Η επιρροή των αρχαίων Αιγυπτιακών αγαλμάτων στην πρώιμη μορφή των Κούρων.
Απο τον Στελιο Ταντουρη
Σήμερα είπα να γράψω ένα άρθρο για τους αρχαίους Ελληνικούς Κούρους και την επιρροή που δέχτηκαν οι πρώιμοι εξ αυτών από τα αρχαία Αιγυπτιακά αγάλματα μέχρι να διαφοροποιηθούν και να αφήσουν το δικό τους στίγμα στην παγκόσμια Τέχνη.
Νομίζω ότι όλοι έχουμε σταθεί μπροστά σε έναν Κούρο με το επιβλητικό παράστημα, με το βλέμμα που κοιτάζει το άπειρο και το χαρακτηριστικό αρχαϊκό μειδίαμα.
Όσοι πάλι έχουν επισκεφθεί την Αίγυπτο και έχουν παρατηρήσει αρχαία αγάλματα σε ναούς η στο Μουσείο της Αιγύπτου θα έχουν διαπιστώσει την ομοιότητα αυτών των αγαλμάτων με τους Κούρους.
Βέβαια υπάρχει εξήγηση αφού οι Ελληνες του 7ου και του 6ου αιώνα π.Χ., ιδίως οι Ίωνες και οι νησιώτες, είχαν στενή επαφή με τον Αιγυπτιακό κόσμο.
Στην πραγματικότητα, πολλά από τα στοιχεία που σήμερα θεωρούμε τυπικά για τους Κούρους έχουν τις ρίζες τους στα αρχαία Αιγυπτιακά αγάλματα.


Αν παρατηρήσουμε τα Αιγυπτιακά αγάλματα, ιδιαίτερα αυτά που απεικονίζουν Φαραώ και υψηλούς αξιωματούχους βλέπουμε την ίδια ακριβώς στάση με αυτή των Κούρων.
Το σώμα όρθιο, κατά μέτωπο, το αριστερό πόδι μπροστά σε λεγόμενη προβολή και τα χέρια κολλημένα στους μηρούς .
Αυτή η στάση μόνο τυχαία δεν είναι.
Για τους Αιγυπτίους αυτή η στάση συμβόλιζε την αιώνια σταθερότητα, και την γαλήνη της ακινησίας μέσα στον χρόνο.
Οι Έλληνες καλλιτέχνες της τότε εποχής δανείστηκαν αυτό το πρότυπο, όμως με την πάροδο του χρόνου έδωσαν σταδιακά την δική τους πνοή.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα που μου έρχεται στο μυαλό είναι ο Κούρος της Σάμου,ένας Φαραωνικών διαστάσεων Κούρος με ύψος περίπου 5,5 μέτρα που βρέθηκε στο Ηραίο της Σάμου το 1980 και χρονολογείται περίπου στο 600 με 570 π.Χ.
Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η σχέση του με τον Αιγυπτιακό πήχυ, δηλαδή την βασική μονάδα μέτρησης στην Αίγυπτο.


Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν τον βασιλικό πήχυ ο οποίος ήταν περίπου 52,5 εκατοστά για να καθορίζουν τις αναλογίες των αγαλμάτων.
Ο Κούρος της Σάμου ακολουθεί με αξιοσημείωτη ακρίβεια την ίδια λογική.
Οι αναλογίες του σώματος του βασίζονται σε μονάδες που θυμίζουν τον Αιγυπτιακό κανόνα.
Μάλιστα, μετρήσεις που έχουν γίνει δείχνουν ότι το συνολικό ύψος του Κούρου αντιστοιχεί επακριβώς σε πολλαπλάσια του Αιγυπτιακού πήχυ.
Όπως μπορούμε να κατανοήσουμε αυτό δεν μπορεί να είναι μια απλή σύμπτωση.
Σίγουρα φανερώνει άμεση γνώση και υιοθέτηση της Αιγυπτιακής μεθόδου μέτρησης .
Ναι μεν οι πρώιμοι αρχαιοελληνικοί Κούροι ήταν επηρεασμένοι από τα Αιγυπτιακά αγάλματα ,αλλά αυτό δεν σημαίνει κιόλας ότι πρέπει να θεωρούμε τους Κούρους απλά αντίγραφα των Αιγυπτιακών αγαλμάτων.
Οι Έλληνες γλύπτες πήραν το Αιγυπτιακό πρότυπο και το μετέτρεψαν σε κάτι δικό τους.
Στην Αίγυπτο, το άγαλμα ήταν αυστηρά συνδεδεμένο με το θρησκευτικό και ταφικό πλαίσιο, ήταν για τους Αιγυπτίους ένα δοχείο ψυχής.
Από την δική μας πλευρά ο Κούρος είχε χαρακτήρα αναθηματικού αγάλματος σε ιερά ή σε επιτύμβια μνημεία.
Βέβαια σιγά σιγά η έμφαση μετακινήθηκε από το συμβολικό του αγάλματος στο αισθητικό κομμάτι και το ανθρωποκεντρικό.
Η ύστερη πλαστικότητα των μυών, το αρχαϊκό χαμόγελο, η προσπάθεια να αποδοθεί ζωή στο μάρμαρο είναι αυτά τα στοιχεία που έδωσαν στους Κούρους καθαρά Ελληνική ταυτότητα.
Οι Έλληνες δεν αντέγραψαν απλά, μελέτησαν, εμπνεύστηκαν και στη συνέχεια δημιούργησαν κάτι που ξεπέρασε το πρότυπο. Αυτό είναι που θεωρώ και προσωπικά ότι κάνει την Ελληνική τέχνη διαχρονική.
Η ικανότητα που έχουμε να παίρνουμε ερεθίσματα και όχι μόνο να τα μετατρέπουμε αλλά να τα εξελίσσουμε σε κάτι καινούριο.
Αν κάποιος μελετήσει τους Κούρους και τα Αιγυπτιακά αγάλματα πέρα από τις ομοιότητες θα δει και τις διαφορές .
Οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν κατά κύριο λόγο σκληρά και έγχρωμα πετρώματα όπως γρανίτη, βασάλτη και διορίτη.
Αυτά τα υλικά ήταν ιδιαιτέρως ανθεκτικά και ήταν συνδεδεμένα με την έννοια της αθανασίας.
Η λαξεύση τους απαιτούσε ικανότητες και γνώση αργών κοπιαστικών τεχνικών με χαλκό και σκληρότερα πετρώματα.
Εμείς επιλέξαμε κυρίως το μάρμαρο (Νάξου, Πάρου, Σάμου) που είναι πιο μαλακό ως υλικό και επιτρέπει την απόδοση της λεπτομέρειας, την φωτεινότητα και την πλαστικότητα στη μορφή.
Ο Κούρος της Σάμου που προανέφερα είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα δημιουργίας με μάρμαρο σε μεγάλη κλίμακα.
Οι Αιγύπτιοι δούλευαν με αυστηρούς κανόνες και γεωμετρικά πλέγματα που χάραζαν πάνω στην πέτρα, ώστε κάθε σημείο του σώματος να «κουμπώνει» με ακρίβεια στον κανόνα του πήχυ.
Εμείς παρά το ότι στην αρχή μιμήθηκαμε τα Αιγυπτιακά πρότυπα σιγά σιγά επιδιώξαμε πιο φυσικές αναλογίες.
Η χρήση της σμίλης και η προσοχή στη λεπτομέρεια έδωσε κίνηση και ζωή.
Το αρχαϊκό χαμόγελο για παράδειγμα είναι μια συνειδητή απόπειρα των Ελλήνων γλυπτών να ξεφύγουν από την ακαμψία της μορφής.
Τα αγάλματα των Αιγυπτίων ήταν συχνά χρωματισμένα πολύ έντονα με κόκκινο χρώμα για το δέρμα των ανδρών, ώχρα για των γυναικών με χρυσά και μπλε διακοσμητικά στοιχεία.
Και οι Κούροι ήταν βαμμένοι, αλλά πιο περιορισμένα και ας μου επιτραπεί η έκφραση με πιο εκλεπτυσμένο επίπεδο ώστε η αίσθηση που έδιναν να ήταν πιο ρεαλιστική σε σχέση με την στιλιζαρισμένη Αιγυπτιακή απόδοση.
Τα αγάλματα των Αιγυπτίων
ήταν συνδεδεμένα με ναούς και τάφους, ενταγμένα σε κλειστούς και σκοτεινούς χώρους ενώ οι Κούροι στήνονταν σε υπαίθριους χώρους, κάτω από τον ήλιο του Αιγαίου.
Αυτό ήταν που επηρέασε και την αισθητική, το λευκό μάρμαρο ήταν το ιδανικό υλικό που αντανακλούσε το φως και δημιουργούσε ένα ζωντανό παιχνίδι με τις σκιές.
Αν με ρωτούσε κάποιος, ποιά είναι η μεγαλύτερη διαφορά,θα του απαντούσα σίγουρα ότι είναι η διαφορά της νοοτροπίας.
Στην Αίγυπτο η τέχνη υπηρετούσε την αθανασία του Θεού ή του Φαραώ.
Στην Ελλάδα η τέχνη στρεφόταν προς τον άνθρωπο, στρεφόταν προς την αναζήτηση της ομορφιάς και της αρμονίας.
Πήραμε με λίγα λόγια έναν αυστηρό Αιγυπτιακό «σκελετό» και τον ντύσαμε με σάρκα, φως και ψυχή.
Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.