Το vima365.gr είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.Απλά γαρ εστί της αλήθειας επη

Περιηγήσεις : Η Ιερά Μονή του Οσίου Λουκά στη Βοιωτία

   Απο τον Φιλιππο Καρακωστα

 

 

Η Μονή Οσίου Λουκά βρίσκεται στη δυτική πλαγιά του Όρους Ελικών, κάτω από την ακρόπολη του Αρχαίου Στείριου. Η απαρχή της μοναστικής δραστηριότητας στην περιοχή ξεκινάει από τον ίδιο τον Όσιο Λουκά, όταν ασκήτευσε εκεί στα τελευταία χρόνια της ζωής του, από το 946 έως το 953. Ιστορικά στοιχεία για το μοναστήρι μας παρέχουν δύο αξιόπιστα κείμενα: ο Βίος του Οσίου και οι Ακολουθίες της Κοιμήσεως και της Ανακομιδής του λειψάνου του. Από το Βίο του Οσίου Λουκά, κείμενο αγνώστου συγγραφέα γραμμένο δέκα περίπου χρόνια μετά το θάνατο του Οσίου, πληροφορούμαστε πως ο Όσιος, γόνος προσφύγων από την Αίγινα, γεννήθηκε στο χωριό Καστρί Φωκίδας το 896.

Ο Όσιος σε νεαρότατη ηλικία επιλέγει τη μοναστική ζωή. Κατά τα τέλη του 910 ή στις αρχές του 911 ζει ως μοναχός στην Αθήνα, στη μονή της Μεγάλης Παναγίας, και κατόπιν σε διάφορα μοναστήρια ή ησυχαστήρια της Φωκίδας και της απέναντι κορινθιακής ακτής.

Οι μετακινήσεις του υπαγορεύονταν από την ανάγκη να αποφύγει τον κίνδυνο από τις επιδρομές των Βουλγάρων του Συμεών, που τα χρόνια εκείνα ταλάνιζαν την περιοχή. Μετά από συνολικά 35 έτη μοναστικού βίου, το 946/7, εγκαταστάθηκε στην τοποθεσία όπου βρίσκεται σήμερα το μοναστήρι, στο Στείρι της Φωκίδος, όπου και πεθαίνει σε ηλικία 56 ετών.

Ο Όσιος ήταν γνωστός και αγαπητός, όσο ζούσε. Θεράπευε ασθενείς, συμβούλευε τους ανθρώπους σε διαφόρων ειδών προβλήματα και ήταν προικισμένος με την ικανότητα να προφητεύει το μέλλον.

Στο κείμενο του Βίου αναφέρεται με έμφαση πως, όσο ζούσε, σε μια εποχή αλλεπάλληλων προσπαθειών ανακαταλήψης της Κρήτης από τους Άραβες, εκείνος προέβλεψε, είκοσι χρόνια πριν γίνει, την επιτυχημένη επιχείρηση του στρατηγού Νικηφόρου Φωκά στα χρόνια της βασιλείας του Ρωμανού Β’. Το Στείρι ήταν πολύ κοντά στην έδρα του Θέματος Ελλάδος, τη Θήβα, σημαντικό στρατηγικό και οικονομικό κέντρο της εποχής.

Από το κείμενο του Βίου πληροφορούμαστε πως η σχέση του με το λαό, αλλά και με τους υψηλά ισταμένους τοπικούς αξιωματούχους, καθώς και η μετά θάνατον φήμη του, έκαναν την περιοχή του τελευταίου του ασκητηρίου κέντρο προσκυνηματικού ενδιαφέροντος: ο στρατηγός του Θέματος Ελλάδος, Κρηνίτης, χρηματοδότησε την οικοδόμηση ενός ναού όσο ζούσε ο Όσιος, το 946, αφιερωμένου στην Αγία Βαρβάρα. Το χτίσιμό του ολοκληρώθηκε μετά το θάνατο του οσίου, το 953, από τους μοναχούς.

Ο Όσιος τάφηκε στο δάπεδο του κελίου του, ενώ έξι μήνες μετά, ο μοναχός Κοσμάς, προσκυνητής προερχόμενος από την Παφλαγονία, περιέφραξε το μνήμα με κιγκλίδωμα και τοποθέτησε πάνω σε αυτό επίστρωση πήλινων πλακών. Δύο έτη μετά το θάνατο του οσίου, δηλαδή στα 955, οι μοναχοί, που φαίνεται πως ήδη εμόναζαν κοντά στον άγιο, έκτισαν σταυροειδές ευκτήριο γύρω από τον τάφο του και οικοδόμησαν τα πρώτα κελιά μίας οργανωμένης μοναστικής κοινότητας.

Από την Ακολουθία της ανακομιδής του λειψάνου του οσίου, εορτή που τιμάται στις 3 Μαΐου, πληροφορούμαστε πως μία νέα εκκλησία κατασκευάστηκε για να τιμήσει το ιερό λείψανο. Η ανακομιδή του λειψάνου, η οποία σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη έλαβε χώρα το 1011, και η ανέγερση του νέου καθολικού έγινε από τον ηγούμενο Φιλόθεο, πρόσωπο άγνωστο από άλλες πηγές.

Το μοναστήρι είναι τόσο ισχυρό ώστε ήδη στα 1014 έχει δύο μετόχια στην Εύβοια, στο Αλιβέρι και στα Πολιτικά. Μετόχι της μονής υπάρχει και στην κοντινή περιοχή της Αντίκυρας, όπου κτίζεται ένας οκταγωνικός ναός, ενώ στο δεύτερο τέταρτο του 12ου αι. κτίζεται ένα μικρό καθολικό στο μετόχι της, στον Άγιο Νικάλαο στα Καμπία της Βοιωτίας.

Κατά την Φραγκοκρατία, μετά το 1204 στο μοναστήρι εγκαθίστανται Λατίνοι κληρικοί. Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας το μοναστήρι επανήλθε στους ‘Ελληνες μοναχούς.

 

http://odysseus.culture.gr/

 

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ:
H καταγωγή της οικογενείας του Οσίου Λουκά, του ιδρυτή της μονής, ήταν από την Αίγινα. Για το φόβο όμως των Σαρακηνών οι πρόγονοί του εγκαταστάθηκαν στα παράλια της Φωκίδας, κοντά στους πρόποδες του όρους του Ιωάννου ή Ιωαννίτζη ή όπως το λένε σήμερα οι Δεσφινιώτες, Γιαννιμάκι. Για τον ίδιο όμως λόγο έφυγαν και απ’ εκεί και πήγαν στο Καστόριον, το σημερινό Καστρί. Όπως είναι γνωστό εκεί ήταν οι Δελφοί, ο ιερός δηλαδή χώρος του θεού Απόλλωνα με το περίφημο Μαντείο της Πυθίας. Εκεί γεννήθηκε ο Λουκάς, τον Ιούλιο του 896 μ.Χ. Ήταν το τρίτο από τα επτά παιδιά του Στέφανου και της Ευφροσύνης. Από μικρός έδειχνε μεγάλη κλίση για τον ασκητικό βίο και περνούσε τις ώρες του με συνεχή προσευχή.

 Το 910, σε ηλικία 14 ετών, ακολούθησε δύο μοναχούς στην Αθήνα. Στην Εκκλησία της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, που τότε ήταν πάνω στην Ακρόπολη ή, όπως λένε άλλοι, στο μοναστήρι της Μεγάλης Παναγίας, το σημερινό Μοναστηράκι, ο Λουκάς έγινε μοναχός. Π ιθανόν να έμεινε για λίγο σ’ ένα ασκητήριο στην πλαγιά του Υμηττού, όπου σήμερα είναι η μονή του Αστερίου, Ασκητήριο Λουκά από του Στειρίου – Αστερίου, κατά κάποια εκδοχή. Με τις πολλές όμως παρακλήσεις της μητέρας του ξαναγύρισε στο Καστόριο. Μετά από λίγους μήνες πήγε να ασκητέψει στο Γιαννιμάκι, όπου έμεινε επτά χρόνια, κοντά σ’ ένα μικρό εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων, Κοσμά και Δαμιανού.

 Από δύο μοναχούς που πέρασαν απ’ εκεί πηγαίνοντας στη Ρώμη, πήρε το μέγα αγγελικόν σχήμαέγινε δηλαδή μεγαλόσχημος.

Για να αποφύγει τις βαρβαρικές επιδρομές πήγε στο Ζεμενό της Κορινθίας, όπου έμεινε κοντά σε έναν ασκητή – στυλίτη 10 χρόνια. Το 927 σε ηλικία 31 ετών γύρισε και πάλι στο Γιαννιμάκι, όπου έμεινε 12 χρόνια. Απ’ εκεί πήγε στο Καλάμι, ένα ωραίο και δροσερό μέρος, με νερό, ανατολικά της Αντίκυρας (σήμερα λέγεται Ζάλτσα). Μετά όμως από 3 χρόνια, για να σωθεί από τις επιδρομές των Τούρκων κατέφυγε στον Αμπελώνα, ένα έρημo ξερονήσι, όπου έμεινε 3 χρόνια εκεί επήγαν οι Στειριώτες και τον έπεισαν να έλθει κοντά στο χωριό τους.

Το 946, όταν ο Όσιος Λουκάς ήταν περίπου 49 ετών, εγκαταστάθηκε στην καταπράσινη και μαγευτική θέση, όπου σήμερα είναι το μοναστήρι του. Έκτισε το κελί του, ένα εκκλησάκι για να προσεύχεται και έφτιαξε έναν ωραίο κήπο, όπου καλλιεργούσε τα χορταρικά του. Η φήμη του τράβηξε εκεί και άλλους ασκητές, όπως το Γρηγόριο, τον Παγκράτιο, το Θεοδόσιο. Μαζί τους και με την οικονομική βοήθεια πολλών θαυμαστών του, στρατηγών και άλλων αξιωματούχων του Κράτους, άρχισε την οικοδόμηση της εκκλησίας της Αγίας Βαρβάρας. Δεν πρόλαβε όμως να την τελειώσει. Το Νοέμβριο του 952 πρόβλεψε το θάνατο του και στις 7 Φεβρουαρίου του 953 εγκατέλειψε την επίγεια ζωή. Έζησε 56 έτη, 7 μήνες και 8 μέρες. Ο μαθητής του Γρηγόριος τον έθαψε μέσα στο κελί του. Μετά το θάνατά του, η φήμη ότι το λείψανά του ήταν θαυματουργά έκανε πλήθος πιστών να συρρέουν στο μοναστήρι για να θεραπευθούν, και τα αρχικά κτίσματα έδωσαν τη θέση τους σε μνημειωδέστερα κτίρια.

Ύστερα από 2 χρόνια, το 955 μ.Χ., οι συνασκητές και μαθητές του γιόρτασαν για πρώτη φορά τη μνήμη της Κοίμησής του. Ο Όσιος Λουκάς εκτός από την αυστηρή ασκητική ζωή που έκανε, την ταπεινοφροσύνη του, την αγάπη του για όλους τους ανθρώπους, την απέραντη φιλανθρωπία του, την ακλόνητη πίστη του στο Χριστό και γενικά την ευσέβειά του, είχε μεγάλη θαυματουργική και θεραπευτική δύναμη. Άπειρα είναι τα θαύματα που έκανε στη ζωή του, αλλά και μετά το θάνατο του εκατοντάδες και χιλιάδες ασθενείς έρχονταν προσκυνητές και ικέτες στον τάφο του από τον οποίο ανάβλυζε μύρο, και έβρισκαν τη θεραπεία τους. Αλλά εκτός από τ’ άλλα ο Όσιος είχε και προφητική ικανότητα. Πολλά γεγονότα είχε προβλέψει, όπως την επιδρομή των Βουλγάρων, την απελευθέρωση της Κρήτης από την κατοχή των Αράβων, το θάνατό του κ.λ.π. Δικαιολογημένη λοιπόν ήταν η εκτίμηση και η αγάπη που είχαν γι’ αυτόν όλοι οι Χριστιανοί. Η απελευθέρωση μάλιστα της Κρήτης, την οποία είχε προβλέψει το 942 και η οποία πραγματοποιήθηκε 2θ περίπου χρόνια ύστερα, το 961 μ.Χ. από το Νικηφόρο Φωκά, συντέλεσε στο να αυξηθεί ο σεβασμός προς τη μνήμη του σ’ όλη τη Χριστιανοσύνη και ιδιαιτέρως στη βασιλεύουσα Κωνσταντινούπολη. Πλούσιες δωρεές στέλνονταν στη Μονή τακτικά. Έτσι, όχι μόνο τελείωσε η εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας, η οποία σήμερα είναι αφιερωμένη στη Θεοτόκο, αλλά ύστερα από λίγα χρόνια, το 1011 μ.Χ., κτίστηκε και ο δεύτερος, ο μεγάλος ναός, το Καθολικό, από τον ηγούμενο Φιλόθεο και τους συνασκητές του Γ αβριήλ, Γρηγόριο, Πέτρο κ.ά.

  Η εκκλησία αυτή αφιερώθηκε στον Όσιο Λουκά και μέσα σ’ αυτήν τοποθετήθηκε η λειψανοθήκη του.

Το μοναστήρι είχε πολλές ατυχίες και πέρασε μεγάλες δυσκολίες. Στη Φράγκικη κατοχή το 1204 μ.Χ. έπαθε ζημιές και έχασε πολλά από τα πολύτιμα κειμήλιά του και τα πλούτη του.

Το ιερό λείψανο του Οσίου Λουκά σήμερα βρίσκεται στο μοναστήρι, όπου έφθασε το 1986 από την Βενετία και δεκάδες επισκέπτες από την Ελλάδα, και όχι μόνο, εισρέουν καθημερινά για να το προσκυνήσουν.

Διακοσμημένος ο ναός με μάρμαρα, τοιχογραφίες και ψηφιδωτά, αποτελεί πραγματικό κόσμημα για την περιοχή και την Ελλάδα ολόκληρη.

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ:
Το συγκρότημα του μοναστηριού, όπως σώζεται σήμερα, αποτελείται απά το σύμπλεγμα δύο ναών που πλαισιώνονται απά κελλιά και βοηθητικά κτίσματα. Προστατεύεται από περίβολο με γωνιακούς πύργους.

Ο ναός της Παναγίας είναι ο παλαιάτερος. Φαίνεται πολύ πιθανά να χτίστηκε με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Ρωμανού Β’ (959-963) αμέσως μετά το μεγάλο ιστορικά γεγονός που είχε προφητέψει ο όσιος Λουκάς, δηλαδή την ανακατάληψη απά τους Βυζαντινούς της υπόδουλης στους Άραβες Κρήτης, το 961. 0 αρχιτεκτονικός του τύπος, πρωτοποριακάς για τον ελλαδικά χώρο, είναι ο σύνθετος τετρακιόνιος, που γνώρισε μεγάλη διάδοση στην Κωνσταντινούπολη. Η εξέταση άλλων λεπτομερειών, όπως η έξοχη πλινθοπερίκλειστη τοιχοδομία με τις ψευδοκουφικές διακοσμήσεις και η αφθονία και η υψηλή ποιότητα του γλυπτού διακάσμου, που δεν περιορίζεται μόνο στο εσωτερικό αλλά και στην εξωτερική επένδυση του τυμπάνου του τρούλου, φανερώνει τις τεράστιες δαπάνες που απαιτήθηκαν, αλλά και τη μετάκληση συνεργείων από την Πρωτεύουσα. Έργο Κωνσταντινουπολίτη ζωγράφου δηλώνει και η γεμάτη σφρίγος μορφή του Ιησού του Ναυή, η μόνη που απέμεινε από τον αρχικό τοιχογραφικό διάκοσμο του μνημείου.

Η παράσταση ήταν ορατή στο δυτικό εξωτερικά τοίχο του ναού της Παναγίας, μέχρι που χτίστηκε ο δεύτερος ναός και η πλευρά αυτή ενσωματώθηκε στη βορειοανατολική γωνία του.

Ο ναός του Οσίου Λουκά χτίστηκε στο πρώτο μισό του 11 ου αι. Ως δωρητές φέρονrαι ο ηγούμενος Φιλόθεος ή ο Θεόδωρος Λεωβάχος, που ανήκαν σε επιφανείς οικογένειες γαιοκτημόνων και κρατικών αξιωματούχων της Θήβας, ή ο ίδιος ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Μονομάχος. Ένας νέος αρχιτεκτονικός τύπος εφαρμόζεται εδώ, ο οκταγωνικός, με κύριο χαρακτηριστικά τον τεράστιο τρούλο, που ο τρόπος στήριξής του, με τη βοήθεια των ημιχωνίων, αφήνει ενιαίο και αδιάσπαστο τον κεντρικό χώρο. Η σοφία στη σύνθεση, η τελειότητα στην εκτέλεση και ο πλούτος, μαζί με την ποιότητα και τις τοιχογραφίες, κάνουν το μνημείο αυτό ένα απά τα σημαντικότερα της εποχής του.

Στην ψηφιδωτή διακόσμηση κυριαρχούν μορφές αγίων- μοναχών, ιεραρχών και στρατιωτικών. Κύριο χαρακτηριστικά είναι η χρήση του περιγράμματος στην απόδοση των μορφών με τον έντονα στατικό χαρακτήρα και τα ορθάνοιχτα εκστατικά μάτια. Το ίδιο ιερατικό ύφος ακολουθούν και οι τοιχογραφίες στα πλευρικά διαμερίσματα του ναού και στην κρύπτη.

Η τράπεζα, αναστηλωμένη σήμερα, λειτουργεί από το 1993 ως μουσείο γλυπτών, όπου εκτίθενται εξαιρετικής ποιότητας μαρμάρινα μέλη απά κτίσματα του μοναστηριού και της ευρύτερης περιοχής. Στο βορδοναρείο (σταύλος), επίσης αναστηλωμένο, εκτίθενται αποτοιχισμένες τοιχογραφίες του 18ου αι., προερχόμενες από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνος Μεδεώνος στην περιοχή της ΑνΤίκυρας.

Απά το 1990 το μνημείο είναι εγγεγραμμένο στον Παγκόσμιο Κατάλογο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. (IAEG C16 – UNESCO World Heritage – Greece)

 Κατά την επανάσταση του Ελληνικού γένους το 1821 ήταν το ορμητήριο των οπλαρχηγών και των αγωνιστών της Βοιωτίας, της Λοκρίδας και της Φωκίδας. Ο ηρωικός επίσκοπος των Σαλώνων Ησαίας ύψωσε εκεί τη σημαία της Επανάστασης στη Ρούμελη, στις 26 Μαρτίου 1821 μαζί με τους μοναχούς και πολλούς αγωνιστές, τον Αθανάσιο Διάκο, τον Πανουργιά, το Δυοβουνιώτη, το Σκαλτσά, τον Τράκκα και άλλους.

Η Μονή ανακαινίστηκε πρόσφατα και διαθέτει ξενώνα.

Ο επισκέπτης εκτός από τους Ναούς, μπορεί να θαυμάσει την υπέροχη θέα, να απολαύσει την διαδρομή μέσα στο καταπράσινο τοπίο και να αναζωογονηθεί από το υπέροχο κλίμα.

Η είσοδος στην μονή ειναι ελεύθερη. Στο μουσείο υπάρχει εισιτήριο.

Ώρες κοινού : 09:00 π.μ. – 17:00 μ.μ. το χειμώνα & 09:00 π.μ. – 18:00 μ.μ. το καλοκαίρι

Η Μονή πανηγυρίζει στις 7 Φεβρουαρίου και στις 3 Μαίου,

Πλουσιο φωτογραφικο υλικο Φιλιππος Καρακωστας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά