Ένα σωτήριο τηλεφώνημα του Κλοντ Φορτούνο: Η ζωή δεν χωρά στο τέλειο έγκλημα –
Της Γεωργιας Αγγελη
Η πιο επικίνδυνη στιγμή για έναν δημιουργό έρχεται όταν κάποιος αποφασίζει να μετατρέψει τη φαντασία του σε πραγματικότητα. Στο «Ένα σωτήριο τηλεφώνημα» του Κλοντ Φορτούνο, η ευγένεια μιας επίσκεψης γίνεται σταδιακά τελετουργία απειλής.
Ένας συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών ανακαλύπτει πως η απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο που επινοεί τον φόνο και στον άνθρωπο που κινδυνεύει να δολοφονηθεί μετριέται σε λίγες προτάσεις.
Κι ένα οικείο δωμάτιο αποκτά την ασφυκτική στενότητα μιας παγίδας. Ο Πασκάλ Ανσέλο δέχεται έναν άγνωστο που παρουσιάζεται ως θαυμαστής και επίδοξος ομότεχνός του.
Η συζήτηση για τη συγγραφική τέχνη προσφέρει στον επισκέπτη το ιδανικό πρόσχημα: μπορεί να μιλά για εγκλήματα χωρίς αμέσως να προκαλεί συναγερμό.
Όταν αποκαλύπτει ότι σχεδιάζει να σκοτώσει τον οικοδεσπότη του, όσα προηγήθηκαν αποκτούν αναδρομικά άλλο βάρος. Ο θαυμασμός γίνεται μέσο πρόσβασης και η φιλοξενία ακούσια παραχώρηση εδάφους.
Η δραματουργική ευστοχία βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη βαθμιαία δηλητηρίαση της συνηθισμένης συνομιλίας.
Ο Ανσέλο καλείται να εγκαταλείψει την προνομιακή θέση του συγγραφέα που γνωρίζει την έκβαση. Στα βιβλία του μπορούσε να μοιράζει ενδείξεις, να καθυστερεί αποκαλύψεις και να αποφασίζει ποιος θα επιζήσει.
Τώρα διαθέτει μονάχα την ατελή γνώση ενός φοβισμένου ανθρώπου. Η ευφυΐα του αποκτά δραματικό ενδιαφέρον επειδή δοκιμάζεται μέσα στην ευάλωτη σωματική του ύπαρξη. Κάθε λέξη πρέπει να κερδίζει χρόνο χωρίς να προδίδει τον τρόμο.
Η αυτοκυριαρχία γίνεται επίπονη εργασία: να παρακολουθεί τον άλλον ενώ συγκρατεί τη δική του κατάρρευση. Απέναντί του, ο επισκέπτης μπορεί να διαβαστεί ως άνθρωπος που διεκδικεί την αναγνώριση μέσω της απόλυτης κυριαρχίας.
Δεν του αρκεί να προτείνει μια ευρηματική αστυνομική υπόθεση. Θέλει έναν πραγματικό άνθρωπο υποταγμένο στην επινόησή του.
Το «τέλειο έγκλημα» αποκαλύπτει έτσι μια ηθική αναπηρία της σκέψης: το θύμα αντιμετωπίζεται ως εξάρτημα μιας απόδειξης. Χωρίς να χρειάζεται ψυχιατρική ετικέτα, η συμπεριφορά του φανερώνει την τρομακτική αυτάρκεια εκείνου που θεωρεί τη δική του σύλληψη σημαντικότερη από την ύπαρξη του άλλου.
Το τηλέφωνο εισάγει μια δεύτερη σκηνή μέσα στην πρώτη.
Ο Ανσέλο πρέπει να μιλήσει ταυτόχρονα σε δύο ακροατές: στον άνθρωπο που τον επιτηρεί και στον άνθρωπο που ενδέχεται να καταλάβει.
Η ίδια φράση αποκτά φανερό και υπόγειο νόημα. Εδώ βρίσκεται η ιδιαίτερη δύναμη της ηχητικής φόρμας: η παύση, η μεταβολή του τόνου και μια ανεπαίσθητη έμφαση μπορούν να μεταφέρουν όσα απαγορεύεται να ειπωθούν.
Ο ακροατής επιστρατεύει τη δική του προσοχή, αναζητώντας μέσα στη φωνή το μήνυμα που πρέπει να περάσει απαρατήρητο.
Ως ιστορική ανάγνωση, η οικιακή αυτή πολιορκία συνδέεται με την ευρωπαϊκή μεταπολεμική αγωνία γύρω από την ασφάλεια της ιδιωτικής ζωής.
Το σπίτι υπόσχεται προστασία, αλλά η πόρτα του ανοίγει και στην απειλή. Παράλληλα, το σταθερό τηλέφωνο συγκεντρώνει τη δυνατότητα επικοινωνίας σε ένα συγκεκριμένο σημείο του χώρου.
Αυτή η υλική συνθήκη οργανώνει την ένταση: η πρόσβαση στον έξω κόσμο γίνεται ορατή, ελέγξιμη και επισφαλής.
Σήμερα, με τις αδιάκοπες συνδέσεις και τις αναρίθμητες ειδοποιήσεις, το ερώτημα παραμένει οδυνηρά επίκαιρο: πόσο συχνά ακούμε πραγματικά εκείνον που επικοινωνεί μαζί μας;
Ένα συγκαλυμμένο αίτημα βοήθειας απαιτεί κάτι περισσότερο από τεχνική διαθεσιμότητα.
Απαιτεί προσοχή στον δισταγμό, στο ασυνήθιστο και στην απόκλιση από τον γνώριμο τρόπο ομιλίας. Προσωπικά, εκεί εντοπίζω τον βαθύτερο ανθρώπινο παλμό του έργου: στην ανάγκη να βρεθεί κάποιος που θα ακούσει πίσω από τις λέξεις.
Η λιτότητα της κατασκευής είναι συγχρόνως δύναμη και όριο. Ο αντίπαλος κινδυνεύει να περιοριστεί σε μηχανισμό απειλής αν η ερμηνεία αρκεστεί στην επιδεικτική ψυχρότητα.
Αντίστοιχα, η αγωνία χρειάζεται διακυμάνσεις για να μη γίνει μονότονη αναμονή. Το ουσιαστικό στοίχημα είναι να αισθανθούμε έναν άνθρωπο που παλεύει να διατηρήσει την πρωτοβουλία της ζωής του.
Γιατί το έγκλημα αρχίζει να θεωρείται «τέλειο» όταν ο άλλος έχει ήδη διαγραφεί ως πρόσωπο. Και η αντίσταση αρχίζει τη στιγμή που η φωνή του επιμένει να ζητά έναν συνάνθρωπο.
Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς
Μετάφραση και διασκευή: Αντώνης Θεοδωριάδης Σκηνοθεσία: Λάμπρος Κωστόπουλος Ακούγονται οι ηθοποιοί: Γιώργος Μοσχίδης Pascal Ansello, Χρήστος Μάτζαρης Jean De Stes, Σπύρος Κωνσταντόπουλος Επισκέπτης – Ουγκώ, Αντώνης Λιότσης – σπίκερ
Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο
Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.