Χίλια Φράγκα Αμοιβή Βίκτωρ Ουγκώ – Όταν ο νόμος αθωώνει την αδικία
Απο την Γεωργια Αγγελη
Το υλικό δημοσιεύεται αποκλειστικά για λόγους διάσωσης, διατήρησης και προβολής της πολιτιστικής και ραδιοφωνικής μας κληρονομιάς.
Η φτώχεια δεν μπαίνει πάντοτε από την πόρτα ως συμφορά. Κάποτε εισβάλλει ως δήμιος, κρατώντας στα χέρια της ένα χρέος, μια υπογραφή και μια κοινωνικά άψογη πρόταση που κρύβει μέσα της τον εξευτελισμό.
Στα Χίλια Φράγκα Αμοιβή, ο Βίκτωρ Ουγκώ μετατρέπει το δράμα μιας απειλούμενης οικογένειας σε αμείλικτη δίκη ενός κόσμου όπου ο έντιμος πεινά και ο αδίστακτος απολαμβάνει υπόληψη.
Και στο εδώλιο δεν κάθεται ένας άνθρωπος, αλλά ολόκληρη η αστική ηθική.
Το έργο γράφτηκε το 1866, κατά την εξορία του Ουγκώ στο Γκέρνσεϊ, και δεν παρουσιάστηκε όσο εκείνος ζούσε.
Η αναμονή αυτή δεν ήταν τυχαία. Ο συγγραφέας γνώριζε ότι το δράμα του δεν χάιδευε την εποχή του, αλλά την κατηγορούσε.
Πίσω από τη μελοδραματική του επιφάνεια λειτουργεί ένας επικίνδυνα καθαρός πολιτικός συλλογισμός: όταν ο νόμος υπηρετεί την ιδιοκτησία και όχι τον άνθρωπο, η νομιμότητα μπορεί να γίνει η πιο καλοχτενισμένη μορφή βίας.
Η νεαρή Σιπριέν και η μητέρα της, Ετιενέτ, βρίσκονται ένα βήμα πριν από την ολοκληρωτική καταστροφή. Ένα δυσβάσταχτο και αμφίβολο χρέος απειλεί να τις πετάξει στον δρόμο.
Τότε εμφανίζεται ο Ρουσλέν, όχι σαν ωμός κακοποιός, αλλά σαν ευυπόληπτος σωτήρας.
Προσφέρει τη λύση, απαιτώντας ως αντάλλαγμα τη Σιπριέν. Η οικονομική συναλλαγή μετατρέπεται έτσι σε απόπειρα κατοχής ενός ανθρώπινου σώματος.
Ο Ρουσλέν δεν επιθυμεί πραγματικά την κοπέλα. Επιθυμεί την υποταγή της. Θέλει να αποδείξει ότι κάθε αντίσταση έχει μια τιμή και πως, όταν η ανάγκη σφίξει αρκετά τον λαιμό, ακόμη και η αξιοπρέπεια μπορεί να εκποιηθεί.
Η Σιπριέν, ωστόσο, δεν είναι απλώς η αθώα κόρη που περιμένει έναν προστάτη.
Η άρνησή της να δεχτεί την ταπεινωτική συμφωνία αποτελεί ηθική πράξη. Είναι φτωχή, αλλά όχι διαθέσιμη· ευάλωτη, αλλά όχι συντετριμμένη. Απέναντί της, η Ετιενέτ βιώνει τον βαθύτερο φόβο μιας μητέρας: να βλέπει το παιδί της παγιδευμένο ανάμεσα στην πείνα και στην ατίμωση.
Το δίλημμά της δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα. Είναι η ψυχική ασφυξία ενός ανθρώπου που καταλαβαίνει ότι όλες οι προσφερόμενες έξοδοι οδηγούν σε κάποια μορφή απώλειας. Μέσα σε αυτό το σκοτάδι καταφεύγει στο σπίτι ο Γκλαπιέ, ένας άνθρωπος καταζητούμενος από τις αρχές και καταδικασμένος από την κοινωνική του θέση προτού ακόμη δικαστεί.
Είναι κλέφτης από ανάγκη, αλλά όχι άτιμος. Κουβαλά τη λαϊκή σπιρτάδα του Γαβριά και την ηθική μεγαλοσύνη του Γιάννη Αγιάννη. Παράνομος στα χαρτιά, αποδεικνύεται ο μόνος που υπακούει σε έναν ανώτερο νόμο: στον νόμο της ανθρώπινης συνείδησης. Ο Γκλαπιέ δεν σώζει απλώς δύο γυναίκες. Ανατρέπει τους ρόλους που έχει μοιράσει η κοινωνία. Ο επικηρυγμένος γίνεται δικαστής, ο κλέφτης αποκαθιστά τη δικαιοσύνη και ο ευυπόληπτος αστός αποκαλύπτεται ως ο πραγματικός ληστής. Τα χίλια φράγκα της αμοιβής αποκτούν, επομένως, βαθιά ειρωνική σημασία. Το κράτος τιμολογεί τη σύλληψη του Γκλαπιέ, ενώ αφήνει ανεκτίμητη και ατιμώρητη την αρπακτικότητα του Ρουσλέν. Ο Ουγκώ χειρίζεται το γκροτέσκο και το υψηλό με τη γνώριμη δραματουργική του τόλμη. Το χιούμορ του Γκλαπιέ δεν αποδυναμώνει την τραγωδία· τη διαπερνά σαν πράξη αντίστασης. Το γέλιο γίνεται όπλο του αδύναμου απέναντι στη σοβαροφάνεια της εξουσίας. Η δικαιοσύνη δεν καταφθάνει από τα δικαστήρια, αλλά από έναν άνθρωπο που έχει γνωρίσει την απόρριψη και γι’ αυτό αναγνωρίζει αμέσως την αδικία όταν τη συναντά. Η ραδιοφωνική απόδοση της ΕΡΑ το 1965 προσθέτει στο έργο μια ιδιαίτερη ιστορική αξία. Χωρίς τη βοήθεια της εικόνας, οι φωνές, οι παύσεις και οι μεταπτώσεις των ηθοποιών καλούνται να οικοδομήσουν ολόκληρο τον κόσμο του Ουγκώ. Ο Γκλαπιέ απαιτεί ερμηνευτική ευρύτητα: σαρκασμό και τρυφερότητα, ταχύτητα και εσωτερικό πόνο, λαϊκή αμεσότητα και ηρωική πνοή. Γι’ αυτό η συγκεκριμένη ηχογράφηση δεν είναι μόνο μια θεατρική παρουσίαση, αλλά κειμήλιο μιας εποχής κατά την οποία το ραδιόφωνο μπορούσε να μετατρέψει το λαϊκό σπίτι σε σκηνή. Στη σημερινή πραγματικότητα, το έργο ακούγεται ανησυχητικά οικείο. Τα χρέη εξακολουθούν να αφαιρούν στέγη, ελευθερία και αξιοπρέπεια. Η ανάγκη εξακολουθεί να γεννά εκβιασμούς, ενώ η οικονομική δύναμη συχνά μεταμφιέζεται σε φιλανθρωπία. Η προσωπική μου ματιά στέκεται κυρίως σε αυτή τη φοβερή αντιστροφή: ο άνθρωπος που η κοινωνία ονομάζει εγκληματία είναι εκείνος που διασώζει το ανθρώπινο μέτρο. Ο Ουγκώ δεν μας ζητά να εξιδανικεύσουμε την παρανομία. Μας καλεί να εξετάσουμε ποια κοινωνία την παράγει και ποιοι αποφασίζουν ποιος είναι ένοχος. Γιατί η αληθινή τιμή δεν πιστοποιείται από περιουσίες, αξιώματα και καθαρά μητρώα. Δοκιμάζεται τη στιγμή που ένας άνθρωπος, ενώ μπορεί να σωθεί μόνος του, επιλέγει να διακινδυνεύσει τα πάντα για να μη χαθεί ένας άλλος. Δεν πουλάμε ψυχή. Κρατάμε το φως αναμμένο
Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.