Η Κανονικοποίηση της Διαφθοράς
του Χρήστου Κατσέα
Ας μην αναζητούμε προσχήματα· το φαινόμενο είναι παλαιό, βαθεία ριζωμένο, και επικίνδυνα εξημερωμένο! Ό,τι ο λαός αποκαλεί μ’ ελαφρότητα «ρουσφέτι» ή «μέσον», η νομική επιστήμη το ορίζει ακριβώς: αθέμιτη επιρροή, κατάχρηση εξουσίας, και, όπου συντρέχουν οι όροι, απιστία κατά του Δημοσίου. Δεν πρόκειται διά «έθιμο» ούτε διά «ιδιορρυθμία» του τόπου· πρόκειται για δομική στρέβλωση του πολιτικού και διοικητικού μηχανισμού.
Η παρέμβαση της Laura Kövesi, εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, δεν εισήγαγε κάποια καινοφανή αλήθεια· απλώς επανέφερε στο φως το προφανές, το οποίο εμείς, επί δεκαετίες, επιμελώς απωθούμε. Η λεγομένη «διαμεσολάβηση», όταν λειτουργεί ως όχημα εξυπηρετήσεων, είναι διαφθορά με πλήρη νομική και ηθική σημασία! Όταν, μάλιστα, παρακάμπτει θεσπισμένες διαδικασίες —διαφάνεια, αξιοκρατία, ίση μεταχείριση— δεν τραυματίζει μόνον την νομιμότητα· διαβρώνει το ίδιο το κύρος της πολιτείας (εάν υπάρχει!).
Ενταύθα ενεργεί ο μιθριδατισμός, όχι ως λόγιος στολισμός, αλλά ως κοινωνικός μηχανισμός ανοσίας στο άδικο. Η διαρκής έκθεση σε μικρές και μεγάλες παρεκκλίσεις εθίζει τον πολίτη· η ανοχή μετατρέπεται σε συνήθεια, κ’ η συνήθεια σε άτυπο κανόνα. Έτσι, η παρανομία δεν βιώνεται πλέον ως παρανομία, αλλά ως «πρακτική λύση!». Η αδικία δεν σκανδαλίζει· απλώς δυσαρεστεί όταν δεν μας ωφελεί!
Και τότε, το άτομο παύει να είν’ η εξαίρεση και γίνεται μέρος συστήματος. Ο πολιτικός δεν ακολουθεί παθητικά την κοινωνία· την διαπλάθει και την νομιμοποιεί. Όταν το «ρουσφέτι» αναγορεύεται σε μέσον πολιτικής επιβίωσης —ἀνταλλαγὴ ψήφων έναντι ἐξυπηρετήσεων— τότε η έννομος τάξη υποχωρεί, και αναδύεται ένα άτυπο, αλλά πανίσχυρο δίκτυο πελατειακών σχέσεων. Ο πολίτης μεταπίπτει από φορέας δικαιωμάτων σε πελάτη· κ’ η πολιτεία, αντί κοινός κανών, γίνεται μηχανισμός διευθετήσεων.
Η ηθική βλάβη είναι διπλή και βαθεία. Αφ’ ενός, ζημιώνεται το δημόσιο συμφέρον – ὅχι μόνον οικονομικώς, αλλά και θεσμικώς. Αφ’ ετέρου, αδικείται ο πολίτης που επέλεξε τον δρόμο της νομιμότητας. Η αξιοκρατία ακυρώνεται, η εμπιστοσύνη διαρρηγνύεται, και το «κοινωνικό συμβόλαιο» εξασθενεί έως αφανισμού!
Και όμως, επιμένει η αφελής —ή βολική—επίκληση: «έτσι γινόταν πάντα!». Αλλ’ η χρονιότητα δεν αποτελεί αθώωση· είν’ ακριβώς το μέτρο της παρακμής. Αν η διάρκεια ενοχοποιεί, τότε και η αδικία, επειδή επιβίωσε, θα ‘πρεπε να θεωρηθεί νόμιμη – πράγμα αδιανόητο!
Το ζήτημα, συνεπώς, δεν εξαντλείται σε νομικές διατάξεις – αν και η εφαρμογή τους είν’ αναγκαία κ’ επείγουσα. Απαιτείται πολιτισμική μεταστροφή: επαναθεμελίωση της σχέσεως πολίτου και κράτους επί βάσεως κανόνων, και όχι προσωπικών διαύλων. Συνεργασία άνευ υπονομεύσεων με θεσμούς ελέγχου, όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, και ενίσχυση της εγχώριας Δικαιοσύνης με πραγματική βούληση – όχι με ρητορικά επιχρίσματα.
Αλλ’ η σκληρά αλήθεια παραμένει: η διαφθορά δεν είναι μόνον επιβολή άνωθεν· είναι και συναίνεση κάτωθεν! Όταν ο πολίτης την αποδέχεται, την επιδιώκει ή την δικαιολογεί, τότε την αναπαράγει. Κ’ έτσι, η πολιτεία καθίσταται αντανάκλαση των ηθών της.
Εάν υπάρχει διέξοδος, δεν θα προκύψει από μεγαλόστομες διακηρύξεις, αλλ’ απ’ επίμονη προσήλωση στον κανόνα – καθημερινή, αθόρυβη, αλλ’ αμείλικτη! Άλλως, θα συνεχίσουμε να ζούμε μες σε μιαν παρακμή σχεδόν ηδονική, όπου ο καθένας βολεύεται πρόσκαιρα, μέχρις ότου το όλον καταρρεύσει! Και τότε, ως συνήθως, θ’ αναζητούμε αίτια – εκεί που θα υπάρχουν μόνον συνέπειες.