Συνέντευξη με τον συγγραφέα και εκδότη κ. Θεοδόση Αγγ. Παπαδημητρόπουλο
Η γραφή της συνέντευξης ειναι στην Εκκλησιαστική Λογία Ελληνίζουσα Γλώσσα!

Από τον Χρήστο Κατσέα
Χ. Κ. — Καλησπέρα σας, κύριε Παπαδημητρόπουλε. Σας ευχαριστώ θερμά που αποδεχθήκατε την πρόσκλησή μας. Η πρώτη μου επαφή με το έργο σας υπήρξε μέσω των μεταφράσεών σας, οι οποίες κυκλοφορούν απ’ τις εκδόσεις «Gutenberg»· εν συνεχεία, ήλθα σ’ επαφή και με τις εκδόσεις που επιμελείσθε προσωπικώς, στον δικό σας εκδοτικό οίκο. Ομολογώ ότι τα γραπτά σας ενέχουν μια αίσθηση η οποία παραπέμπει —εάν μου επιτρέπετε την έκφραση— στον «Παπαδιαμαντισμό», αποπνέοντας μια ιδιαίτερη υφή και λογοτεχνική χροιά…
Θ. Π. — Κἀγὼ εὐχαριστῶ ὑμῖν διὰ τὴν τιμὴν ταύτην.
Χ. Κ. — Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι τα έργα σας μπορούν να προκαλέσουν αλλαγές στις βαθύτερες πεποιθήσεις και αξίες των αναγνωστών σας;
Θ. Π. — Κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῶν τούτων τῶν ἔργων (εἰ αὐτὴ ὑπαρκτή) καὶ τὴν ἄσκησιν τῶν
ἀναγνωστῶν ἐπὶ παντὶ ἀξίῳ ἀναγνώσματι.
Χ. Κ. — Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η ευθύνη ενός συγγραφέα απέναντι στην κοινωνία που τον περιβάλλει;
Θ. Π. — Ἡ αὐτὴ οἱουδήποτε τεχνίτου ἢ τεχνικοῦ· ἡ μὲν μαρτυρία τῆς ἀληθείας ἐν τέχνῃ, ὅτε δύναται ὁ συγγραφεύς, ἡ δὲ ἀνυπόκριτος σιγή, ὅτε αὐτὸς οὐ δύναται.
Χ. Κ. — Με ποιον τρόπο τα έργα σας συνδιαλέγονται ή έρχονται σε αντιπαράθεση με τις επικρατούσες πολιτικές ιδεολογίες της εποχής μας; Ή μήπως, προτιμάτε ν’ αποφεύγετε τέτοιου είδους αναφορές στον λόγο σας;
Θ. Π. — Εἰ ἀπέφευγον τοιαύτας ἀναφοράς, οὐκ ἂν ἀπεκρινόμην ὑμῖν ἐν τῷδε γλωσσικῷ
ἰδιώματι. Ἅπαν φανερωθήσεται ἐκ τῶν ἑπομένων ἐρωτήσεων.

Χ. Κ. — Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί ν’ αποτελέσει «εργαλείο» για την κοινωνική αλλαγή ή την πολιτική κινητοποίηση;
Θ. Π. — Ναίχι, ὡς πᾶσα ἄλλη ἀξία τέχνη ἀξίως θεραπευομένη —ὡς δὴ ὑποδομὴ τῶν διεργασιῶν. Ἀλλὰ προτιμῶ εὐρυτέρους ὅρους, τῆς «λογιότητος» καὶ τῆς «λογιωσύνης»· ὁ ὅρος «λογοτεχνία» —μετὰ τῆς νῦν σημασίας— στενὸς καὶ νεώτατος ἐν Ἰστορίᾳ τοῦ ἡμετέρου Γένους, μόγις ἀπὸ ΙΘ ́ αἰῶνος.
Χ. Κ. — Πώς ισορροπείτε την ανάγκη να εκφράσετε τις προσωπικές σας απόψεις με την επιθυμία να δημιουργήσετε έργα που θα ’χουν αντίκτυπο σ’ ένα ευρύτερο κοινό;
Θ. Π. — Ἔλεγον ἂν τοῦτο τὸ ἐρώτημα οἱονεὶ «πειρασμικόν», ἐπεὶ ὁ «ἀντίκτυπος» οὐ θηρεύεται, ἀλλ’ ὑφίσταται, ὅτε τὸ τοῦ ποιοῦντος ἐσωτέρον τῷ ἐξωτέρῳ συντονίζεται· τὸ δὲ ἐξώτερον ὑπὸ τοῦ ποιοῦντος οὐχ ὁρίζεται, ὅτι τοῦτό ἐστι κοινωνία αὐτεξουσίων ὑποστάσεων. Ὅμως αὐτεξούσιον δεῖ εἶναι καὶ τὸν ποιοῦντα. Ὅθεν ἀποκρινοῦμαι «σχηματικῶς»: Πρᾶξον τοὐρθὸν καὶ ὠκεάνειον ῥῖψιν ἐς τέλος./ Καὶ τίς οὖν «ὠκεανός»;/ Ἀλμυρὸν δάκρυ ἐν καρδίᾳ σαυτοῦ.// Πρόσφερε σὺ τἀγαθὸν τῆς ἀγάπης· ποτάμιον ῥεῦμα/ πόντῳ προσάγαγε· ὣς νέφη ζωοῦσι ψυχάς.
Χ. Κ. — Πώς βλέπετε τον ρόλο της λογοτεχνίας στον σύγχρονο κόσμο, όπου τα μέσα ενημέρωσης και οι κοινωνικές «πλατφόρμες» διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό τις αντιλήψεις μας για τον κόσμο;
Θ. Π. — Λογίζομαι ὅτι νῦν ἔστι μείζων χρεία τοῦ ἀληθοῦς λόγου, ἵν’ ἀνακριθῇ καὶ κατοπτευθῇ συνεχὲς ρεῦμα μιμήσεών τε καὶ ἀπομιμήσεων. Τὰ μεγάλα πρότυπα γλώσσης (Large Language Models), ἃ στατιστικῶς μιμοῦνται τὴν γλωσσικὴν ἐκφοράν νευρωνικοῖς δικτύοις τε καὶ πολυεπεξεργαστικοῖς/πολυνηματικοῖς (multiprocessing/multithreaded) ἀλγορίθμοις ἐπὶ πολυπυρήνων ἐπεξεργαστικῶν μονάδων καὶ συστοιχιῶν (multicore processing units), οὐ δύνανται ἀδοκιμάστως πεῖσαι τὸν ζῶντα καὶ λαλοῦντα καὶ ἱκανὸν γράφοντα μεθ’ ἱστορικῆς μνήμης. Μόνον δι’ ἀξίων ἀναγνωσμάτων καὶ ἰδίας ἀσκήσεώς τε καὶ ἐγρηγόρσεως διαφεύξεταί τις τὴν ἐπικειμένην «ὁμογένωσιν» ἐκ τοιούτων μεθόδων καὶ ἐφαρμογῶν.
