιταλιστικών αντιθέσεων και στις μυλόπετρες των πολέμων, αλέθονταν οι λαοί, που στη διάρκεια του Α ́ Παγκοσμίου Πολέμου, χάρη κυρίως στα κηρύγματα των σοσιαλιστών, συνειδητοποίησαν πως δεν μάχονταν για ιδανικά, αλλά για συμφέροντα – φυσικά άλλων.

Αυτό που άφησε πίσω του ο πόλεμος δεν ήταν μόνο υλικά, αλλά και ψυχικά ερείπια. Άφησε μια γεύση πικρίας στα χείλη εκείνων που τον υπηρέτησαν σαν σταυροφόροι ενός ιδανικού, και κάποια στιγμή ένιωσαν πως το ιδανικό ήταν η πρόφαση, και αυτοί θύματα απάτης, συμπτωματικές επιβιώσεις του πολέμου, ο οποίος δεν έφερε το τέλος των πολέμων, αλλά αποτελούσε το «πρελούντιο» ενός ακόμη μεγαλύτερου.

Η συνειδητοποίηση αυτή – που καθρεφτίζεται στην άνθιση της υπαρξιακής φιλοσοφίας – τραυμάτισε βαθύτατα τον ψυχισμό τους. Η ανθρωπότητα μπαίνει στη ζώνη της Μεγάλης Φρίκης, ζη σε μια ατμόσφαιρα φορτισμένη από κινδύνους που απορροφούν το οξυγόνο της ζωής, αναπαράγοντας απροσμέτρητα αποθέματα αγωνίας. Ο δρόμος της επικοινωνίας είναι ναρκοθετημένος. Μπαίνουμε στη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών. Οι άνθρωποι κινούνται σ’ έναν κόσμο με αχρηστευμένη την αίσθηση της ζωής, με συνεχώς εξαπλούμενο το αίσθημα της ανασφάλειας, με εδραιωμένη την υποτίμηση του ανθρώπινου παράγοντα. Νιώθουν – ίσως για πρώτη φορά – πως όλα είναι προσδιορισμένα από δυνάμεις έξω από αυτούς, από προθέσεις που δεν τους λαμβάνουν καθόλου υπόψη. Η κρίση του 20ού αιώνα παίρνει αμέσως έναν ιδιότυπο χαρακτήρα: είναι κρίση ψυχής. Κρίση σκοπών και νοήματος ζωής. Το πρόβλημα δεν είναι να της, αλλά γιατί να της.

Οι ιδεολογίες, που τότε ήταν άφθονες, προσέφεραν θεραπείες, αλλά όχι ουσία ζωής. Από την άλλη, η τεχνολογία έδωσε μέσα, αλλά όχι σκοπούς ζωής. Έτσι, ο δήθεν απελευθερωμένος άνθρωπος του 20ού αιώνα, ξαναγυρίζει στον μεσσιανισμό και περιμένει από ηγέτες – σωτήρες το λυτρωμό. Οι λαοί, στην απόγνωσή τους, θεοποιούν τους ηγέτες τους, γιατί θέλουν να ζήσουν. Ο ηγέτης ενσαρκώνει ένα όραμα. Είναι συνισταμένη των επιθυμιών και προσδοκιών της μάζας. Κάθε εποχή μεγάλων κρίσεων δημιουργεί την ανάγκη για σωτήρες. Το σωτηριολογικό κλίμα ευνοεί την ανάδυση και ανάδειξη φασιστών ηγετών, διαφόρων χρωμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μικρασιατικός πόλεμος γέννησε τον πρώτο στρατιωτικού τύπου φασιστή ηγέτη της νεώτερης ιστορίας, τον Μουσταφά Κεμάλ, που όπως αργότερα ο Στάλιν ονομάστηκε «Πατερούλης», έτσι κι αυτός ονομάστηκε Ατατούρκ, πατέρας των Τούρκων! Αλλά μήπως κι εμείς, στο διάστημα που ο Βενιζέλος κυβερνούσε δικτατορικά, δεν τον αποκαλούσαμε «Πατέρα της Φυλής»;

Ημιπληγική δημοκρατία

ΜΙΑ στρατιωτική αναμέτρηση ανάμεσα σ’ ένα δημοκρατικό και σ’ ένα ολοκληρωτικό κράτος σπανίως αποβαίνει υπέρ του πρώτου. Η δημοκρατία είναι καλή για ειρήνη, αλλά όχι για πόλεμο. (Βλ. περίπτωση Αθηναίων και Σπαρτιατών στον Πελοποννησιακό Πόλεμο). Η δημοκρατία νικά, όταν λειτουργεί δημοκρατικά, όταν δηλαδή πρόθυμα όλοι οι πολίτες επωμίζονται το στρατιωτικό τους καθήκον κι όταν το καθήκον αυτό ομοψυχοποιεί όλα τα μέλη της εθνότητας. Το ομόψυχον χάρισε στην Ελλάδα τους θριάμβους των Βαλκανικών. Η έλλειψη ομοψυχίας προκάλεσε την τραγωδία της Μικράς Ασίας. Ο Βενιζέλος, ιδίως μετά την εμφάνιση του Κεμάλ, έπρεπε να συνεχίσει τον πόλεμο, όπως άρχισε: με δικτατορικές εξουσίες υπό κοινοβουλευτικό μανδύα. Διεξαγωγή εκλογών εν μέσω πολέμου είναι πολιτική ανοησία που καταλήγει σε εθνική αυτοχειρία.

Ο Κεμάλ επέβαλε την ομοψυχία διά της πυγμής. Εμείς αντιπαρατάξαμε μια ημιπληγική δημοκρατία. Ουσιαστικά, εναντίον του Κεμάλ δεν πολέμησε όλη η Ελλάς, αλλά η μισή Ελλάς. Η άλλη μισή πολεμούσε εναντίον της μισής Ελλάδος, που πολεμούσε εναντίον του Κεμάλ. Πιο συγκεκριμένα: κατά την πρώτη φάση (απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη – Εκλογές Νοεμβρίου 1920), εναντίον του Κεμάλ, πολεμούσε η «βενιζελική» Ελλάς, ενώ η «βασιλική» πολεμούσε κατά της «Βενιζελικής». Κατά τη δεύτερη φάση (μετά την άνοδο των «βασιλικών» στην εξουσία), τον πόλεμο κατά του Κεμάλ αναλαμβάνει η «βασιλική» Ελλάς, ενώ η «βενιζελική» απέχει ή στρέφεται κατά της «βασιλικής». Είχαμε φθάσει στο σημείο, λόγω κομματικού φανατισμού, ώστε και στις δύο φάσεις Έλληνες να εύχονται την ήττα των Ελλήνων. Αντίπαλος δεν ήταν ο Κεμάλ, αλλά ο πολιτικός αντίπαλος! Συμπέρασμα: η εσωτερική κρίση της Ελλάδος είναι η κύρια αιτία της στρατιωτικής ήττας της. Δεν είναι οι Τούρκοι που νίκησαν τους Έλληνες, αλλά οι… Έλληνες. Όπως είπε κάποτε ο Κεμάλ, ο ελληνικός στρατός αυτοηττήθηκε.

Βλέποντας κανείς τα πολύ παλαιά, αλλά και τα τωρινά μεγέθη της Τουρκίας, θα μπορούσε να χαρακτηρίσει την Μικρασιατική Εκστρατεία – έχει ήδη χαρακτηριστεί – σαν μια καθαρά τυχοδιωκτική επιχείρηση. Σαν ένα μεγάλο άλμα με κοντά πόδια. Ότι μας έλειψε ο ρεαλισμός, ότι υπερτιμήσαμε τις δυνάμεις μας, υποτιμήσαμε τον αντίπαλο, ότι δώσαμε πίστη σε άπιστους συμμάχους, κ.λπ., κ.λπ.

Πρώτον, τα αριθμητικά δεδομένα δεν ήσαν άνισα (8 εκ. Έλληνες εναντίον 10 εκ. Τούρκων της Ανατολίας). Δεύτερον, ο στρατός μας ήταν άρτια οργανωμένος, εξοπλισμένος και προσαρμοσμένος στις νέες συνθήκες πολέμου. Επί πλέον, είχε τον αέρα του νικητή. Αντίθετα, ο τουρκικός ήταν διαλυμένος και διχασμένος (κεμαλικοί – σουλτανικοί), με βαρειές απώλειες και το πλέγμα της ήττας. Τρίτον, διαθέταμε αξιόλογο ναυτικό, ενώ ο Κεμάλ δεν είχε ούτε… φελούκα! Τέταρτον, στη Μ. Ασία πήγαμε με τους «συμμάχους» μας. Αν δεν πηγαίναμε, αυτό που ήταν διεκδίκηση δική μας, θα ήταν διεκδίκηση των «συμμάχων», ιδίως των Ιταλών. Και πέμπτον, το ότι πήγαμε δεν ήταν τόσο επιθυμία του ελλαδικού αλλά του μικρασιατικού Ελληνισμού, που στη διάρκεια των Βαλκανικών και του Παγκοσμίου πολέμου είχε υποστεί τα πάνδεινα από την τουρκική θηριωδία, τεχνοκρατικά σχεδιασμένη από τον Γερμανό Λίμαν φον Σάντερς.

Είναι, επί του προκειμένου, ενδεικτική μια περικοπή από το Υπόμνημα που έστειλε ο εθνομάρτυς μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος προς τον βασιλέα Κωνσταντίνο, κάνοντας έκκληση προς αυτόν ν’ αφήσει την ουδετερότητα και να βγει στον πόλεμο με σκοπό την απελευθέρωση των ελληνικών περιοχών της Μ. Ασίας:

«Συ ει (= είσαι), ο Ερχόμενος ή έτερον προσδοκώμεν; Απευθύνομεν το τεταραγμένον τούτο ερώτημα προς Σε, τον προσδοκώμενον από τόσων αιώνων, ως τον Μεσσίαν του στενάζοντος υπό σκληροτάτην δουλείαν Γένους ημών…».

Το πρόβλημα αν έπρεπε να πάμε ή να μην πάμε ήταν ψευδοπρόβλημα. Το πρόβλημα ήταν πώς να πάμε, τι να διεκδικήσουμε και τι εγγυήσεις συμμαχικής βοήθειας να εξασφαλίσουμε. Έπρεπε να πάμε ενωμένοι· πήγαμε διχασμένοι. Οι «σύμμαχοι» μας έμπλεξαν στο δικό τους πόλεμο· έπρεπε κι εμείς να τους μπλέξουμε στον δικό μας πόλεμο· έπρεπε να βρούμε αμέσως δίαυλο επικοινωνίας (προτού ισχυροποιηθεί) με τον Κεμάλ· κόψαμε κάθε «γέφυρα» επαφής (κι είχαμε πολλές). Προτού τον προσεταιρισθούν οι μπολσεβίκοι, έπρεπε να τον προσεταιρισθούμε εμείς (και υπήρχαν τρόποι). Ομοίως έπρεπε να βρούμε τρόπους μυστικής επαφής με τους Μπολσεβίκους. Επιφανείς Έλληνες συμμετείχαν στα Σοβιέτ των αντιπροσώπων και κατείχαν – ιδίως στις περιοχές του Ευξείνου – σημαίνουσες θέσεις στο νέο καθεστώς που δεν είχε στερεωθεί και ζητούσε απεγνωσμένα διεθνή στηρίγματα. Άλλωστε οι Μπολσεβίκοι – κατά την μαρτυρία του Γ. Κορδάτου – έστειλαν στην Αθήνα σημαντικό εκπρόσωπό τους αλλά κανείς σημαντικός πολιτικός μας δεν καταδέχτηκε να τον συναντήσει. Θέμα ιδεολογικών αρχών. Αλλ’ όταν κάνεις πόλεμο, δεν διαλέγεις φίλους. Συμμαχείς και με το διάβολο. Αυτό τουλάχιστον μας δίδαξε η «συμμαχία» Τσώρτσιλ – Στάλιν.

Το «ξεφλούδισμα της αγκινάρας»

Ο ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΣ Πόλεμος δεν είναι απλώς μία κρίση αλλ’ αλυσίδα κρίσεων. Μόνο που οι αιτιολογικοί κρίκοι δεν συνδέονται παρατακτικά αλλά συμπλεκτικά. Η Ελλάς αρχικά διεξάγει έναν πόλεμο – υπό συνθήκες βαθύτατης πολιτικής κρίσεως – εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που βρίσκεται σε κατάσταση σήψεως. Η παρουσία, όμως, του ελληνικού στρατού στην Ιωνία βοηθά τα εθνικιστικά τουρκικά στοιχεία να βγάλουν τη χώρα τους από το προαιώνιο πολιτικό τέλμα και στη θέση της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του αδύνατου και ανύπαρκτου σουλτάνου Βαχεντίν Μεχμέτ ΣΤ’ (1861 – 1926) να στήσουν τη Νέα Τουρκία του δυναμικού στρατηγού Μουσταφά Κεμάλ (Ατατούρκ). Οι εθνικιστές θεωρούν κύριο εχθρό τους όχι τον ελληνικό στρατό αλλά τον Ελληνισμό. Στην προσπάθειά τους να διώξουν τους Έλληνες (στρατό και γηγενείς) από τη Μ. Ασία, διοχετεύουν όλες τις δυνάμεις προς Δυσμάς, κυρίως προς την Ιωνία, κι άφησαν στρατιωτικώς ακάλυπτη την Ανατολή. Έτσι την ώρα που οι κεμαλικές δυνάμεις ρίχνουν τους Έλληνες στη θάλασσα, οι Άγγλοι ανενόχλητοι καταλαμβάνουν τις πετρελαιοφόρες περιοχές της Μοσούλης! (Η κατάληψη νομιμοποιήθηκε αργότερα με απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης). Έλληνες και Τούρκοι πίστεψαν ότι πολεμούσαν για μια ιδέα. Οι Έλληνες για την απελευθέρωση των αρχαίων πατρίδων και κοιτίδων του Ελληνισμού, οι Τούρκοι ότι πολεμούσαν για την υπεράσπιση της μητέρας πατρίδας. Και οι δύο λαοί πολέμησαν – χωρίς να το ξέρουν για το πετρέλαιο. Το πετρέλαιο είναι πολυτιμότερο από το αίμα των λαών. Εξάλλου, αίμα πολλοί προσφέρουν δωρεάν πετρέλαιο ουδείς.

Ο μικρασιατικός πόλεμος έχει μυρωδιά πετρελαίου. Στην όλη εξέλιξη και διεξαγωγή του αυτό που προείχε ήταν το συμφέρον των μεγάλων εταιριών πετρελαίου. Αυτές ήσαν οι αφανείς πρωταγωνιστές, μια και πολλοί από τους επιφανείς πολιτικούς της εποχής ήσαν μέλη ή ενεργούμενα των εταιριών αυτών. Άλλωστε και ο Μεγάλος Πόλεμος – ανεξάρτητα από αφορμές και μικρές αιτίες – ξεκίνησε από το «ξεφλούδισμα της Αγκινάρας», όπως είχε ονομαστεί στη διεθνή πολιτική η – πρακτική της υφαρπαγής εδαφών ή πηγών πλούτου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Μόνο που τώρα στο «ξεφλούδισμα» – πέρα από τις παραδοσιακές Δυνάμεις – μπαίνουν και δύο νέοι οικονομικοί γίγαντες: Γερμανία και ΗΠΑ. Ενδεικτική ήταν μια δήλωση Αμερικανού πολιτικού προ του Πολέμου: «Η Τουρκία αποτελεί ουσιαστικά παρθένο έδαφος για τις αμερικανικές επιχειρήσεις και την αμερικανική εκμετάλλευση. Οι Τούρκοι θέλουν εμάς τους Αμερικανούς, γιατί πιστεύουν ότι οι επιχειρήσεις μας δεν συνδέονται με πολιτικούς σκοπούς». Ο Ροκφέλερ είναι ο πρώτος που συλλαμβάνει την ιδέα κατασκευής αγωγού πετρελαίου.

Όμως από τα τέλη του περασμένου αιώνα οι Σουλτάνοι έχουν έναν φιλογερμανικό προσανατολισμό. Η Τουρκία δένεται οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτικά στο άρμα της Γερμανίας, η οποία εγγυάται την ακεραιότητα και την οικονομική ανάπτυξή της. Οι δύο ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις δίνουν στους Τούρκους δυνατότητα πολιτικών ελιγμών. Το 1898 ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ υπόσχεται στον Αμερικανό ναύαρχο Τσέστερ και τον Κάιζερ Γουλιέλμο τα πετρέλαια της Μεσοποταμίας. Μετά το ταξίδι του Γουλιέλμου στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (έφθασε μέχρι Ιερουσαλήμ και συγκέντρωσε μύριους καλλιτεχνικούς θησαυρούς) η Deutsche Bank γίνεται ο ουσιαστικός κυβερνήτης της Τουρκίας. Γερμανοί αξιωματικοί (φον ντερ Γκολτς, Λίμαν φον Σάντερς) οργανώνουν τον τουρκικό στρατό, Γερμανοί κεφαλαιούχοι κάνουν επενδύσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατασκευάζουν τη σιδηροδρομική γραμμή από Νικομήδεια (απέναντι από την Κωνσταντινούπολη) έως Βαγδάτη. Το Βερολίνο διατυμπανίζει τη γραμμή των «Τριών Βήτα»: Βερολίνο, Βυζάντιο, Βαγδάτη.

Για να υπονομεύσουν τη γερμανική διείσδυση Γάλλοι, αλλά κυρίως Άγγλοι, υποθάλπουν τον εθνικισμό των υποτεταγμένων στους Τούρκους λαών: Αράβων, Κούρδων, Αρμενίων. Μέσα σ’ αυτές τις οικονομικο-πολιτικές ίντριγκες εμπλέκεται και το ελληνικό στοιχείο.

Μπορεί βέβαια τις μεγάλες επιχειρήσεις και τις μεγάλες τράπεζες να είχαν στα χέρια τους ξένοι κεφαλαιούχοι, όμως το ελληνικό και δευτερευόντως το αρμενικό στοιχείο είχαν στα χέρια τους την υπόλοιπη οικονομία. Το ελληνικό στοιχείο μάλιστα όσο ανέβαινε οικονομικά, είχε φιλοδοξίες κυριαρχίας όχι μόνο επί της αγοράς αλλά και επί της κοινωνικής και πνευματικής ζωής[46]. Κι ακόμη όραμα υποκατάστασης της Οθωμανικής από νέα ελληνική αυτοκρατορία. Γι’ αυτό και το ξένο επιχειρηματικό στοιχείο ενοχλήθηκε από την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη στις 2/15 Μαΐου 1919. Τα αισθήματα των ξένων εκφράζει παραστατικά, μετά την ήττα του στρατού μας, ένας ξένος εμπορικός αντιπρόσωπος: «Στην κυρίως Ελλάδα υπάρχουν λίγες ξένες εταιρίες. Διώχτε από εδώ τους Έλληνες κι αφήστε εμάς να εκμεταλλευθούμε τους Τούρκους». Άρα, το διώξιμο του ελληνικού στοιχείου, δεν είναι αποτέλεσμα μόνο του τουρκικού φανατισμού αλλά αποτέλεσμα ξένου οικονομικού σχεδιασμού.

«Οι Τρεις Αδελφές»

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ επιφανειακά και σε επίπεδο θυμάτων και πτωμάτων ήταν όντως πόλεμος Ελλάδος – Τουρκίας, στο βάθος ήταν πόλεμος ανάμεσα σε τρεις εταιρίες πετρελαίου: της αμερικανικής Standar Oil, της αγγλο- ολλανδικής Royal Dutsch Shell και ενός ισχυρού ομίλου γαλλικών κεφαλαίων. Σωστά, λοιπόν, ονομάστηκε η μικρασιατική εμπλοκή σαν «Πόλεμος των Τριών Αδελφών», ήτοι των τριών αδελφών πετρελαίου. Την ώρα που η Ελλάς διευρύνει τον πόλεμο κατά του Κεμάλ (Ιούλιος 1920), αποκαλύπτεται πως Αγγλία και Γαλλία με μυστική συμφωνία στο Σαν Ρέμο είχαν μοιράσει μεταξύ τους τα πετρέλαια της Τουρκίας. Η διεύρυνση των πολεμικών επιχειρήσεων δεν ήταν αποτέλεσμα επιτελικού σχεδιασμού, αλλά ξένων οικονομικών αναγκαιοτήτων. Μετά τον φαινομενικό διπλωματικό θρίαμβο του Βενιζέλου στη Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920) οι εφημερίδες της Άγκυρας προειδοποιούσαν τους Γάλλους και Ιταλούς, πως αν δεν πήγαιναν με τον Κεμάλ, «θα πάθουν χειρότερα». Κι επειδή ο Κεμάλ σχεδίαζε να επιτεθεί κατά των Άγγλων στη Νικομήδεια, το συμμαχικό συμβούλιο έδωσε «πράσινο φως» στον Βενιζέλο να διευρύνει τις πολεμικές επιχειρήσεις. Ο ελληνικός στρατός με πρωτοφανή ευκολία κατέλαβε την Προύσα. Και όταν οι πολεμικές επιτυχίες των Ελλήνων συνεχίστηκαν πέρα από το προσδοκώμενο, τότε γαλλικά, αγγλικά και ιταλικά στρατεύματα στήθηκαν μπρος στους Έλληνες και ανέκοψαν την προέλασή τους. Η Ελλάς έπρεπε να πολεμά σύμφωνα με τις δικές τους υπαγορεύσεις.

Η Ελλάς πολεμούσε για τους Συμμάχους της και οι Σύμμαχοι εναντίον της Ελλάδος. Μετά την εκλογική αποτυχία του Βενιζέλου και την άνοδο των βασιλικών, δεν τηρούνται ούτε τα προσχήματα. Ο Γάλλος υπουργός των εξωτερικών Αριστείδης Μπριάν δήλωνε κυνικά, πως δεν έβλεπε κανένα λόγο να μένουν Γάλλοι στρατιώτες στην Κιλικία για χάρη του Κωνσταντίνου, που είχε σκοτώσει Γάλλους ναύτες τον Νοέμβριο του 1916. Ο Κωνσταντίνος, όμως, προτού φθάσει – μετά το δημοψήφισμα – στην Ελλάδα, είχε ακούσει τις εμπιστευτικές υποδείξεις του Άγγλου πρεσβευτή στη Βέρνη και πήρε τη διαβεβαίωση πως η Αγγλία θα τον υποστήριζε, αν συνέχιζε την πολιτική του Βενιζέλου! Αυτό εξηγεί το γιατί η αντιβενιζελική παράταξη που κέρδισε τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 με κύριο σύνθημα τον άμεσο τερματισμό του πολέμου, όχι μόνο τον συνέχισε αλλά και τον επεξέτεινε. Ο Νικόλαος Στράτος βρήκε και το κατάλληλο δικαιολογητικό φραστικό σχήμα: «Εκπεράτωσις και επαύξησις του έργου».

Το «έργο» αυτό εξυπηρετούσε τους συμμάχους για να υποχρεώσουν τον Κεμάλ να υπογράψει επωφελείς γι’ αυτούς συμβάσεις. Έτσι μετά τις ιταλικές συμφωνίες και το γαλλοτουρκικό σύμφωνο Φρανκλέν – Μπουγιόν (20 Οκτωβρίου (ν.η) 1921) οι ελληνικές θέσεις άρχισαν να κτυπιούνται από οβίδες και αεροπλάνα που παρεχώρησαν οι Γάλλοι «σύμμαχοι» στους κεμαλικούς. Οι κερδοφόρες συμμαχικές συμφωνίες σφραγίστηκαν με ελληνικό αίμα. Κι όχι μόνο ελληνικό αλλά και αρμενικό. Ο διάσημος Μαικήνας, ο «κύριος 5%», ο Αρμένιος επιχειρηματίας Calouste Sarkis Gulbenkian (1869 – 1955), ο άνθρωπος που είχε υπό την εκμετάλλευσή του το υπέδαφος της περιοχής Μοσούλης εκχώρησε τα δικαιώματά του στο «ιρακινό» κονσόρτσιουμ, στο οποίο συμμετείχαν συμμετείχαν οι εξής «ιρακινές» χώρες: Γαλλία, Κάτω χώρες και ΗΠΑ! Αυτός κράτησε μόνο το ταπεινό 5% επί των κερδών. Έκτοτε αφιερώθηκε στην αγορά έργων τέχνης. Το αίμα των Αρμενίων και των Ελλήνων διευκόλυνε τέτοιες επωφελείς και κοινωφελείς επενδύσεις!

Η Συνθήκη του Αλεξαντροπόλ: το προοιμιο της συμφωνίας Ρίμπεντροφ – Μολότωφ

Η ΣΥΝΘΗΚΗ του Αλεξαντροπόλ (18 Νοεμβρίου – 2 Δεκεμ- βρίου 1920) μεταξύ Σοβιετικών και κεμαλικών επισφραγίζει τη θλιβερή μοίρα του αρχαίου λαού της Αρμενίας. Οι Τούρκοι παίρνουν το Καρς και Αρδαχάν και οι Σοβιετικοί κρατούν το Βατούμ. Από διπλωματική άποψη θεωρείται η συνθήκη αυτή σαν η πρώτη διπλωματική επιτυχία των Σοβιετικών, διότι έσπασαν όντως τον διπλωματικό αποκλεισμό που τους είχαν επιβάλει οι Δυτικοί. Στην ουσία, όμως, πρόκειται για την πρώτη ηθική ήττα του ρομαντικού επαναστατισμού. Ο μπολσεβικικός ρεαλισμός ανοίγει το δρόμο για τον μπολσεβικικό αμοραλισμό, που σε μεταγενέστερη χρονική περίοδο θα οδηγήσει στο σύμφωνο Ρίμπεντροφ – Μολότωφ. Οι Σοβιετικοί συμμαχούν με έναν στρατιωτικού τύπου φασιστή ηγέτη, πράγμα που θα αποτελέσει πάγια τακτική της εξωτερικής πολιτικής των Σοβιετικών έως τις μέρες μας: να συμμαχούν με όλους τους φασίστες στρατιωτικούς του Τρίτου Κόσμου εν ονόματι του σοσιαλιστικού ιδεώδους! Ούτε μπορούν να προφασισθούν άγνοια. Ο Κεμάλ, άλλωστε, δεν άφηνε κανένα περιθώριο για δικαιολογίες. Δεν υποσχέθηκε καμιά ελευθερία, ούτε ισοτιμία στους λαούς της Μ. Ασίας που ζούσαν εκεί χιλιάδες χρόνια πριν από την άφιξη των τουρκικών ορδών. Απεναντίας υποσχέθηκε εξόντωση. Η Συνθήκη του Αλεξαντροπόλ είναι ένα χαρτί βουτηγμένο στο αίμα 1,5 εκατ. σφαγιασμένων Αρμενίων και 250.000 Ελληνοποντίων. Αυτό το αιματόβρεχτο έγγραφο λύνει τα χέρια του Κεμάλ. Με καλυμμένα τα νώτα και ενισχυόμενος – φυσικά με το αζημίωτο – από τους Σοβιετικούς στρέφεται απερίσπαστος κατά του υπόλοιπου αυτόχθονος πληθυσμού, του Ελληνισμού, με σύνθημα: «Όλοι κατά Γιουνάν», «Θάνατος και στον τελευταίο Γιουνάν», Γιουνάν, δηλαδή Ίωνες, είναι οι Έλληνες.

Αυτό που ο Λένιν ονόμαζε «διαλεκτικά άλματα» δεν ήταν τίποτε άλλο παρά πολιτικοί σαλτιμπαγκισμοί που συνιστούσαν αποτυχία του επαναστατικού του πειράματος. Επειδή η θεωρία του δεν επαληθεύθηκε στις χώρες του ώριμου καπιταλισμού, επεδίωξε την εμπραγμάτωσή της σε χώρες φεουδαρχικές ή ημιφεουδαρχικές. Και δεν διαψεύστηκε. Διαψεύστηκε, όμως, η μαρξική θεωρία. O εφαρμοσμένος λενινισμός δεν είχε καμιά σχέση με το σοσιαλισμό. Ήταν μια μορφή εξουσίας – «ένα ραβδί και τίποτε παραπάνω», όπως έλεγε ο Λένιν – που έδινε το μοντέλο απολυταρχικής εξουσίας σε φιλόδοξους στρατιωτικούς να επιβάλλουν λαϊκιστικές μορφές αυταρχικής εξουσίας σε μια σειρά χώρες, όπου κοινωνική πρωτοπορία δεν ήταν η ανύπαρκτη εργατική τάξη αλλά ο … στρατός! Έτσι, με τη Συνθήκη του Αλεξαντροπόλ εγκαινιάζεται η συνεργασία της Σοβιετικής εξουσίας με τα περισσότερα στρατιωτικά καθεστώτα, άλλοτε εμφανώς και άλλοτε αφανώς, όπως έγινε με την περίπτωση των Απριλιανών δικτατόρων.

Η εμπλοκή του ΚΚΕ στη μικρασιατική τραγωδία

ΜΕΣΑ σε αυτή τη διελκυστίνδα των αντιφερομένων και αλληλοσυγκρουομένων συμφερόντων εμπλέκεται και συμπλέκεται το αρτισύστατο ΣΕΚΕ (Σοσιαλιστικό – Εργατικό Κόμμα Ελλάδος), το μετέπειτα ΚΚΕ. Οι Έλληνες κομμουνιστές για λόγους αρχής είχαν απαρχής αντιταχθεί και στην ουκρανική και την μικρασιατική εκστρατεία, την οποία είχαν χαρακτηρίσει σαν τυχοδιωκτική περιπέτεια. Δεν είχαν όμως, αξιόλογη πολιτική δύναμη ώστε να επηρεάσουν αυτοδυνάμως τις πολιτικές εξελίξεις. Η οποιαδήποτε ευθύνη τους για την αρνητική εξέλιξη του πολέμου δεν βαρύνει τους ίδιους, όσο την πολιτική ηγεσία των αστικών κομμάτων που μεγιστοποίησε με μια σειρά λαθών το ρόλο του ΣΕΚΕ. Είναι ενδεικτικό ότι η αστυνομική διεύθυνση που παρακολούθησε τις πρώτες ολιγοπρόσωπες συνδιασκέψεις του πολιτικού αυτού οργανισμού είχε την εντύπωση ότι πρόκειται περί θρησκευτικού σωματείου! Άλλωστε δεν έλειπαν οι εικόνες του Χριστού και των Αγίων! Τα πιο σοβαρά λάθη αρχίζουν με μια δήλωση του Ελευθερίου Βενιζέλου, ύστερα από την εκδήλωση των πρώτων εργατικών απεργιών που άρχισαν μόλις έληξε ο Παγκόσμιος Πόλεμος. Εκνευρισμένος ο Βενιζέλος έκανε το 1919 μια δήλωση που ωφέλησε αφάνταστα το ελάχιστα γνωστό τότε ΣΕΚΕ και τον περιορισμένης κυκλοφορίας «Ριζοσπάστη». Συγκεκριμένα, απευθυνόμενος προς τους εργάτες, είπε επί λέξει ότι όφειλαν να εκλέξουν: «Η εμέ ή τον Μπεναρόγιαν».

Ο Αβραάμ Μπεναρόγιας ήταν παλαίμαχος Εβραίος συνδικαλιστής, επιφανές στέλεχος της «φεντερασιόν» Θεσσαλονίκης και ιδρυτικό μέλος του ΣΕΚΕ. Ήταν, όμως, άγνωστος στο ευρύ κοινό. Αλλά ο παγκοσμίου φήμης Κρητικός πολιτικός, ο γνωστός για την επιδεξιότητά του, με την παρορμητική αδεξιότητά του, ανέσυρε τον Μπεναρόγια από την αφάνεια και τον πρόβαλε σαν ισότιμο αντίπαλό του! Όπως γράφει στο βιβλίο του τα «Παρασκήνια του ΚΚΕ» (Αθήνα 1953), ο μετέπειτα Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ και πιο αργότερα σφοδρός πολέμιός του Ελευθέριος Σταυρίδης, αυτή η δήλωση έκανε όλους τους Έλληνες και περισσότερο τους εργάτες να αναρωτηθούν τι είναι και τι εκπροσωπεί αυτός το Μπεναρόγιας, ώστε να μπαίνει το δίλημμα, αν πρέπει να εκλέξουν αυτόν ή τον τρισένδοξο πολιτικό, τον δημιουργό της Μεγάλης Ελλάδος των Δύο Ηπείρων και των Πέντε Θαλασσών. «Και τα πλήθη επληροφορούντο ότι διά να μάθουν τι εκπροσωπεί ο Μπεναρόγιας, ο οποίος ήτο ήδη εξόριστος υπό της Αστυνομίας εις Φολέγανδρον, έπρεπε να μάθουν τι είναι το Σοσιαλεργατικόν κόμμα και διά να το μάθουν αυτό πρέπει να διαβάζουν τον … «Ριζοσπάστη»! Ομολογώ – γράφει ο Σταυρίδης – ότι δεν γνωρίζω μεγαλύτερην γκάφφαν[47], από απόψεως θεωρίας της προπαγάνδας, από το σφάλμα αυτό του Βενιζέλου» (σελ. 30).

Γκαφών συνέχεια

ΜΙΑ ΙΔΙΟΠΑΘΗΣ μακράς διαρκείας ψυχοπαθολογική κρίση της πολιτικής μας ζωής έγκειται στο εξής: ο Έλλην θεωρεί σαν πατρίδα το κόμμα του. Ο «κομματικός πατριωτισμός» υπερισχύει του εθνικού πατριωτισμού. Ο κομματισμός, για τον οποίο πρέπει μονίμως να ανησυχούν οι λεπτοστόμαχοι δανδήδες του πνεύματος, που οψίμως ανεκάλυψαν τον κίνδυνο του εθνικισμού στην Ελλάδα, επέτρεψε ένα παρά φύσιν «παραφούσκωμα» του ΣΕΚΕ. Στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, επειδή οι αντιβινιζελικοί δεν τολμούσαν, λόγω τρομοκρατίας, να κάνουν ανοικτές συγκεντρώσεις, ενίσχυαν με τον όγκο τους τις συγκεντρώσεις του ΣΕΚΕ. Τη μεγάλη συγκέντρωσή του στην Πλατεία του Δημαρχείου, στην οποία μίλησε ο δικηγόρος Ευάγγελος Παπαναστασίου, παρακολούθησαν από την είσοδο της Εθνικής Τραπέζης τα επίλεκτα στελέχη της αντιβενιζελικής παρατάξεως Γ. Βλάχος, Κρανιωτάκης και παραπέρα ο Θ. Νικολούδης, οι οποίοι, κατά τη μαρτυρία του Γ. Κορδάτου, ήσαν χαρούμενοι και δύο τρεις φορές χειροκρότησαν τον ρήτορα» (Βλ. «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος», τομ. Ε ́ σ. 544). Ακολούθως σχηματίστηκε διαδήλωση 50.000 ατόμων. «Δεν ήταν όμως κομμουνιστές όλοι. Ήταν αντιβενιζελικοί», παρατηρεί ο Κορδάτος. Η διαδήλωση τράβηξε προς το Σύνταγμα, κατά μήκος των οδών Σταδίου και Αιόλου. Γράφει ο Κορδάτος: «Μερικές μάλιστα κυρίες από τα μπαλκόνια των ξενοδοχείων της Πλατείας Συντάγματος «έραιναν με άνθη» τους διαδηλωτές και ήταν γελαστές και χαρούμενες. Φώναζαν μάλιστα «μπράβο παιδιά. Σφυρί δρεπάνι». Φυσικά ήταν φανατικές βασιλικές» (σελ. 514, υποσ.).

Τα ίδια απαραλλάκτως γράφει και ο Ελ. Σταυρίδης, που ήταν με τους επικεφαλής του συλλαλητηρίου. Όταν η πορεία έφθασε στο σημείο που καμπυλούται η οδός Σταδίου και βγαίνει στο Σύνταγμα, ο Σταυρίδης, ανέβηκε σε μια καρέκλα, μπρος στο παλιό καπνοπωλείο του οίκουΒάρκα, και κοίταξε πίσω. Όλη η Σταδίου γεμάτη! Και εξακολουθούσε να βγαίνει ακόμη κόσμος από την Ομόνοια, τα Χαυτεία, την Αιόλου. Προς στιγμή αναρωτήθηκε: αν όλοι αυτοί είναι κομμουνιστές, «τότε πολύ γρήγορα θα καταλάβομεν την εξουσίαν». Αμέσως, όμως, βγήκε από την πλάνη. Οι διαδηλωτές φώναζαν «κάτω ο πόλεμος» και «κάτω ο Βενιζέλος», ενώ τα κομμουνιστικά συνθήματα είχαν περιορισμένη απήχηση. Οι κυρίες της αριστοκρατίας πάνω από τους εξώστες των μεγάρων και μεγάλων ξενοδοχείων πετούσαν λουλούδια. Γράφει ο Σταυρίδης: «Και απορούντες διηρωτώμεθα:

– Πότε έγιναν κομμουνίστριες αυτές από τα μέγαρα;» (σελ. 37-38).

Ο ρόλος του ΚΚΕ στη διεξαγωγή του πολέμου

Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ του ΚΚΕ στη διαμόρφωση των πολεμικών εξελίξεων ήταν σημαντική, όχι λόγω της σημαντικότητάς του, αλλά λόγω της πολιτικής μυωπίας και αβελτηρίας της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας μας. Επιστράτευσε κομμουνιστές τους οποίους έστειλε στο μέτωπο και μάλιστα σε θέσεις – κλειδιά. Μεταξύ αυτών και τον εμπειρότατο και οργανωτικότατο Σταυρίδη. Αυτός χωρίς σύνδεση με την ηγεσία του κόμματος, με υποτυπώδη διασύνδεση και ελάχιστα στελέχη δημιούργησε ως λοχίας σιτιστής έναν τέλειο προπαγανδιστικό μηχανισμό, έθεσε υπό τον έλεγχό του όλα τα τηλέφωνα του Νοτίου Συγκροτήματος, με αποτέλεσμα να έχει αυτός ταχύτερη επικοινωνία με τα κατά τόπους κομματικά στελέχη παρά το Επιτελείο της Στρατιάς με τα μαχόμενα τμήματα. Όλα τα τηλεφωνικά κέντρα είχαν περιέλθει στα χέρια κομμουνιστών αξιωματικών, υπαξιωματικών και στρατιωτών, που κατευθύνονταν από τον παράνομο μηχανισμό του Σταυρίδη. Ίσως γι’ αυτό, όταν εκδηλώθηκε η μοιραία επίθεση του Κεμάλ (13 (π.π.) Αυγού στου 1922), δεν έφθασαν ποτέ ή δεν έφθασαν εγκαίρως οι κατάλληλες διαταγές στα μαχόμενα τμήματα, τα οποία δεν ήξεραν προς τα πού να κινηθούν και πώς να ενεργήσουν. Κυνικότατα ο Σταυρίδης ομολογεί:

«Ασφαλώς δε, επειδή η δράσις μας είχε ενταθή εις το Νότιον Συγκρότημα, διά τούτο και η κατάρρευσις του μετώπου προήλθεν από το τελευταίον αυτό και όχι από το Βόρειον».

Βεβαίως αναγνωρίζει ότι υπάρχουν και άλλες αιτίες που προκάλεσαν τη στρατιωτική διάλυση, αλλά θεωρεί το ρόλο του μικρού κομμουνιστικού πυρήνα καθοριστικό:

«Το ότι, όμως, κατέρρευσε το Νότιον και όχι το Βόρειον συγκρότημα, τούτο είναι έργον ασφαλώς του ΚΚΕ, δηλαδή έργον της εντατικής εις το συγκρότημα αυτό δράσεώς του» (Ένθ. αν. σελ. 64).

Τα τραίνα του μετώπου υπό τον έλεγχο του ΚΚΕ

ΤΟΝ κομμουνιστικό πυρήνα, που δρούσε στο μικρασιατικό μέτωπο, ενίσχυσε η κυβέρνηση Γούναρη με μια πρωτοφανή σε μέγεθος πολιτική ανοησία: παρέδωσε τα τραίνα του μετώπου στους κομμουνιστές. Ιδού πώς:

«Απλούστατα, οι σιδηροδρομικοί απήργησαν εις τους ΣΕΚ, ζητούντες αύξησιν μισθών και προβάλλοντες άλλα οικονομικά αιτήματα. Το κράτος με την συνήθη επιπολαιότητα, με την οποία αντιμετωπίζει τα προβλήματα των κοινωνικών ιδίως αντιθέσεων, εξέδωσε διάταγμα επιστρατεύσεως των απεργών. Και επειδή, παρά το διάταγμα, πολλοί δεν προσήλθαν να εργασθούν, συνέλαβε τριακόσιους σιδηροδρομικούς και προς επιβολήν εις αυτούς ποινής τους έστειλεν εις το μέτωπον, εις τους σιδηροδρόμους της Μ. Ασίας! Και επήρεν άλλους από εκεί διά τους ΣΕΚ. Αλλ’ όταν το ίδιον το Κράτος θεωρεί την αποστολήν εις το μέτωπον όχι “τιμήν αλλά ποινήν”, πώς θέλετε να την θεωρούν οι εις αυτό αποστελλόμενοι, οι αποσπώμενοι από τας οικογένειάς των, απλώς διότι εζήτησαν δικαίως, κατ’ αυτούς, αύξησιν μισθών; Αρκετοί εκ των 300 αυτών ήσαν κομμουνιστές, ηγούντο άλλωστε της απεργίας των ΣΕΚ. Αλλά και όσοι δεν ήσαν, μετά την επιβληθείσαν εις αυτούς “ποινήν” της αποστολής εις το μέτωπον, έγιναν κομμουνισταί, ή τουλάχιστον συμπαθούντες, αγανακτήσαντες και επαναστατήσαντες ψυχικώς διά την έναντι αυτών συμπεριφοράν». (Σταυρίδη: Ένθ. αν. σ. 65-66).

Και ιδού αμέσως τα αποτελέσματα, όπως τα περιγράφει λεπτομερώς ο Σταυρίδης:

«Οι 300 σιδηροδρομικοί εις το μέτωπον, όχι μόνον έγιναν άριστοι σύνδεσμοι μεταξύ των ομάδων των κομμουνιστών εις το μέτωπον, όχι μόνο μετέφερον πανταχού προπαγανδιστικόν υλικόν, εφημερίδας, “μπροσούρες”, αλλά και λιποτάκτας εβοήθουν πολλούς και ταξίδια κομμουνιστικών στελεχών μεταξύ των μονάδων ή και της Σμύρνης, κρύπτοντες αυτά μέσα εις τα βαγόνια ή υπό στολάς σιδηροδρομικών υπαλλήλων, διά να εκφεύγουν τον έλεγχον των κατά τόπους φρουραρχείων. Έφθασε το πράγμα εις σημείον ώστε η Στρατιά Μικράς Ασίας να έχει εις τα χαρτιά της 60.000 λιποτάκτας! Οι πλείστοι εξ αυτών είχαν σταλεί ήδη εις την Ελλάδα με τα επίτακτα πλοία, όπου υπήρχον ναύται κομμουνιστές. Αλλά μεγάλας υπηρεσίας προσέφερεν εις τον Κομμουνισμόν, ιδίως διά την μεταφοράν του “Ριζοσπάστη”, της “Κομμουνιστικής Επιθεωρήσεως” και των “μπροσουρών” το νοσοκομειακόν πλοίον “Ελση” μέσα εις το οποίον υπηρέτουν εις (= ένας) κομμουνιστής ιατρός και μερικαί νοσοκόμοι κομμουνίστριαι. Τα στρώματα των κρεββατιών πάντοτε κάτι έκρυπτον» (σελ. 66).

Φυσικά, τα έντυπα αυτά έφθαναν μέχρι τον Κεμάλ. Χώρος υποδοχής ήταν η ΚΠολη. «Εκεί, όπως γράφει ο Κορδάτος, οι πράκτορες του Κεμάλ, φωτοτυπούσαν σε μικρότερο σχήμα τις αθηναϊκές εφημερίδες που είχαν άρθρα αντικυβερνητικά, έβγαζαν κλισέ και αφού τύπωναν πολλά φύλλα, τα έστελναν στον Κεμάλ, και αυτός με τα αεροπλάνα του τα έρριχνε στο ελληνικό μέτωπο». (Ενθ. αν. τομ. Ε’, σελ. 572, υποσημ.). Εξυπακούεται ότι τα έντυπα αυτά δεν ήσαν μόνο κομμουνιστικά. Στην ΚΠολη οι Βενιζελικοί αξιωματικοί, με επικεφαλής τον Γ. Κονδύλη, είχαν συμπήξει το «Κέντρον Εθνικής Αμύνης» με πράκτορες στην Αθήνα, Παρίσι, Λονδίνο και αντιπολιτεύονταν ανοικτά τη βασιλική κυβέρνηση των Αθηνών. Τα έντυπα των αντιβενιζελικών έγιναν θαυμάσιο προπαγανδιστικό υλικό για τον Κεμάλ. Στην επίσημη μάλιστα εφημερίδα του δημοσιεύτηκε φωτογραφία του Γ. Κονδύλη με την λεζάντα: «Ο συνταγματάρχης Κονδύλης, σύμμαχος του Κεμάλ». Αν συνεπώς χάσαμε τον πόλεμο στη Μ. Ασία, δεν φταίει μόνο η κρίση, αλλά και η ακρισία. Η Ελλάς, πάντα βρίσκει τρόπους να βγαίνει από την κρίση. Από την ακρισία ποτέ.

Ψυχολογική ήττα

ΟΛΑ ΑΥΤΑ δείχνουν ότι η Ελλάς δεν μπορούσε να κερδίσει τον πόλεμο, όχι γιατί υστερούσε στρατιωτικά, αριθμητικά, οικονομικά. Απλούστατα, προτού χάσει τον πόλεμο στο πεδίο της μάχης, τον έχασε στο εσωτερικό μέτωπο. Μπήκε στον πόλεμο διχασμένη και παρέμενε μέχρι το τέλος διχασμέ νη. Επιπλέον, μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920, κανείς από τους 18 ηγέτες του αντιβενιζελισμού δεν είχε στόφα ηγήτορα. Ήσαν οι περισσότεροι ευπρεπείς πολιτικοί που θα διεκρίνοντο ως επαρκείς υπουργοί σε περιόδους ειρήνης, αλλά ήσαν εντελώς ακατάλληλοι για διεξαγωγή πολέμου. Δεν ήσαν ικανοί να εμπνεύσουν. Πολύ περισσότερο, κανείς δεν ήταν ικανός να αντιπαραταχθεί στον Κεμάλ. Ο μόνος που θα μπορούσε να ομοψυχοποιήσει, λαό και στρατό, ήταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, που ως ηγήτωρ ήταν περισσότερο επιβλητικός από τον Κεμάλ. Δυστυχώς, λόγω σοβαρής ασθένειας[48], ο Κωνσταντίνος δεν είναι πια ο Κωνσταντίνος των Βαλκανικών. Είναι σκιά του παλιού εαυτού του. Επιπλέον, δεν έχει το παλιό λαμπρό επιτελείο του. Ο ικανότερος των επιτελών – συνεργατών του, ο Ι. Μεταξάς, είναι αντίθετος προς τη διεξαγωγή του πολέμου. Δεν πιστεύει στη νίκη, αλλά στην ήττα.

Κι αυτό δεν το πίστευε μόνο ο Μεταξάς. Το πίστευε μεγάλο μέρος του λαού και του στρατού. Το πίστευε και η πολιτική ηγεσία, αλλά δέσμια της πολιτικής της, δεν μπορούσε να αποδεσμευθεί από τον Γόρδιο Δεσμό του μικρασιατικού πολέμου. Φυσικό είναι, όποιος πιστεύει στην ήττα, να ηττηθεί. Έτσι, πριν επέλθει η στρατιωτική ήττα, είχε προηγηθεί η ψυχολογική. Οι στρατιώτες δεν ήξεραν πού πήγαιναν και πού έφθαναν. Στρατιωτική και πολιτική ηγεσία δεν τους έδωσε ένα όραμα, ένα σκοπό. Όταν προέλασαν σε βάθος δεν ήξεραν γιατί πολεμούσαν, για ποιο λόγο βρίσκονταν μακριά από τα σπίτια τους τόσα χρόνια. Πολλοί μιλούν για φυσική εξάντληση. Πρόκειται κυρίως για ηθική εξάντληση. Οι Τούρκοι πολεμούσαν περισσότερα χρόνια, είχαν μεγαλύτερες απώλειες. Ο Κεμάλ, όμως, τους έδωσε ένα πολιτικό όραμα κι ένα σκοπό. Ο δικός μας στρατός, μετά τον πρώτο ενθουσιασμό (απόβαση στη Σμύρνη – προέλαση έως τη γραμμή Εσκί Σεχίρ, Κιουτάχεια, Αφίον Καραχισάρ), ύστερα από την άσκοπη, άστοχη, πολυαίμακτη εκστρατεία κατά της Άγκυρας (έφθασε έως τα πρόθυρα της), επί ένα χρόνο έμεινε σε απραξία. Μοιραία επακολούθησε η μεμψιμοιρία. Οι στρατιώτες μας ένιωθαν κάτω από την επιρροή μιας «πατσιφιστικής» προπαγάνδας πως ήταν όργανα ξένων συμφερόντων. Αυτό παρέλυε τη μαχητικότητά τους κι ευνοούσε το πνεύμα του «ντεφαιτισμού» (= ηττοπάθειας).

Ήσαν όργανα ξένων συμφερόντων;

ΉΣΑΝ, αλλά αυτό δεν ήταν λόγος να ηττηθούν. Απεναντίας, αν υπήρχε επαρκής πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, θα μπορούσε να εκμεταλλευθεί το γεγονός αυτό προς όφελος της Ελλάδος. Το γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός εκάλυπτε τα νώτα των Άγγλων στην Τρωάδα (Τσανάκ – Καλέ) και με την προέλασή του προωθούσε τα συμφέροντα των Γάλλων, Άγγλων και Αμερικανών, έπρεπε να λειτουργήσει υπέρ ημών. Διότι, όποιος εμπλέκει κάποιον σε πόλεμο, εμπλέκεται. Και αυτός και από την επιδεξιότητα του εμπλεκόμενου εξαρτάται το αν η εμπλοκή θα λειτουργήσει για δικά του ή ξένα συμφέροντα. Ανεξάρτητα από το ποιος στηρίζει ή χρησιμοποιεί το Ισραήλ, εν τούτοις οι Ισραηλινοί είναι αυτοί που χρησιμοποιούν τους πάντες. Το παράδειγμα των Σκοπιανών είναι πιο κοντινό. Όλοι υποστηρίζουμε ότι το «Μακεδονικό κράτος» των Σκοπιανών είναι μια κατασκευή Τίτο. Στη συντήρησή του βοήθησαν πολλοί για να το χρησιμοποιήσουν στην κατάλληλη στιγμή. Τώρα ο Κύρος Γκλιγκόρωφ, με το επιτελείο του ξέρει να χρησιμοποιεί τους πάντες και τα πάντα. Έτσι, αντί να διαλυθεί το δικό του – τάχα αναιμικό κρατίδιο – κινδυνεύουμε να διαλυθούμε εμείς, επειδή την εκάστοτε κρίση αντιμετωπίζουμε με ακρισία. Το ίδιο έγινε με την Μ. Ασία. Αντί να επωφεληθούμε από τις μεγάλες κρίσεις των Μ. Δυνάμεων και να εκπληρώσουμε σ’ ένα minimum τους εθνικούς πόθους, επιτρέψαμε με πολιτική συμπεριφορά μας να εκμεταλλευθούν οι Μεγάλοι- τις μικρές κρίσεις τις δικές μας που έχουμε την τάση να τις μεγιστοποιούμε – και από τον θρίαμβο να καταλήξουμε στην τραγωδία.

Ένας στρατιωτικός ιστορικός, ο υποστράτηγος κ. Γ. Μπακούρος, σε μια πρόσφατη διάλεξή του συνόψισε την μικρασιατική τραγωδία σε μια ιστορικού τύπου μαθηματική εξίσωση: ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ = ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ + ΣΥΜΜΑΧΟΙ + ΚΕΜΑΛ. Αλλά συμπυκνώνοντας ακόμη περισσότερο τη σκέψη του περιορίζεται σε τέσσερις μόνο λέξεις: ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ = ΕΘΝΙΚΟΣ ΔΙΧΑΣΜΟΣ. Στο συμπέρασμα αυτό έχει καταλήξει και η άσφαλτη λαϊκή μούσα. Τη χρονιά της καταστροφής μια μοιρολογίστρα της Μάνης, θρηνώντας για κάποιο Μανιατόπουλο που «έδωσε τη γλυκιά ζωή και το λεβέντικο κορμί για της Ελλάδος την τιμή», κλείνει το μοιρολόι της, λέγοντας:

Κατάρα στους πολιτικούς
κι εκείνους τους στρατιωτικούς
που ρίξασι το διχασμό
και στο λαό και στο στρατό…

Μια κρίση (πολιτική, στρατιωτική, οικονομική κ.λπ.) μπορεί να ξεπερασθεί, εάν υπάρχει κρίση, δηλαδή η διανοητική ενέργεια που, εκτιμώντας σωστά, πρόσωπα και καταστάσεις, φθάνει σε λογικά συμπεράσματα και αποφάσεις. Αυτή, όμως, «η μεγάλων αέθλων αγνά κρίσις», όπως θα έλεγε ο Πίνδαρος, πάντοτε έλειπε – και λείπει – από τις πολιτικές αποφάσεις μας, διότι μας λείπει η νηφαλιότητα και πλεονάζει η ευπιστία προς τους ξένους και η δυσπιστία προς τους συνέλληνες. Κατά τη μικρασιατική εκστρατεία ξεχάσαμε την προτροπή του Επιχάρμου: «Νάφε και μέμνασο απιστεί· άρθρα ταύτα φρενών». Που σημαίνει να είσαι νηφάλιος και να δυσπιστείς. Αυτά είναι οι κύριες προϋποθέσεις της ορθοφροσύνης. Όμως δεν είναι δυνατό να υπάρξει νηφαλιότητα όταν στην πολιτική αντιπαλότητα παρεμβάλλεται αίμα. Ίσως η πιο μοιραία στιγμή του μικρασιατικού πολέμου είναι η απόπειρα κατά της ζωής του Ελευθερίου Βενιζέλου στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών του Παρισιού δυο μέρες μετά το διπλωματικό θρίαμβο των Σεβρών (12.8.20) από τους απότακτους αξιωματικούς Τσερέπη και Κοράκη και την επομένη η εκτέλεση – για αντίποινα – του σημαντικότερου ηγέτη της αντιβενιζελικής παράταξης Ίωνα Δραγούμη. Δραγούμης και Βενιζέλος είχαν πολιτικό «όραμα Ανατολής» διαφορετικής συλλήψεως βέβαια – αλλά οπωσδήποτε ήξεραν τι ήθελαν. Ανάμεσά τους υπήρχε οξεία αντίθεση αλλά και σεβασμός. Θα μπορούσαν, εν όψει των τεραστίων εθνικών ευθυνών, να δώσουν τα χέρια. Η εκτέλεση του Ίωνα ισοδυναμούσε με εκτέλεση της Μ. Ασίας.

Από την άλλη η αφελής πίστη προς τις συμμαχικές δυνάμεις, που αντί να στηρίζουν εμάς, υποστήριζαν τον Κεμάλ, γεννούσε στην ψυχή του μαχόμενου γένους μια δυσπιστία προς τις δικές του δυνάμεις που στην τελευταία και κρισιμότερη φάση δεν βρέθηκαν σε πανστρατιά. Τελικά στη Μ. Ασία έφθασε να πολεμά μόνος του ο στρατός μας, χωρίς καν στρατιωτική ηγεσία. Όχι γιατί έλειπαν οι ικανοί αξιωματικοί αλλά γιατί και στο χώρο αυτό εισχώρησε ο αδυσώπητος κομματισμός. Αξιόλογοι αξιωματικοί απομακρύνονταν ή προσέφευγαν στην εθελούσια απομάκρυνση για κομματικούς λόγους. Δεν ήθελαν δηλαδή να υπηρετήσουν την αντίπαλη παράταξη, λησμονώντας ότι έτσι υπηρετούσαν τον Κεμάλ. Ο μόνος που έπιασε το πρόβλημα και διέβλεψε τον κίνδυνο ήταν ο εθνομάρτυς Χρυσόστομος, μητροπολίτης Σμύρνης, που την επαύριο των εκλογών του Νοεμβρίου 1920 κάλεσε τους αξιωματικούς και των δύο παρατάξεων και τους μίλησε ως πραγματικός εθνικός ηγέτης:

«Τέκνα ευλογημένα, οι μεν από υμάς ηρχίσατε έργον μέγα, πατριωτικόν και ένδοξον, υμείς δε οι νεωστί ελθόντες αδελφοί έχετε να το συμπληρώσετε διά να είναι κοινή η υπερηφάνεια και η δόξα και κοινή εφ’ όλων η ευλογία του Θεού και αι ευχαί τόσων μαρτύρων αδελφών μας» (Βλ. Σπ. Λοβέρδου: Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος, Αθήναι, 1929, σ. 88).

Δυστυχώς οι συμβουλές του Χρυσοστόμου δεν εισακούσθηκαν. Η ευλογία του Θεού και οι ευχές των μαρτύρων αδελφών της Μικράς Ασίας παραμερίσθηκαν από το κομματικό πάθος. Κομματιασμένη η Ελλάς ρίχνεται στην περιπέτεια του Σαγγαρίου, δέχεται το πλήγμα στο Αφιόν Καραχισάρ, ο κύριος όγκος του στρατού της πέφτει στο σφαγείο της χαράδρας του Αλή Βεράν, η κοσμοξάκουστη Σμύρνη πυρπολείται, χιλιάδες άμαχοι βρίσκουν οικτρό θάνατο. Οι πάντες φεύγουν και μένουν ο Χρυσόστομος και οι Ιεράρχες Κυδωνιών Γρηγόριος, Ζήλων Ευθύμιος, Μοσχονησίων, Αμβρόσιος και Ικονίου Προκόπιος για να κρατήσουν με το μαρτυρικό θάνατό τους ψηλά τη σημαία του Γένους, που την ταπείνωσε η αβελτηρία, το κομματικό πάθος και η δειλία της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας μας.

Το μαρτύριο των ιεραρχών αυτών και εκατοντάδων άλλων κληρικών εξάγνισε το Γένος από τη μιαρότητα. Οι ερινύες που μας καταδίωκαν στη Μ. Ασία μετατράπηκαν σε ευμενίδες, όταν ο προσφυγικός πληθυσμός εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Παραλλάσσοντας τον τίτλο του γνωστού βιβλίου του Τζώρτζ Χόρτον «Η κατάρα της Ασίας», μπορούμε να πούμε ότι η κατάρα της Μ. Ασίας έγινε ευλογία για την Ελλάδα. Χάρη στους πρόσφυγες το βαλκανικό κρατίδιο αρχίζει να γίνεται ευρωπαϊκό κράτος.

Υ.Γ.: Δεν αμαρτήσαμε μόνον εμείς εις βάρος του εαυτού μας στη Μ. Ασία, αμάρτησαν εις βάρος της Ευρώπης και του πολιτισμού και οι Ευρωπαίοι «σύμμαχοί μας. Ενισχύοντας τον Κεμάλ και υπονομεύοντας την Ελλάδα, έδιωξαν τελικά το τελευταίο ίχνος Ευρώπης από την Ασία. Αλλά και σήμερα «οφλισκάνουν μωρίαν» ενισχύοντας παντοιοτρόπως την Τουρκία εις βάρος της Ελλάδος, λησμονώντας την προειδοποίηση που έχει κάνει στα «Memoires» ο μεγάλος συγγραφέας Σατωβριάνδος:

«Το να προτίθεσαι να εκπολιτίσεις την Τουρκία, δίνοντας ατμόπλοια και σιδηροδρόμους, εκπαιδεύοντας το στρατό και το στόλο της, δεν σημαίνει ότι επεκτείνεις τον πολιτισμό στην Ανατολή αλλ’ ότι εισάγεις τη βαρβαρότητα στη Δύση. Μελλοντικοί Ιμπραήμηδες θα μπορούν να οδηγήσουν το μέλλον μας στην εποχή του Καρόλου Μαρτέλ».

Πολλοί βλέποντας την άνιση αυτή μεταχείριση – ευμενή προς την Τουρκία, δυσμενή προς την Ελλάδα – διερωτώνται: προς τι αυτή η εχθρότητα των «συμμάχων» απέναντι σε εμάς, που πάντοτε πολεμήσαμε στο πλευρό τους και χύσαμε αίμα άφθονο για δικά τους συμφέροντα; Η εξήγηση είναι δύσκολη. Ίσως μόνο ο πολιτικός κυνισμός να προσφέρει μια πειστική εξήγηση: Η Ελλάς πρόδωσε πολλές φορές τον εαυτό της αλλ’ ουδέποτε σύμμαχο. Αυτό είναι η τραγωδία και το μεγαλείο της. Η Τουρκία πάντα προδίδει τους πάντες αλλά ποτέ τον εαυτό της. Μια μακιαβελλική – και γι’ αυτό ορθή – θεώρηση της ιστορίας διδάσκει: για να έχεις φίλους, πρέπει να τους προδίδεις. Οι μικροί λαοί τιμωρούνται για τις θυσίες τους, ποτέ για τις προδοσίες τους.

 

Η όξυνση των εθνικισμών και το Μακεδονικό Ζήτημα

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά