Το vima365.gr είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.Απλά γαρ εστί της αλήθειας επη

Όλα όσα θέλουμε να ξέρουμε για τις υδατοκαλλιέργειες

Η υδατοκαλλιέργεια παράγει σήμερα περίπου το 50% των ψαριών και θαλασσινών που καταναλώνονται παγκοσμίως και αποτελεί, σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), τον ταχύτερα αναπτυσσόμενο τομέα παραγωγής τροφίμων. Τρώμε περισσότερα ψάρια από ποτέ (η παγκόσμια κατανάλωση ανά άτομο έχει αυξηθεί από περίπου 9 κιλά το 1961 σε πάνω από 20 κιλά τις τελευταίες δεκαετίες). Η ζήτηση αυξάνεται, ενώ η πίεση στα ιχθυοαποθέματα είναι μεγάλη αγγίζοντας, σε ορισμένες περιοχές, κρίσιμα επίπεδα. Σε αυτό το πρόβλημα η ιχθυοκαλλιέργεια υπόσχεται λύσεις, προσφέροντας φρέσκο και προσιτό ψάρι, αρκετό για να καλύψει τις ανάγκες του αυξανόμενου παγκόσμιου πληθυσμού και να δώσει παράλληλα «ανάσα» στα άγρια ψάρια, ώστε να μπορέσουν να ανακάμψουν.

Στην Ελλάδα, για το 2024 η συνολική παραγωγή του κλάδου εκτιμάται, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ελληνικής Οργάνωσης Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ), όπως είναι δημοσιευμένη στο site τους, σε σχεδόν 141.000 τόνους (κυρίως τσιπούρα και λαβράκι και, σε μικρότερη κλίμακα, κρανιόςφαγγρί κ.ά.), στηρίζοντας 12.000 θέσεις άμεσης και έμμεσης εργασίας, κυρίως σε παράκτιες ή απομακρυσμένες περιοχές. Με το 80% της ελληνικής παραγωγής να εξάγεται, η Ελλάδα κατατάσσεται ανάμεσα στις σημαντικότερες παραγωγούς χώρες υδατοκαλλιέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πίσω όμως από τα εντυπωσιακά μεγέθη και την εξαγωγική δυναμική, αναπτύσσεται μια πιο σύνθετη συζήτηση γύρω από το τι σημαίνει στην πράξη αυτή η παραγωγή: για την ασφάλεια των τροφίμων, το περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες. Η υδατοκαλλιέργεια προβάλλει ως λύση στο πρόβλημα της υπεραλίευσης, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί ένα νέο σύστημα παραγωγής με τις δικές του προκλήσεις, το οποίο αξίζει να δούμε πιο προσεκτικά.

 

Είναι ασφαλή τα εκτρεφόμενα ψάρια;

Τα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας που προέρχονται από πιστοποιημένες μονάδες είναι, σύμφωνα με τους ειδικούς, ασφαλή. «Στο κομμάτι της ασφάλειας υπερτερούν», σημειώνει ο δρ Κρίτων Γρηγοράκης, ερευνητής Α΄στο Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.), εξηγώντας ότι η παραγωγή γίνεται σε ελεγχόμενες συνθήκες και με ελεγχόμενη τροφή, σε αντίθεση με τα άγρια ψάρια. Για τον ίδιο λόγο σε πολλές περιπτώσεις θεωρούνται πιο προφυλαγμένα από τα βαρέα μέταλλα. Επιπλέον, το γεγονός ότι αλιεύονται κατά παραγγελία, σημαίνει ότι φτάνουν πολύ γρήγορα στον πάγκο πώλησης.