Χ. Κ. — Πώς επιλέγετε τη γλώσσα και το ύφος που χρησιμοποιείτε για να μεταδώσετε τα μηνύματά σας;
Θ. Π. — Ἑκάστοτε σχέδιον ἔργου προϋποτίθησιν ὕφος καὶ γλωσσικὸν ἰδίωμα. Βεβαίως πορεία τοῦ σχεδίου εἰς ἐντελὲς ἔργον δύναται ἀποκαλύψαι ἕτερα καὶ μεταλλάξαι πολλά. Οὐ πιστεύω ὅτι ἅπαν θεραπεύεται δι’ ἑνὸς καὶ μόνου ὕφους ἢ ἰδιώματος, ἰδὲ λ.χ. πολυειδίαν ἐν «Ἀδιακόπως: Διήγημα». Τὸ σύνολον ὕφος ἁρμόζεται ἐνίοτε ἐξ ἀνομοίων «οἰκείως» ἐπιτρέψατέ μοι τοὐξύμωρον σχῆμα συμπαρατιθεμένων στοιχείων.
Χ. Κ. — Ποια είναι τα ερωτήματα που σας απασχολούν ως συγγραφέα και πώς προσπαθείτε να τ’ απαντήσετε μέσ’ απ’ το έργο σας;
Θ. Π. — Οὐκ εἰσὶ ταῦτα πάγια, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν πρώτην αὐτῶν διατύπωσιν. Ἔλεγον ἂν ὅτι πᾶν ἔργον ἔχει μοναδικόν τι «κινοῦν» ἐρώτημα.

Χ. Κ. — Ποιες λογοτεχνικές προσωπικότητες, εντός και εκτός των ελληνικών γραμμάτων, θεωρείτε ότι έχουν ασκήσει καθοριστική επιρροή στο συγγραφικό σας έργο;
Θ. Π. — Προκρίνω τὸν ὅρον «γραμματειακὸν σῶμα»: Ὅμηρος, Σόλων, Αἰσχύλος, Σοφοκλῆς, Βεργίλιος, Παλαιά τε καὶ Καινὴ Διαθήκη, Ἅγιος Διονύσιος ὀ Ἀρεοπαγίτης, Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, Ἅγιος Συμεὼν ὀ Νέος Θεολόγος, Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς, Βουδδιστικαὶ Γραφαὶ ἐκ Πάλι, Νικόλαος Μακκιαβέλλι, Ἑρρῖκος Ἴψεν.
Χ. Κ. — Υπάρχουν συγκεκριμένες λογοτεχνικές αναζητήσεις ή εμμονές που καθορίζουν τις επιλογές σας ως συγγραφέα; Για παράδειγμα, η ενασχόλησή σας με το έργο του Ερρίκου Ίψεν αποτελεί μια τέτοια εμμονή;
Θ. Π. — Οὐ καλὸν αἱ ἐμμοναί, ἀλλὰ γόνιμον τὸ ἐφετὸν τῆς ἀξίας. Ἡ ἐπὶ τοῦ ἰψενικοῦ σώματος μεταφραστική τε καὶ σχολιαστικὴ ἐργασία ἤρξατο τοῦ ἔργου ἀνατεθέντος καί, μετὰ τὴν διακοπὴν περεταίρω συνεργασίας Δαρδανῷ ἐν 2015, προάγεται πλέον πρωτοβούλως ἐν ταῖς ἐμαῖς ἐκδόσεσιν. Ἐξεδόθησαν πρῶτον ἓξ ἔργα τοῦ Ἴψεν, καὶ πλέον ἐν ἐμῷ οἴκῳ ῎αλλα δυοκαίδεκα, ἀνὰ μέσον ὧντινων πολλὰ ἕως τῆς ἐκδόσεως ταύτης ἀμετάφραστα εἰς Ἑλληνικήν. Τὸ ἀναγνωστικὸν καὶ φιλοθεάμον κοινὸν οὐκέτι γινώσκει σημαντικὰς ὄψεις τοῦ ἰψενικοῦ ἔργου ἢ γινώσκει αὐτὰς παραθεωρηθείσας. Ἔργα ἐξέχοντός τινος συγγραφέως φαίνονται καὶ αἰτίαι (ἢ ἀφορμαί) διὰ μάλιστα «ἰδιοσυγκρασιακὸν» σχολιασμόν, ὡς ὁ «Brand/Κεκαυμένος» τοῦ Ἴψεν, ἐν ᾧ ἀνεγνώρισα ἀναστάσιμον μήνυμα, διὸ καὶ ἐσχολίασα τὸ δρᾶμα ἁγιογραφικῶς τε καὶ πατερικῶς.
Χ. Κ. — Η «κλασική» παιδεία, ως διαρκής αναζήτηση των νοημάτων που κρύβονται πίσω απ’ τα λόγια, αποτελεί μια διά βίου διαδικασία αυτογνωσίας και αυτοπραγμάτωσης, προσφέροντας τα εφόδια για την πνευματική ανάπτυξη. Σε ποιο βαθμό η «κλασική» παιδεία, με την έμφασή της στην «Αριστοτελική ευδαιμονία», μπορεί ν’ αποτελέσει ένα αντίδοτο στις παθογένειες της σύγχρονης κοινωνίας, όπως η ατομικότητα, ο υλισμός κ’ η αποξένωση;
Θ. Π. — Τόδε ἐρώτημα ὅλως σχετικὸν τοῦ ἕκτου: τὰ ἐκεῖ «ἄξια ἀναγνώσματά» εἰσι τὰ ἐνταῦθα ἀναφερόμενα συμπεριληπτικῶς ὡς «κλασικὴ παιδεία». Ἀλλὰ τί ἐστι «κλασικός»… Εἰμὶ καὶ *κλασικὸς* φιλόλογος· τί ἐδιδάχθην ἐν προγράμματι σπουδῶν (ἐκτὸς τῶν γενικῶν μαθημάτων «κορμοῦ»);: Ἕως Β΄Σοφιστικῆς (Μένανδρος, Αἴλιος Ἀριστείδης, Μάξιμος ὁ Τύριος κ.λ.) καὶ δὴ ταύτης ἀπεψιλωμένης, ἵνα μὴ λεχθῇ ἐκτενές τι περὶ χριστιανῶν συγγραφέων. Λέγομεν «κλασικοὺς τῆς λογοτεχνίας» ποιητὰς μετὰ ΙΖ΄ αἰῶνα καὶ ἀγνοοῦμεν ἑτέρους μείζονες πρὸ πτώσεως Κωνσταντινουπόλεως. «Κλασικὴ παιδεία» ἐστὶ δυτικὸς κανὼν ἀλλοτρίων κριτηρίων πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀλλογενῶν κατὰ τὴν εἴσοδον αὐτῶν εἰς σοφίαν τοῦ ἡμετέρου Γένους. Νοεῖτε τὸ μέγα ζήτημα καὶ τὸ ἄτοπον τῆς προσεγγίσεως ἐν ἐντοπίοις; Ποία «ἀριστοτελικὴ εὐδαιμονία» παρούσης τοιαύτης στρεβλώσεως; Τί τὸ ἀριστοτελικῶς σύμμετρον; Ὅταν εὕρωμεν ἴδιον βηματισμὸν ἐν τοιούτοις, πολλὰ τῆς νεωτέρας συνθήκης διορθωθήσονται.

Χ. Κ. — Η γλώσσα είναι ένα ζωντανό «ον», που εξελίσσεται και μεταμορφώνεται διαρκώς. Ωστόσο, υπάρχουν γλώσσες που φαίνεται να έχουν «παγώσει» στον χρόνο, διατηρώντας αναλλοίωτη τη δομή και το λεξιλόγιό τους. Η Αρχαία Ελληνική αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα; Μπορεί μια γλώσσα να θεωρηθεί «νεκρή» όταν τα κείμενά της συνεχίζουν να μελετώνται και να εμπνέουν, όταν οι λέξεις της έχουν διαχυθεί σ’ άλλες γλώσσες και όταν η σκέψη της εξακολουθεί να διαμορφώνει τον κόσμο μας;
Θ. Π. — Ἀνεπιγνώστως ἢ ἐπιτηδείως συγχέονται συχνάκις ἡ «γλῶσσα» καὶ ὁ «λόγος» καὶ δὴ ὁ γραπτός. Ἡ μὲν γλῶσσα ὡς κύριον φαινόμενον τῶν ἀνθρωπείων μελετᾶται ὑπὸ γλωσσολόγων· ἐν τούτῳ τῷ πεδίῳ ἐρεύνης κατέχει πρωτοκαθεδρίαν τὸ φωνολογικόν/φωνηματικὸν ζήτημα, ὃ καταλήγει καὶ εἴς τε μορφοσυντακτικὸν καὶ ὑφολογικὸν καὶ κοινωνιολογικόν. Ὅμως ὁ γραπτὸς λόγος ὡς κύριον φαινόμενον τῶν ἀνθρωπείων μελετᾶται ὑπὸ φιλολόγων/γραμματολόγων· ἐν τούτῳ τῷ πεδίῳ ἐρεύνης κατέχει πρωτοκαθεδρίαν ἡ μνημειακὴ διάστασις τοῦ λόγου. Γλωσσολογικῶς ἡ «Ἀρχαία Ἑλληνική» ἐστιν «ἀρχαία» καὶ «νεκρά», ἐπεὶ ὁ νῦν φυσικὸς ὁμιλητὴς οὐχ ὁμιλεῖ ἐκ μητρὸς κατὰ κανόνας Ἀρχαίας, ἀλλὰ κατορθοῖ τοῦτο διὰ παιδείας· φιλολογικῶς καὶ ἱστορικῶς ἐν τῷ ἡμετέρῳ Γένει ἡ «Ἀρχαία Ἑλληνικὴ» δύναται τοὐναντίον εἶναι ὅλως νέα! Εὐγένιος Βούλγαρις (ΙΗ΄Θ΄ αἰών) ἐκδίδωσιν ἅπαντα Ἰωσὴφ Βρυεννίου (ΙΔ΄Ε΄ αἰών), καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ἐκδότου ἀττικίζει πλέον τοῦ ἐκδιδομένου θεολογικοῦ κειμένου· μορφοσυντακτικῶς μὲν ἡ εἰσαγωγή ἐστιν «Ἀρχαία Ἑλληνική», ἱστορικῶς τε καὶ νοηματικῶς δὲ «Νεωτέρα Ἑλληνική». Ἕτερον παράδειγμα τοῦ αὐτοῦ λογίου: ἡ ἀπόδοσις τῶν λατινικῶν δακτυλικῶν ἑξαμέτρων ἐκ βεργιλιανῆς «Αἰνιάδος» εἰς ὁμηρίζοντας δακτυλικοὺς ἑξαμέτρους. «Τἀντιπαραδείγματα» πάμπολλα. Τὸ πρᾶγμα φανεροῦται σαφέστατον τῷ ἀναγινώσκοντι τὴν Γραμματείαν τοῦ Γένους· ὁ οὐκ ἀναγινώσκων σταθμεύει ἐπὶ ἔξωθεν σχημάτων καὶ διατυπώσεων. Τὰ περὶ νεκρῶν γλωσσῶν ἐφαρμόζονται σχετικῶς «ἀνωδύνως» ἐπὶ δυτικῶν γραμματειῶν, ἀλλ’ ἡ ἡμετέρα Παράδοσις οὐκ ἔστι δυτικὴ καὶ ἐκτείνεται εἰς χιλιετίας πρὸ πρώτης καταγραφῆς φθόγγου τινὸς ἐν Ἑσπερίᾳ μετὰ πτῶσιν δυτικοῦ μέρους ἐκ Ῥωμανίας τοῦ «imperii Romanorum».
Χ. Κ. — Σε προηγούμενη επικοινωνία μας, είχατε κληθεί να εκφράσετε την άποψή σας σχετικά με τη σημασία της ετυμολογικής ορθότητας στην ορθογραφία —μ’ αφορμή το εκδοθέν θεατρικό έργο: «Ἕνα μυστήριο ρομπότ: Μία καὶ παιδικὴ ἱστορία», της Άννας Ραφαηλίδου—, εντός του πλαισίου των σύγχρονων εκπαιδευτικών πολιτικών και τάσεων στη διδασκαλία της γλώσσας. Ποια είν’ η θέση σας;
Θ. Π. — Κρίνω τὴν ἐτυμολογικὴν διδασκαλίαν τῆς γλώσσης ἐξόχως ἀποτελεσματικὴν καὶ ψυχαγωγικωτάτην, εἰ ὁ διδάσκων πληροῖ τὰς προϋποθέσεις (οὐκ ἔστιν ἡ προπαρασκευὴ ἔργον ἐκ τοῦ παραχρῆμα). Ἱστορικὴ ὀρθογραφία τῆς Ἑλληνικῆς (τόνοι, πνεύματα, ὑπογεγραμμέναι κ.ο.κ.) βοηθεῖ προτρέπουσα εἰς ἀνάγνωσιν παλαιοτέρων κειμένων ἐκ πρωτοτύπου ἄνευ μεταγραφῆς εἰς καθωμιλημένην, δῆλα δὴ ἄνευ μεθερμηνείας. Ὀρθογραφία ἐστὶν ἄγρυπνος γλωσσικὴ ἄσκησις, εἰ αὕτη ἐφαρμόζεται ἐν ἐπιγνώσει. Δυστυχῶς ἐταυτίσθη ἀνοικείως ἡ ἱστορικὴ ὀρθογραφία τὸ γλωσσικὸν ἰδίωμα καί, ὅτε βλέπει νεώτερός τις ταύτην, λογίζεται αὐτὸς τὸ κείμενον ἀνῆκον εἰς καθαρεύουσαν ἢ ἐν γένει λογίαν, καίπερ δημιουργίαι τῆς δημώδους καθίστανται «διαφανέστεραι» ἱστορικῶς ὀρθογραφούμεναι (παράβαλε, διὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, ἐκδόσει δημωδῶν ᾀσμάτων ὑπὸ Νικολάου Πολίτου μονοτονισθεῖσάν τινα). Διὸ καὶ ἐξεδόθη τὸ καὶ παιδικὸν ἔργον τῆς Ἄννης Ῥαφαηλίδου ἐν ἱστορικῇ ὀρθογραφίᾳ, ἐν ᾧ ὁ λόγος ἐν αὐτῷ ἐστι τῆς καθωμιλημένης καὶ ἀμεσώτατος διὰ παῖδάς τε καὶ ἐφήβους.
Χ. Κ. — Η διδασκαλία του πολυτονικού συστήματος, εκτός απ’ τις γλωσσολογικές της διαστάσεις, αγγίζει και ζητήματα ταυτότητας, πολιτισμικής κληρονομιάς και εκπαιδευτικής πολιτικής. Συνεπώς, πιστεύετε ότι η διδασκαλία του πολυτονικού συστήματος θα μπορούσε να συνεισφέρει στην καλλιέργεια της κριτικής σκέψης και της γλωσσικής συνείδησης των νέων γενεών;
Θ. Π. — Σαφῶς, σαφῶς, σαφέστατα. Οὐκ ἔστι χρεία προσθήκης τῷ ὑμετέρῳ λόγῳ· προηγούμεναι ἐρώτησεις προπαρεσκεύασαν τὸ σαφές.
Χ. Κ. — Η Ανάγνωση είναι Δικαίωμα ή Υποχρέωση προς τον Εαυτό μας;
Θ. Π. — Ἄνθρωπον δεῖ ὑπερβῆναι τὴν αὐτοῦ ὑπαρκτικὴν συνθήκην. Ἅπαν ἀνατατικὸν καὶ ἐπιστρέφον αὐτὸν εἰς Ποιητὴν αὐτοῦ, ὅρος ὑπάρξεώς ἐστι· τὰ δὲ ἐπαρκῆ ἀναγνώσματα διευρύνουσι τὰς γνώσεις καὶ ἐμβαθύνουσι τὴν ἀντίληψιν. Ἱστορικὴ ἐμπειρία δείκνυσι ταῦτα· διὸ καὶ ἀνάγνωσίς ἐστι θεμελιωδέστερόν τι δικαιώματος ἢ ὑποχρεώσεως: αὕτη ἐστὶ τὸ πλησιέστερον τῇ ἀναγκαίᾳ συνθήκῃ ὑπ’ ἀνθρώπων συσταθέν.

Χ. Κ. — Ποιος είναι ο ιδανικός μεταφραστής; Αυτός που αναπαράγει το πρωτότυπο κείμενο με απόλυτο ρεαλισμό —έστω κι αν το περιεχόμενό του καθίσταται αινιγματικό για την πλειονότητα των αναγνωστών— ή μήπως η επιδεξιότητά του έγκειται στη δημιουργική αναπροσαρμογή του κειμένου, ώστε να αποκτήσει νοηματική και πολιτισμική ευρυθμία στη γλώσσα-στόχο;
Θ. Π. — Ἐπιτρέψατέ μοι εἰπεῖν ἐκ προσωπικῆς ἐμπειρίας πρῶτον ἐν ἰψενικοῖς ἔργοις: μετέφρασα τὸν «Ὄλαφ Λίλιεκρανς» εἰς σχεδὸν σολωμικοὺς δεκαπεντασυλλάβους, ὅτι οὕτω προυτάσσετο δημῶδες ἀρχικῆς συνθέσεως· τὸν «Brand/Κεκαυμένον» εἰς ἁγιογραφικὸν ἰδίωμα, ὅτι ἐνετάσσοντο μὲν σχεδὸν ἀδιασκεύαστα τὰ ἐδάφια Παλαίας τε καὶ Καινῆς Διαθήκης, ἃ στηρίζουσι μέγα μέρος τῶν πρωτοτύπων στίχων, προλογίζεται δὲ ἀπὸ αὐτῆς ταύτης τῆς μεταφράσεως ὁ ἐμβόλιμος πατερικὸς σχολιασμός· ἡ «Νόρμα» εἰς καθαρεύουσαν, ἵνα ἐξαρθῇ τὸ παρῳδιακὸν τοῦ πρωτοτύπου· «Οἱ μνηστῆρες τοῦ θρόνου» εἰς μικτὸν ἰδίωμα, ἵν’ ἀποδοθῇ ἀμεσώτερον ἡ μεσαιωνικὴ πλοκή. Μεταφραστὴς οὐ μεταφράζει ἀπὸ γλώσσης εἰς γλῶσσαν μόνον, ἀλλ’ ἀπὸ παραδόσεώς τινος εἰς ἑτέραν παράδοσιν. Ἕτερον: ὁ «Οἰδίπους Τύραννος» μετεγράφη κατ’ ἀντιστοιχίαν στίχων πρωτοτύπου· ἀνεσύρθησαν πολλὰ ἐκ πρωτοτύπου εἰς μεταγραφήν (λέξεις, τρόποι κ.ο.κ.), εἰσήχθησαν δὲ ἕως καὶ νέων ἐντατικῶν μέτρων, ἵν’ ἀνασυντεθῶσι τὰ συνθετώτατα ῥυθμικὰ σχήματα τῶν χορικῶν· τοῦτο κατωρθώθη, ὅτι ἡ γλῶσσα μία καὶ ἑνιαία —ἡ Ἐλληνική, διὸ καὶ ἐπιγράφεται τὸ πόνημα «μεταγραφὴ» κοὐχὶ «μετάφρασις». Συμπέρασμα: ὁ τεχνίτης/τεχνικὸς ἐπιχειρεῖ ἐκ τοῦ παραλλήλου ἰσόρροπον κρᾶσιν τῶν ἀντιρρόπων δυνάμεων: τοῦ αἰτήματος δι’ ἀντιστοιχίαν καὶ τοῦ τῆς μετακενώσεως/ἐπανεγχύσεως.
Χ. Κ. — Τα πατερικά κείμενα αποτελούν ένα ανεκτίμητο σώμα πνευματικής και θεολογικής σοφίας, τα οποία διαμορφώνουν τις βάσεις της χριστιανικής σκέψης και παράδοσης. Γραμμένα κυρίως απ’ τους Πατέρες της Εκκλησίας, συνδυάζουν θεολογικό βάθος, φιλοσοφικό στοχασμό και ποιητική εκφραστικότητα. Ποια είναι η δική σας θεώρηση; Τα αντιλαμβάνεστε ως θεολογικά και φιλοσοφικά «μνημεία» που ενσαρκώνουν το πνευματικό βάθος μιας ολόκληρης εποχής, ή ως σύνθετες λογοτεχνικές δημιουργίες που συγκεράζουν την ελληνιστική σκέψη, τη βιβλική παράδοση και τη μοναστική εμπειρία;
Θ. Π. — Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας οὐκ εἰσὶ φιλόσοφοι, καίτοι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐγίνωσκον βαθύτερον τὰ φιλοσοφικὰ ἢ πολλοὶ νῦν φιλοσοφοῦντες. Ὁ Λόγος τῆς Ἀποκαλύψεως —τοῦτ’ ἔστιν ὁ Θεὸς Λόγος, ὁ ἀπὸ Παλαιᾶς ἕως Καινῆς Διαθήκης καὶ μετὰ Πεντηκοστὴν ἀποκαλυπτόμενος Χαρακτὴρ τοῦ Πατρὸς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ὁ ἀπερίγραπτος καὶ ἀχώρητος, καίτοι ἐνανθρωπήσας— οὐ δύναται περιγραφῆναι ὑπὸ φιλοσόφων —τοῦτο τὸ πρῶτον καὶ μέγα μάθημα τῶν Πατέρων· διὸ καὶ θεμέλιον ἁπάντων τούτων τῶν συγγραμμάτων ὁ φόβος Θεοῦ, ὁ φέρων καὶ πίστιν. Λέγουσι περὶ Σολωμοῦ, περὶ Κάλβου, περὶ Ἐλύτη, περὶ Καβάφη, περί,.. περί.. —δῆλα δὴ περὶ τῶν μετεπαναστικῶν καὶ δυτικῷ τῷ τρόπῳ. Εἰ καὶ σημαίνοντες, οὗτοί εἰσιν ὑποσημειώσεις ὑποσημειώσεων ἐν ἱστορικῇ ζώσῃ μνήμῃ Γένους. Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁ ἐν ΙΘ΄Κ΄ αἰῶνι λόγιος Ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως, ὁ συντάκτης τῶν ὕμνων εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον («Ἁγνὴ παρθένε Δέσποινα» κ.λ.), καὶ ὁ σχεδὸν ἀμαθὴς Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Ὁ λόγιος Ἅγιος Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος, ὁ πρότερον φαρισαῖος, ἐδίδαξε τὸν Ἅγιον Ἱερομάρτυρα Διονύσιον τὸν Ἀρεοπαγίτην, τὸν ἐκ παιδείας φιλοσοφικώτατον Ἀθηναῖον καὶ Ἕλληνα, τὸν καὶ ἐν Αἰγύπτῳ ἐσπουδακότα. (Ἐπὶ σκοπῷ ἀποκρίνομαι παραδειγματικῶς.) Τὰ τοῦ ἀνελληνίστου ἐν μεταλεξανδρινῇ Αἰγύπτῳ Ἁγίου Ἀντώνιου ἀπροσχημάτιστα ῥηθέντα κατεγράφησαν ἐν Βίῳ αὐτοῦ ὑπὸ ἑλληνομαθεστάτου Ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου. Ἴδετε: τἀπροσχημάτιστα ἔλαβον γλωσσικὴν ἐντέλειαν καὶ οὕτω «ἀπεθανατίσθησαν» ἐν Παραδόσει πνεύματος τοῦ ἡμετέρου ἠμισφαιρίου, τῇ τοῦ Ἕλληνος λόγου. Συνοπτικῶς: οἱ Πατέρες καὶ οἱ Μητέρες τῆς Ἐκκλησίας εἰσὶν ἡ ἱστορικὴ ζῶσα μνήμη τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ ἕως καὶ σήμερον, ἐπειδὴ καὶ ἐν τῷ καιρῷ ἡμῶν γράφουσι Πατέρες καὶ Μητέρες καὶ τοῦτο ἀνακαλυφθήσεται ὕστερον μετὰ δοκιμὴν καὶ ἀποδοχὴν ἐν Ὀρθοδοξίᾳ. Ὁ δὲ θεολογικὸς ὁρίζων οὐκ ἀναιρεῖ τὴν συχνάκις ἀξίαν τῆς συνθέσεως· τοὐναντίον ἡ σύνθεσις θεραπεύει τὸ τῶν νοημάτων ὑψιπετές. Ὁ ἀναζητῶν ἀποκλειστικῶς τὰ τῆς συνθέσεως ἐν τοιούτοις κειμένοις ὁμοιάζει τῷ χρυσοθήρᾳ τῷ ἐν Πακτωλῷ ποταμῷ Ἀρχαιότητος εὑρίσκοντι μόνον ἀμμολίθους. Ἀντιστρόφως ἄνευ ἐννοήσεως τῶν τῆς συνθέσεως μένει ἀπροσπέλαστον τὸ περιεχόμενον.
Χ. Κ. — Πιστεύετε ότι η πυκνότητα και η μεταφυσική διάσταση της γλώσσας αποτελούν εμπόδιο ή κίνητρο για βαθύτερη ερμηνευτική προσέγγιση; Θεωρείτε πως ο σύγχρονος αναγνώστης μπορεί να αντλήσει υπαρξιακές αλήθειες και διαχρονικές διδασκαλίες απ’ τα κείμενα, ή αυτά παραμένουν εγκλωβισμένα στο ιστορικό και πολιτισμικό τους «πλαίσιο»;
Θ. Π. — Οὐδὲν δύναται ὁ λῃστευθεὶς κοὐκ ἔχων πνευματικὴν ἐπίγνωσιν —οὐδέν. Τοιοῦτος ἀναγνώσεται τὰ πλέον βαθέα καὶ νοήσει τὰ τῆς ἐπιφανείας, κἂν νοήσῃ καὐτὰ ταῦτα. Δεῖ πρῶτον τὸν ἄνθρωπον ὁμολογῆσαι ὅτι οὐκ ἔστι πηγὴ τῆς αὐτοῦ ὑπάρξεως· δεῖ τὸν ἄνθρωπον ἔπειτα καταβῆναι εἰς λάκκον θανάτου κἀκεῖσε ἰδεῖν τὰ ἐπίχειρα τοῦ θανάτου· καὶ τότε ἅπαντα λημφθήσονται τὸ οἰκεῖον βάθος. Γλῶσσα ἔχει τὴν αὐτὴν μεταφυσικὴν διάστασιν σφυρίου ἢ δρεπανίου ἢ ἀρότρου· λόγος ἐνίοτε ψαύει τὰς ἀκρωρείας ἑτέρων ἐν πολλοῖς ἀρρήτων, καὶ οὗτος προϋποτίθησιν ἔκτασιν καὶ ἀνασύνθεσιν τῶν γλωσσικῶν φαινομένων. Περιγράφω ἄρα πορείαν τινὰ ψυχικήν· καὶ τοιαῦται πορεῖαι οὔτε προγινώσκονται οὔτε προορίζονται. Περιγράφω δὴ τὸ ἀντίστροφον τοῦ ἐν ἐρωτήσει διατυπωθέντος: ὁ πρὸ ἀναγνώσεως καὶ ἀσκήσεως πλανᾶται ἐγκλωβισθεὶς ἐν κέλλῃ τοῦ ἀειρόου.
Χ. Κ. — Η σχέση μεταξύ του συγγραφέα και του έργου του υπήρξε πάντα αντικείμενο έντονης φιλοσοφικής και ψυχολογικής αναζήτησης. Η αφοσίωση στο γράψιμο συχνά απαιτεί απόλυτη προσήλωση, κάτι που ενδέχεται να επηρεάσει την προσωπικότητα του δημιουργού. Στην αναζήτηση αυτής της ισχυρής σύνδεσης με το έργο του, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η αδιάκοπη αφιέρωση μπορεί να οδηγεί αναπόφευκτα σ’ έναν χαρακτήρα πιο περίπλοκο, δύσκολο ή και ιδιόρρυθμο;
Θ. Π. — Ὀρθῶς· τοῦτο γίνεται κατὰ κόρον καὶ ἀνάγεται εἰς νεωτέραν προσωπολατρίαν δημιουργοῦ, τοῦτ’ ἔστιν ἰδιότυπόν τινα εἰδωλολατρίαν. Ἡ ἀπόκρισις τῶν Πατέρων, οὓς ὠνομάσατε, ἁπλῆ ἐστι καίτοι δύσκοπος: ἡ ταπείνωσις, τοῦτ’ ἔστιν ὁ χριστομίμητος καὶ θεοειδὴς βίος. Πολλὰ χριστιανικὰ ἔργα παραδίδονται ἀνωνύμως ἀκραίας ταπεινώσεως ἕνεκα, καὶ πολλοὶ Πατέρες ἀναφέρονται εἰς ἑαυτὸν τρίτῳ ἑνικῷ (ὡς ὁ Παῦλος περὶ ἁρπαγῆς ἕως τρίτου οὐρανοῦ καὶ περὶ ἀρρήτων ῥημάτων) ταπεινώσεως ἕνεκεν. Οὐκέτι ἐρρίζωσε βαθέως ἐν νοΐ τε καὶ καρδίᾳ μου ὅτι γραφέν τι ἴσως ἄξιον ὑπ’ ἐμοῦ οὐκ ἐμόν ἐστι τῷ ὄντι.

Χ. Κ. — Ποια είν’ η σχέση μεταξύ της τέχνης του λόγου και της παιδείας, και πώς η εκλέπτυνση της ρητορικής ικανότητας μπορεί να συντελέσει στην καλλιέργεια της σκέψης και του ήθους του ατόμου;
Θ. Π. — Ἐφ’ ὅσον ἐκλέπτυνσις φέρει διάκρισιν ἐννοιῶν τε καὶ ποιοῦ, γνωστικὸν ὄργανον ἀνάγεται ἀναγκαίως εἰς διεξοδικωτέραν ἢ ἀμεσωτέραν ἐξιχνίασιν προκειμένων κατὰ τὰς προθέσεις τε καὶ τοὺς τρόπους καὶ τἀποτελέσματα. Τὸ «ἦθος» μᾶλλον προηγεῖται: ἐξαίρετοι λόγιοι ἀπειργάσαντο κακὸν ἀντὶ καλοῦ. Διὰ πολλά, ἰδίως τὴν διάνοιαν, ἡ παιδεία καὶ ἡ τέχνη εἰσὶν προφανεῖς ἀναγκαῖαι συνθῆκαι, ἀλλ’ οὐχὶ ἱκαναί.
Χ. Κ. — Η σχέση μεταξύ των φυσικών επιστημών και της φιλοσοφίας υπήρξε πάντα πεδίο έντονης αντιπαράθεσης και συνύπαρξης. Η επιστήμη, με τη μεθοδολογία της και τη χρήση των μαθηματικών, προσφέρει μια διαφορετική προσέγγιση της πραγματικότητας σε σχέση με τις φιλοσοφικές αναζητήσεις των προσωκρατικών σκέψεων, οι οποίες επικεντρώνονται περισσότερο στο πνευματικό κ’ υπαρξιακό. Στο πλαίσιο αυτής της αντίθεσης, η ερώτηση αναδύεται: Ποιο είναι το βάθος της επίδρασης που έχουν ασκήσει επάνω σας τα εφηρμοσμένα μαθηματικά κ’ η φυσική, σε σύγκριση —ή μάλλον σε φαινομενική αντιπαράθεση— με την προσωκρατική φιλοσοφία και κλασική φιλολογία;
Θ. Π. — Νῆλς Μπόρ, ἐκ τῶν πρωτοπόρων τῆς Κβαντικῆς Θεωρίας καὶ φιλοσοφῶν ἔπειτα περὶ αὐτῆς, προσέδραμε πρὸς προσωκρατικούς, ἵνα διατυπώσῃ τὴν συμπληρωματικότητα κυματικῶν καὶ σωματιδιακῶν ἐκφάνσεων ἐν ἀτομικοῖς καὶ ὑπατομικοῖς φαινομένοις. Δαυῒδ Μπόμ, ἐξ ἴσου πρὸς θεμελίωσιν Κβαντικῆς Θεωρίας, ἔφθασεν ἕως Σιντάττα Γκοττάμα, τοῦ ἱστορικοῦ Βούδδα, τοῦ ἐν πολλοῖς πλησίον τῇ ἡρακλειτείῳ θεωρήσει. Μετ’ ἀνακατατάξεις ἐν ἀρχῇ Κ΄ αἰῶνος συχνάκις θεωρητικοὶ φυσικοί (κοὐχὶ μόνον αὐτοί) ἀνάγονται εἰς προσωκρατικούς. Ὁ Πλάτων δὲ καὶ ὁ Ἀριστοτέλης οὐκ εἰσὶν αἱ ἑρμηνεῖαι αὐτῶν ἐν συγχρόνῳ ἢ μεσαιωνικῇ Δύσει· τοῦτο καθίσταται σαφέστερον ἐν Ἐρεύνῃ. Ἐν ὑποκριτικῇ τέχνῃ εἶχον πρό μου ἔμμετρα κείμενα· μαθηματικὸς ὢν ἐνενόησα ὅτι οὐ δύναμαι ἀναγνῶναι ταῦτα ὀρθῶς ἄνευ μετρικῆς προπαρασκευῆς· διὸ καὶ ἔμαθον μετρικήν. Ὕστερον ἤθελον ἐν ἐμῇ «Καταβάσει» ποιῆσαι ῥυθμὸν ἀντίστοιχον τῷ ἀρχαίῳ προσῳδιακῷ δακτυλικῷ ἑξαμέτρῳ ἐν νεώτεροις ἐντατικοῖς σχήμασιν. Ὅτε προσεγγίζω συνθέσει ἢ ἐκδόσει ἔργου, ἀναγνωρίζω δομάς τε καὶ συσχετίσεις. Ἅπαντα ταῦτα ἀνάγονται εἰς ἐμὴν μαθηματικὴν προϋπηρεσίαν καὶ ἄσκησιν.
Χ. Κ. — Εξακολουθείτε να συμμερίζεστε την αρχική σας απόφαση για τη μεταφορά της έδρας των εκδόσεών σας στην Ανθούσα, Μεσσηνίας· μία πόλη εκτός του αστικού κέντρου; Έχει μέλλον η προσπάθειά σας;
Θ. Π. — Ἡ «Κατάβασις» οὐκ ἂν ἐγράφετο μακρόθεν Ἀνθούσης, ὡς καὶ τὰ «Φωτολογεῖα» καὶ τὸ «Ἀδιακόπως». Ἤδη ἐκδοθέντα οὐκ ἂν ἐξεδίδοντο κατὰ τὸν τρόπον αὑτῶν μακρόθεν Ἀνθούσης, τοῦ τόπου καταγωγῆς μου, καὶ ἐν ἄστει. Ἀλλὰ περὶ μέλλοντος,.. Κύριος οἶδεν. Ἀναγινώσκω ἢ ἀκούω δημοσιολογοῦντας περὶ τῶν ἐκλογῶν ἐν 2027, καὶ γελῶ διὰ τὸ δῆθεν βέβαιον αὐτοῦ τούτου τοῦ γεγονότος τότε. Τίς ἐστι βέβαιος ἐν καιρῷ ἡμῶν;
Χ. Κ. — Γιατί πιστεύετε ότι η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, αυτός ο ανεκτίμητος θησαυρός του πνεύματος, υφίσταται μια αδιάκοπη περιθωριοποίηση και απαξίωση απ’ τις πολιτικές στρατηγικές, όλων των κυβερνήσεων των τελευταίων τριάντα και πλέον ετών; Ή μήπως, συντάσσεσθε με την αντίρροπη θέση;
Θ. Π. — Ἐπεὶ οὐ δεῖ τὸν Ῥωμῃὸν ἀναμιμνήσκεσθαι τὰ τοῦ Γένους αὑτοῦ, μάχονται λυσσαλέως τὴν τοῦ Γένους παιδείαν καὶ τὴν καρδίαν αὐτῆς: τὴν γραμματειακὴν παράδοσιν. Ἐν Ἑσπερίᾳ ἕτεροι βαθεῖς ἱστορικοὶ λόγοι ὁδηγοῦσιν εἰς ἀπαξίωσιν Ἀρχαίας Γραμματείας. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω: Οὐκ ἐσμὲν Δύσις κοὐκ ἐξαντλεῖται ἡ παιδεία ἐκ δυτικῆς ταξινομήσεως καὶ δὴ κατ’ ἐπιστημονικὰ πορίσματα προηγουμένων αἰώνων, πλέον ὑπὸ αὐτῶν τῶν δυτικῶν ἐρευνητῶν ἀνατραπέντα. Ἴδετε πῶς πλέον διεθνῶς ἐγχειρίδια «Βυζαντινολογίας» διευκρινίζουσιν ἐν προοιμίοις ὅτι οὐδέποτε ὠνομάζετο «Βυζάντιον» ἡ Ῥωμανία καὶ οἱ Ῥωμαῖοι/Ῥωμῃοὶ «Βυζαντινοί» οὐκ ἔστι τοῦτο ὁμολογία πνευματικῆς χρεωκοπίας αἰώνων; Ἡμεῖς ὅμως «ἀκραδάντως» ἐμμένομεν ὅτι διεκτινήσθημεν ἀπὸ περικλείας περικεφαλαίας εἰς κολοκοτρώνειαν, ὡς γράφω ἐν ἐλεγείῳ «Φωτολογείων», τὸ «Ἐνδοπερικεφελαϊκόν» (σελ. κγ΄). Εἰ δύναταί τις ἀναγινώσκειν πρωτότυπον Ἀττικῶν συγγραφέων καὶ Ὁμηρικήν, δύναται καὶ τὰ ὁμηρίζοντα ἔπη Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, τὴν ὁμηρικὴν μεταγραφὴν τοῦ Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου ὑπὸ Νόννου Πανοπολίτου, τοὺς ἀττικίζοντας λόγους Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, τοὺς ἱστοριογράφους καὶ χρονικογράφους πασῶν τῶν ἐποχῶν,.. ἀντιλαμβάνεται ἐκ τῶν πηγῶν τὰ χαλκευθέντα σχήματα ἐν διδασκομένοις ἀπὸ σχολείου ἕως πανεπιστημίων, προκρίνων καὶ ἐπιδιώκων ἕτερα τῶν τῆς καθεστηκυίας τάξεως. Θεμελιῶδές τι: τὸν Ῥωμῃὸν δεῖ τὴν Ἑλληνικὴν ἑνιαίως διδάσκεσθαι ἀφ’ Ὁμήρου ἕως σήμερον· διδακτικαὶ κατατμήσεις θεραπεύουσιν ἀλλότρια. «Κατάβασις» ἐγράφη ὡς ἐμπράγματος ἀναίρεσις τῶν κατατμήσεων.
Χ. Κ. — Σ’ ένα απ’ τα πρόσφατα έργα σας, το «Ἀδιακόπως» (διήγημα), ποια συμβολική ή αλληγορική διάσταση επιχειρείτε ν’ αναδείξετε μέσα απ’ τη διαρκώς «εκρηκτική» ακολουθία των γεγονότων και τη «μετεκρηκτική» ανασύνθεση του κόσμου που περιγράφετε;
Θ. Π. — Ἐν ἀσθματικῶς ἔκρηξιν ἀναμενούσῃ ἀφηγήσει, ὡς τυποῦται ἐν στ΄ σελίδι, παραδίδεται τὸ ἀγόμενον καὶ φερόμενον αὐτῶν τούτων τῶν δυναστῶν ὑπ’ ἰδίων πράξεων καὶ ἀποτελεσμάτων αὐτῶν, ἀνεμιστῆρός τινος διαρκῶς περιστρεφομένου, ὃς πρῶτον καταγράφεται ἐνύλως ἐξ ἀνατιναχθέντος ξενοδοχείου τινὸς ἐπὶ Θήρας· καὶ ὁ ἀνεμιστὴρ περιστραφήσεται ἀδιαλείπτως δικαίου ὄντος ἐν κτίσει, ὃς «ἐκ πίστεως ζήσεται», κατὰ τὸ ἁγιογραρικὸν καὶ ἐκ καταληκτικοῦ ποιήματος, γραφέντος ἐν ψευδογλώσσῃ προγραμματισμοῦ μιμουμένῃ τὴν C++ . Ὅδε ἀνεμιστήρ ἐστι συμβολικῶς ἡ προσευχή.
Χ. Κ. — Ποια είν’ η εκτίμησή σας για τη σύγχρονη πεζογραφία, μυθιστοριογραφία και ποίηση; Υπάρχουν έργα αξιόλογα και πρωτοποριακά —έστω κι ανύπαρκτα σε συλλογικό επίπεδο—, ή μήπως το όλον φαινόμενο έχει εξαντληθεί στη γενιά του ΄30;
Θ. Π. — Οὐ σῶφρον τῷ ἐν στίβῳ κρῖναι τὰ τοῦ στίβου, ὅτι ὁ αὐτὸς κριτέος. Ἀλλ’ ὡς φιλόλογος προγινώσκω πολλῶν τὸν θαυμασμόν, οἳ οἴονται ὅτι τὸ «μετανεωτερικὸν τοπίον» τοῦ Κ΄ αἰῶνος μετὰ τὸν Β΄ ΠΠ ἔσται ὁ «διαιώνιος» ὁδηγός…
Χ. Κ. — Και μία τελευταία —«άταχτη»— ερώτηση: οι κοινωνικές κι οικονομικές αναταράξεις των τελευταίων ετών έχουν επηρεάσει σημαντικά τον εκδοτικό κλάδο. Μ’ αυτό κατά νου, ενδιαφερόμαστε να μάθουμε για τα επόμενα βήματα του εκδοτικού σας οίκου, υπό το πρίσμα των σύνθετων συνθηκών της εποχής μας. Μήπως, εν τέλει, θα μας εκπλήξετε με πρωτοποριακές προτάσεις που θ’ ανατρέψουν τα δεδομένα;
Θ. Π. — Καὶ πρῶτον ἐκπλήξω ἑαυτόν;.. Αὐτοσαρκάζομαι. Οὐκ ἔστιν ἄτακτος ἡ ἐρώτησις, ἀλλ’ ἐπικείμεναι ἀναταράξεις ἐν νῦν μεγάλῳ πολέμῳ, ὃς ἐπεκταθήσεται λίαν συντόμως, δείξουσι τὰς τῶν ἐσχάτων ἀναταράξεις σμικρὰς καὶ σχετικῶς εὐκόπους κατὰ τὸν χειρισμόν. Νῦν μελετῶ τὸν βίον τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου τοῦ Σαλοῦ, ὃς ὑπεκρίνετο τὸν ἔξηχον, ἵνα κρύπτῃ τὴν αὑτοῦ ἁγιωσύνην· ὃν οὔτε κύνες ἐδέχοντο πλησίον αὑτῶν τὴν κεφαλὴν κλῖναι.
Χ. Κ. — Σας ευχαριστώ, εγκάρδια!
Άλλα μέσα επικοινωνίας του ιδίου:
- Το κανάλι του στο youtube: https://www.youtube.com/@theodosispapadimitropoulos
- Διὰ τὸν Ἑρρῖκον Ἴψεν: https://www.ibsen.gr/
Χρῆστος Κατσέας ἐπὶ τοῦ «vima365.gr»