Διαφέρει η γεύση τους και η διατροφική τους αξία από τα άγρια;

Σε γενικές γραμμές, τα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας έχουν πιο ήπια και πιο λιπαρή γεύση σε σύγκριση με τα άγρια, τα οποία, για λόγους όπως ο τρόπος ζωής και η μεγαλύτερη ποικιλία στη διατροφή τους, εμφανίζουν πιο σύνθετο γευστικό προφίλ. Επίσης, η υφή τους είναι λίγο λιγότερο «σφιχτή». Ο Λευτέρης Λαζάρου κάνει έναν εύστοχο παραλληλισμό με τα σταβλισμένα ζώα: «Τα ψάρια στις ιχθυοκαλλιέργειες παίρνουν έτοιμη τροφή, δεν βόσκουν, επομένως δεν νοστιμίζουν. Όπως τα μοσχάρια. Αν είναι μαντρωμένα και τρώνε ζωοτροφές, δεν είναι το ίδιο νόστιμα με αυτά που βόσκουν και τρώνε υφάλμυρο χορταράκι, π.χ. στο Αιτωλικό. Άρα τα ελεύθερα ψάρια που μπορούν να βοσκήσουν σε μια ποικιλία από βυθούς γίνονται πιο νόστιμα. Επίσης, συχνά οι ιχθυοκαλλιέργειες είναι σε υπήνεμους κόλπους, οι οποίοι έχουν μικρότερη περιεκτικότητα σε αλάτι, επομένως το ψαχνό των ψαριών δεν νοστιμίζει τόσο».

Ως προς τη διατροφική τους αξία, τα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας θεωρούνται εφάμιλλα των άγριων. Επειδή είναι συνήθως πιο λιπαρά, μπορεί να μας παρέχουν περισσότερα ω3 λιπαρά οξέα.

 

Τι τρώνε τα ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας;

Τρέφονται με βιομηχανική τροφή σε μορφή πέλλετ, σχεδιασμένη να καλύπτει τις διατροφικές τους ανάγκες. Η σύνθεσή της ποικίλλει, αλλά συνήθως περιλαμβάνει έναν συνδυασμό από: ιχθυάλευρα (αλεσμένα, αποξηραμένα ψάρια), που είναι πηγή πρωτεΐνης, ιχθυέλαια, που είναι πηγή πολυακόρεστων λιπαρών οξέων, φυτικά συστατικά (σόγια, σιτάρι, κριθάρι κ.ά.) και ένα μείγμα από βιταμίνες και ιχνοστοιχεία. Τα σαρκοφάγα ψάρια, όπως η τσιπούρα και το λαβράκι – τα δύο βασικά είδη που εκτρέφονται στην Ελλάδα– δεν μπορούν να ζήσουν μόνο με φυτική τροφή και χρειάζονται κάποιο ποσοστό ζωικής πρωτεΐνης.

Εδώ προκύπτει ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την αειφορία στην ιχθυοκαλλιέργεια, αφού, παρόλο που τα ψάρια εκτρέφονται, σε έναν βαθμό η παραγωγή τους εξαρτάται από ιχθυοτροφές που παρασκευάζονται μερικώς από άγρια αλιεύματα, τα οποία ήδη δέχονται πίεση. Το fish-in fish-out (FiFo) είναι ένας δείκτης που αποτυπώνει πόσα κιλά άγριου ψαριού χρειάζονται για να παραχθεί ένα κιλό εκτρεφόμενου. Υπάρχει, ωστόσο, μεγάλη απόκλιση εκτιμήσεων, καθώς δεν υπάρχει ένας ενιαίος τρόπος υπολογισμού του: οι ιχθυοκαλλιεργητές υποστηρίζουν ότι ο FiFo έχει βελτιωθεί σημαντικά (εκτιμούν πως για κάθε ένα κιλό εκτρεφόμενου ψαριού χρησιμοποιείται σημαντικά λιγότερη ποσότητα από ένα κιλό άγριου ψαριού), αλλά υπάρχουν και μελέτες που τοποθετούν αρκετά ψηλότερα την ανάγκη για άγριο ψάρι. Να διευκρινίσουμε όμως ότι συχνά τα άγρια ψάρια που χρησιμοποιούνται στις τροφές είναι μη εμπορεύσιμα (π.χ. ψάρια που έχουν πάρα πολλά κόκαλα), αλλά και υποπροϊόντα της φιλετοποίησης ψαριών, όπως ο σολομός. Με αυτόν τον τρόπο, ένα μέρος της παραγωγής εντάσσεται σε μια πιο «κυκλική» λογική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παραμένει ζητούμενο η περαιτέρω μείωση της εξάρτησης από άγριους πληθυσμούς.

Η ΕΛΟΠΥ στο site της οργάνωσης εξηγεί ότι η παραγωγή ιχθυοτροφών γίνεται με βάση αυστηρά πρότυπα και με πλήρη ιχνηλασιμότητα κάθε συστατικού. Ωστόσο, περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν μιλήσει κατά καιρούς για κενά στην αλυσίδα παραγωγής ιχθυοτροφών και ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης. «Η βιομηχανική αλιεία μεγάλων ποσοτήτων ψαριών για την παραγωγή ιχθυαλεύρων για τις ανεπτυγμένες αγορές έφτασε στο σημείο να στερεί πρωτογενή πρωτεΐνη από πληθυσμούς στη Δυτική Αφρική και αλλού», λέει ο διευθυντής της Greenpeace Ελλάδας, Νίκος Χαραλαμπίδης, τονίζοντας παράλληλα την ανάγκη για αξιόπιστες πιστοποιήσεις στις τροφές. «Υπάρχουν στον ορίζοντα λύσεις, όπως τα εντομάλευρα, τα οποία είναι πολύ καλή πηγή πρωτεϊνών, ή τα μικροφύκη ως πηγή ω3 λιπαρών, αλλά δεν γνωρίζουμε με τι ρυθμό θα υιοθετηθούν», εξηγεί ο Εμμανουήλ Μαλανδράκης, επίκουρος καθηγητής στο Εργαστήριο Εφαρμοσμένης Υδροβιολογίας του Τμήματος Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Παίρνουν τα ψάρια αντιβιοτικά;

Οι συνθήκες εκτροφής μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης και μετάδοσης ασθενειών. Γι’ αυτό και στην παραγωγή εφαρμόζονται πρακτικές πρόληψης και φροντίδας που έχουν στόχο να εξασφαλίζουν την υγεία των ψαριών, με βασικά εργαλεία τα εμβόλια και τα ενισχυτικά του ανοσοποιητικού. «Η χρήση αντιβιοτικών είναι σχετικά περιορισμένη και ποτέ προληπτική, αλλά μόνο όταν υπάρξει νόσημα», σημειώνει ο εκπρόσωπος του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε., δρ Γρηγοράκης, προσθέτοντας ότι τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί ακόμη περισσότερο χάρη στον εμβολιασμό. Όπως εξηγεί, τα αντιβιοτικά μεταβολίζονται και απομακρύνονται από τον οργανισμό του ψαριού σχετικά γρήγορα. Μάλιστα, σύμφωνα με τον ίδιο, στους δειγματοληπτικούς ελέγχους που έχει πραγματοποιήσει το ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. στο παρελθόν, δεν είχε εντοπιστεί παρουσία υπολειμμάτων.

«Η χρήση αντιβιοτικών περιορίζεται σε σπάνιες, απολύτως αναγκαίες περιπτώσεις και πάντα με συνταγογράφηση, υπό την καθοδήγηση ειδικών. Επίσης, εφαρμόζεται υποχρεωτικά χρόνος αναμονής, ώστε το φάρμακο να αποβληθεί πλήρως πριν το ψάρι φτάσει στην αγορά», τονίζει η Κωνσταντίνα Μπιτχαβά, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιχθυοπαθολογίας στη Σχολή Επιστημών των Ζώων του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει αυστηρούς κανόνες για τη χρήση φαρμάκων στα εκτρεφόμενα ψάρια. Αυτοί περιλαμβάνουν τα Ανώτατα Όρια Καταλοίπων (MRL), δηλαδή το μέγιστο επιτρεπτό επίπεδο υπολειμμάτων, και τον χρόνο αποδρομής, δηλαδή το διάστημα που πρέπει να περάσει μετά από θεραπεία πριν το ψάρι καταναλωθεί.

Σημειώνουμε πως αυτή την περίοδο βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα του Χάρβαρντ στο πλαίσιο της οποίας γίνονται αναλύσεις ψαριών (άγριων και εκτρεφόμενων), από διαφορετικές περιοχές του πλανήτη (η Ελλάδα είναι μέσα σε αυτές), για μεγάλο αριθμό χημικών, συμπεριλαμβανομένων αντιβιοτικών, απολυμαντικών και ηρεμιστικών (υπεύθυνοι καθηγητές είναι ο Chris Golden από τη Σχολή Δημόσιας Υγείας και η Elsie Sunderland από τη Σχολή Μηχανικής και Εφαρμοσμένων Επιστημών). Περιμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον τα αποτελέσματα, που αναμένεται να δημοσιευτούν σε λιγότερο από έναν χρόνο.

 

Τι ισχύει για όσα ακούμε για ορμόνες ή ακόμα και για φορμόλη;

«Ορμόνες και άλλοι αυξητικοί παράγοντες δεν χρησιμοποιούνται στην υδατοκαλλιέργεια. Δεν υπάρχει άλλωστε τέτοια ανάγκη, καθώς τα ψάρια αναπτύσσονται έτσι κι αλλιώς γρήγορα και αποδοτικά», απαντά η κ. Μπιτχαβά. Η ίδια εξηγεί πως σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται χρήση συγκεκριμένου φαρμακευτικού σκευάσματος που περιέχει και φορμαλδεΰδη (φορμόλη), το οποίο όμως έχει άδεια από τον ΕΟΦ και συνταγογραφείται: «Είναι ένα γενικό απολυμαντικό και χρησιμοποιείται κάποιες φορές σε αποπαρασιτώσεις. Η χρήση του όμως δεν είναι συχνή και είναι ελεγχόμενη. Από μελέτες που έχουν γίνει ξέρουμε ότι δεν αφήνει υπόλειμμα στη σάρκα των ψαριών. Το πρόβλημα που μπορεί να δημιουργήσει η φορμόλη είναι καθαρά σε αυτόν που θα κάνει την εφαρμογή – η φορμαλδεΰδη έχει ταξινομηθεί στην ΕΕ ως ουσία που μπορεί να προκαλέσει καρκίνο, κυρίως σε συνθήκες έκθεσης (εισπνοή), γεγονός που εξηγεί και τους αυστηρούς κανόνες χρήσης της. Επειδή είναι πτητική, ο εργάτης που θα χρησιμοποιήσει τη φορμόλη πρέπει να προστατεύεται με ειδικές μάσκες. Επίσης, πλέον κυκλοφορεί άλλο φαρμακευτικό σκεύασμα εγκεκριμένο από τον ΕΟΦ για τις αποπαρασιτώσεις, οπότε έχει μειωθεί περαιτέρω η χρήση της φορμόλης, η οποία, σιγά σιγά, σε ευρωπαϊκό επίπεδο βλέπουμε πως θα εκλείψει».

Επιβαρύνουν οι ιχθυοκαλλιέργειες το περιβάλλον;

Το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των υδατοκαλλιεργειών εξαρτάται από τις πρακτικές διαχείρισης που ακολουθούνται, με σημαντική παράμετρο «να μη χωροθετούνται μονάδες σε οικοσυστήματα που είναι ευαίσθητα», όπως επισημαίνει ο κ. Μαλανδράκης. «Από τις τροφές και τα περιττώματα των ψαριών στις μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας προκαλείται ιζηματοαπόθεση στον πυθμένα, η οποία, αν από κάτω υπάρχει κάποιο ευαίσθητο οικοσύστημα, όπως τα λιβάδια Ποσειδωνίας, το εξαφανίζει».

Τα υποθαλάσσια λιβάδια που σχηματίζει το φυτό Ποσειδωνία χαρακτηρίζονται ως «μαιευτήρια» ή «βρεφοκομεία» των ψαριών και είναι ζωτικής σημασίας για το θαλάσσιο οικοσύστημα της Μεσογείου. Η νομοθεσία προστατεύει τα λιβάδια Ποσειδωνίας και απαγορεύει την εγκατάσταση ιχθυοκαλλιεργειών ακριβώς από πάνω τους. Ωστόσο, μέρος της επιστημονικής κοινότητας θεωρεί ότι η συγκεκριμένη απαγόρευση δεν είναι αρκετή και αμφισβητεί το αν οι προβλεπόμενες αποστάσεις επαρκούν στην πράξη. Όπως επισημαίνει ξανά ο κ. Μαλανδράκης, στις απαγορεύσεις «πρέπει να περιληφθούν και άλλα λιβάδια θαλάσσιων αγγειόσπερμων και να καθοριστούν οι ελάχιστες αποστάσεις για την εγκατάσταση των μονάδων».

Πέρα από την πιθανή υποβάθμιση/καταστροφή ιδιαίτερα σημαντικών φυσικών ενδιαιτημάτων, όπως τα λιβάδια Ποσειδωνίας, αλλά και το σημαντικό ζήτημα των ιχθυοτροφών που αναλύσαμε πιο πάνω, οι οποίες αποτελούνται σε ένα ποσοστό από άγριους πληθυσμούς, με τις όποιες επακόλουθες επιπτώσεις στην τροφική αλυσίδα, το WWF Ελλάς επισημαίνει και διάφορες άλλες πιθανές αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον και στους φυσικούς πληθυσμούς υδρόβιων οργανισμών. Πιο αναλυτικά: η εισαγωγή ξενικών ειδών και η ρύπανση – ειδικά σε ρηχές και κλειστές περιοχές όπου τα υπολείμματα τροφής συσσωρεύονται, οδηγώντας σε υποβάθμιση της ποιότητας του νερού–, οι αλλαγές στις βιοκοινότητες των βενθικών οργανισμών αλλά και τα πλαστικά και μικροπλαστικά από τον εξοπλισμό που χρησιμοποιείται. Άλλες περιβαλλοντικές οργανώσεις εφιστούν την προσοχή στις μονάδες που έχουν εγκαταλειφθεί (λόγω χρεοκοπίας, προβλημάτων αδειοδότησης κ.λπ.), τις λεγόμενες ghost farms, που σε ορισμένες περιπτώσεις αφήνουν τόνους εξοπλισμού να αποσυντίθενται προκαλώντας προβλήματα στο θαλάσσιο οικοσύστημα και ρύπανση στις ακτές.

 

Αποστάσεις από τις ακτές, ΠΟΑΥ και άλλα χωροταξικά ζητήματα

Το χωροταξικό πλαίσιο της ιχθυοκαλλιέργειας στην Ελλάδα παραμένει ένα από τα πιο σύνθετα και ανοιχτά ζητήματα του κλάδου. Το βασικό εργαλείο οργάνωσης είναι οι Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ), που θεσπίστηκαν το 2011. Ωστόσο, από τις 25 που είχαν αρχικά προβλεφθεί, έχει θεσμοθετηθεί μόνο ένα μικρό μέρος και το πλαίσιο παραμένει σε μεγάλο βαθμό ημιτελές.

Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ) για τις Ιχθυοκαλλιέργειες του 2011 έχει γίνει αντικείμενο έντονης κριτικής. «Αντί να χρησιμοποιηθεί για να μπει μια τάξη στην ιχθυοκαλλιέργεια, πρακτικά νομιμοποίησε ό,τι υπήρχε –ακόμα και σε περιοχές Natura– και πολλαπλασίασε επί πολύ την έκταση η οποία διατίθεται για ιχθυοκαλλιέργειες», λέει ο Νίκος Χαραλαμπίδης από την Greenpeace Ελλάδας. «Έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, μία δεκαπενταετία αργότερα, ίσως πρέπει να ξανασκεφτούμε το χωροταξικό και να το βελτιώσουμε, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώση που αποκτήσαμε αυτά τα τελευταία 15 χρόνια. Θα ήμουν πιο επιφυλακτικός, για παράδειγμα, στη χρήση πολύ κλειστών κόλπων για υδατοκαλλιέργεια, γιατί με την κλιματική αλλαγή εκεί έχουμε ίσως μεγαλύτερες μεταβολές της θερμοκρασίας του νερού και αυτό δημιουργεί μια σειρά από προβλήματα, όπως είναι η έξαρση ασθενειών», συμπληρώνει ο κ. Μαλανδράκης.

Παράλληλα, η ελάχιστη απόσταση των μονάδων από τις ακτές παραμένει σημείο τριβής. Ενώ σε άλλες χώρες της Μεσογείου οι αποστάσεις είναι σημαντικά μεγαλύτερες, στην Ελλάδα υπάρχουν μονάδες ακόμη και «μια ανάσα» από την ακτογραμμή, εγείροντας περιβαλλοντικές ανησυχίες για την επιβάρυνση της παράκτιας ζώνης αλλά και σύγκρουση χρήσεων με δραστηριότητες όπως ο τουρισμός και η αλιεία.

Γιατί συχνά οι τοπικές κοινωνίες αντιδρούν στις ιχθυοκαλλιέργειες;

Οι αιτίες ποικίλλουν. Καθοριστικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι το χωροταξικό και ρυθμιστικό πλαίσιο στην Ελλάδα παραμένει ημιτελές. Παράλληλα, όπως είπαμε και προηγουμένως, αναπτύσσονται συχνά συγκρούσεις χρήσεων. Σημαντικό ρόλο παίζουν οι περιβαλλοντικές ανησυχίες για την επιβάρυνση του θαλάσσιου οικοσυστήματος και τη συσσώρευση επιπτώσεων σε ευαίσθητες περιοχές. Σε αρκετές περιπτώσεις, η απουσία ουσιαστικής διαβούλευσης με τις τοπικές κοινωνίες αποτελεί πηγή έντασης. «Τα σημαντικότερα άλυτα ζητήματα αφορούν τα κενά στη διακυβέρνηση και την εφαρμογή της νομοθεσίας», εξηγεί η κ. Εύα Δουζίνα, εκπρόσωπος της ΑΚΤΑΙΑ, μιας οργάνωσης πολιτών που εναντιώνεται στην αλόγιστη επέκταση των ιχθυοκαλλιεργειών. Η κ. Δουζίνα κάνει λόγο για μονάδες που συχνά χωροθετούνται σε ήδη επιβαρυμένες ή προστατευόμενες περιοχές, σε πολύ μικρή απόσταση από την ακτή, για σωρευτικές επιπτώσεις που δεν αξιολογούνται επαρκώς και για ελλιπή παρακολούθηση, η οποία «γίνεται σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο τον κλάδο, χωρίς συνέπειες όταν καταγράφεται περιβαλλοντική υποβάθμιση».

Λέει επίσης: «Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να εφαρμοστεί στην πράξη η υφιστάμενη ευρωπαϊκή περιβαλλοντική νομοθεσία: ο καθορισμός και η επιβολή σαφών οικολογικών ορίων, η υποχρεωτική αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων πριν από κάθε επέκταση, η ανεξάρτητη παρακολούθηση με πραγματικά όρια και συνέπειες, η ουσιαστική συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών και η ευθυγράμμιση της ανάπτυξης της υδατοκαλλιέργειας με τα όρια των οικοσυστημάτων. Διαφορετικά, η περαιτέρω επέκταση κινδυνεύει να παγιώσει μακροχρόνια περιβαλλοντική υποβάθμιση».

Ποια είναι τα επόμενα βήματα;

Όπως φαίνεται, η ιχθυοκαλλιέργεια έχει έρθει για να μείνει και τα επόμενα χρόνια αναμένεται να καλύψει το μεγαλύτερο μέρος της αυξανόμενης ζήτησης για ψάρι, σε έναν κόσμο όπου η άγρια αλιεία φτάνει στα όριά της. Tο κρίσιμο ζήτημα, και για την Ελλάδα, είναι το πώς θα διαμορφωθεί. «Καλώς ή κακώς είναι πλέον απαραίτητη. Δεν δαιμονοποιούμε την ιχθυοκαλλιέργεια. Αν σταματούσε τώρα, θα αυξανόταν η πίεση στα θαλάσσια οικοσυστήματα. Λέμε όμως ότι, με τον τρόπο που ασκείται αυτή τη στιγμή, είναι προβληματική», αναφέρει ο κ. Χαραλαμπίδης, δίνοντας έμφαση στην ανάγκη τόνωσης του ελεγκτικού μηχανισμού, που «δεν έχει πείσει ότι λειτουργεί». «Χρειάζεται ψυχραιμία, διαφάνεια και ένα βήμα πίσω από όλους, για να δούμε προς ποια κατεύθυνση μπορούμε να προχωρήσουμε», συνοψίζει.

Στο πλαίσιο του ρεπορτάζ απευθυνθήκαμε επίσης στην Ελληνική Οργάνωση Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ), που αρνήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις μας.

πηγη https://www.gastronomos.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά