Κριτική: Διαφθορά – Πολιτικό Συστήμα
Η Νέκρωση της Εξουσίας
του Χρήστου Κατσεά
Υπάρχουν στιγμές —σπάνιες, σχεδόν τελετουργικές, θα ’λεγε κανείς σαν αστείο που δεν το κατάλαβε κανείς στην ώρα του— όπου η πολιτική παύει να είναι σύστημα και γίνεται σύμπτωμα. Σύμπτωμα βαρετής ιώσεως, ίσως, ή χρόνιας ατονίας!
Όχι πια πράξις, αλλά κατάλοιπο πράξεως, σαν την «ουρά του σαύρου!» που συνεχίζει να κουνιέται κι ας έχει αποκοπεί.
Όχι εξουσία, αλλά σκιά εξουσίας.
Και εκεί, ακριβώς εκεί, βρίσκεται σήμερα η χώρα —όχι, μη γελάτε, δεν κάνω πλάκα!— ενώπιον μιας κυβερνήσεως που ακόμη κινείται, ακόμη ομιλεί, ακόμη νομοθετεί, μα δεν ζει!
Καθότι, η ζωή της εξουσίας δεν μετριέται με ψήφους, ούτε με ποσοστά, ούτε με κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Αυτά είν’ τα ρούχα του βασιλιά.
Μετριέται με το ασώματο εκείνο στοιχείο που οι παλαιοί, όχι οι πολιτικοί —εκείνοι, ξέρεις, που διάβαζαν σωστά βιβλία— ονόμαζαν Κύρος!
Κι όταν το Κύρος εκλείψει, τότε η εξουσία, όσο κι αν επιμένει ν’ αναπνέει θεσμικά, έχει ήδη εκπνεύσει ιστορικώς.
Σαν τον γέρο που βάζει τ’ οξυγόνο στη μύτη και νομίζει ότι ζει, μα την ίδια στιγμή τον έχουν κιόλας κηδέψει στο μυαλό των άλλων.
Η σημερινή κυβέρνηση, λοιπόν, δεν βρίσκεται σε περίοδο φθοράς – αυτό θα ’ταν μια τίμια κατάσταση, σχεδόν ανθρώπινη, σαν το κρυολόγημα.
Βρίσκεται σε φάση νεκρώσεως! Και η διαφορά είναι χαώδης – δηλαδή σαν τη διαφορά ανάμεσα σ’ ένα σπασμένο πόδι και στο να είσαι νεκρός απ’ τον λαιμό και κάτω. Η φθορά επιδέχεται διόρθωσιν· η νέκρωσις, όχι!
Τη φθορά την πας στο γιατρό, τη νέκρωση στον «νεκροθάφτη» – κι αυτός σηκώνει τους ώμους.
Τι σημαίνει «ηθικοπολιτικώς νεκρή!»; Θα σας το κάνω λιανά.
Σημαίνει ότ’ η εξουσία έχει απολέσει τη σχέση της με το κοινό αίσθημα δικαίου!
Σημαίνει ότ’ οι πράξεις της δεν πείθουν, όχι γιατί είν’ αναγκαίως εσφαλμένες —μπορεί και να είναι, δε λέω— αλλά γιατί δεν γίνονται πλέον πιστευτές.
Κ’ εδώ βρίσκεται το τραγικόν, με ώτα βαρέα: η απώλεια της εμπιστοσύνης προηγείται της αποτυχίας!
Πρώτα παύεις να πείθεις – κ’ ύστερα αρχίζεις να σφάλλεις. Αντίστροφα δηλαδή απ’ ό,τι λένε τα βιβλιαράκια.
Η χώρα, μετά από γεγονότα που χαράχθηκαν στη «συλλογική μνήμη ως τραύματα» —όχι ως ειδήσεις, προσοχή, αλλά ως μαχαιριές!— έχει εισέλθει σε μια νέα φάση «αυτοσυνειδησίας».
Ο πολίτης δεν ζητεί πια διαχείριση. Ζητεί νόημα. Ζητεί ευθύνη. Ζητεί, εν τέλει, κάτι που το πολιτικό προσωπικό έχει ξεχάσει να προσφέρει – σαν τη γάτα που ξέχασε να πιάνει ποντίκια. Ζητεί Αλήθεια!..
Και τι λαμβάνει;: Ανακοινώσεις. Δελτία Τύπου.
Σχηματικές απολογίες…
Μια γλώσσα αποστειρωμένη, διοικητική, σχεδόν μεταφυσικώς κενή – θυμίζει εκείνα τα δελτία των νοσοκομείων που λένε: «ο ασθενής κατέληξε!» αντί «τον χάσαμε!».
Σαν να ομιλεί όχι άνθρωπος προς άνθρωπο, αλλά μηχανισμός προς αριθμό! Ένα «chatbot», δηλαδή, με περισσότερο πρεστίζ!
Και τότε —μετά απ’ όλα αυτά— επέρχεται η ρήξη.
Όχι στους δρόμους, γιατί ο κόσμος έχει βαρεθεί κι αυτός. Αλλά στο σιωπηλό νου. Διότι η σιωπή της κοινωνίας δεν είν’ ανοχή.
Είναι καταδίκη εν αναμονή. Είναι «φύγε απ’ εδώ, δε σε βλέπω, μα δεν έχω διάθεση να σου το πω!».
Η εξουσία, όταν μακροημερεύει —και τούτη η εξουσία μακροημερεύει σαν τον Μαθουσάλα— παθαίνει κάτι βαθύτερο από κόπωση.
Παθαίνει λήθη. Ξεχνάει γιατί υπάρχει. Ξεχνάει ότι δεν είν’ αυτοσκοπός, αλλά μέσον. Σαν την τηλεόραση που νομίζει ότι υπάρχει για να βλέπει τον εαυτό της.
Και τότε αρχίζει ν’ αναπαράγει τον εαυτό της, όχι την πολιτική. Να διατηρείται, όχι να δημιουργεί.
Να επιβιώνει, όχι να υπηρετεί.
Κ’ έτσι φθάνουμε στο σημερνό φαινόμενο —που αν δεν το ζούσαμε, θα το λέγαμε σενάριο του Λανθίμου: μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να κυβερνά, μα έχει παύσει να ηγείται.
Που αποφασίζει, μα δεν εμπνέει.
Που διαχειρίζεται, μα δεν πείθει, (πότε υπήρξε, άλλωστε!). Σαν πλοίαρχος που συνεχίζει να γυρίζει το τιμόνι, μα το καράβι έχει βουλιάξει από χθες.
Το ερώτημα, λοιπόν —το μόνο ουσιαστικό, όχι αυτά που λένε στις καφετέριες— δεν είν’ αν θα πέσει. Αυτό είναι θέμα χρόνου και συγκυρίας, σαν να ρωτάς αν θα βραχεί η θάλασσα.
Το ερώτημα είν’ αν υπάρχει κάτι να την εναλλαχθεί.
Διότι η πραγματική κρίση, και πτώση και ξετσιπωσιά, δεν είναι της κυβερνήσεως. Είναι του πολιτικού σώματος συνολικώς!..
Κ’ εδώ είναι που πέφτουμε στα κρύα του λουτρού.
Η «αντιπολίτευση» —μη γελάτε, παρακαλώ— παραμένει κατακερματισμένη, αμήχανη, συχνά εγκλωβισμένη σ’ ένα λόγο είτε καταγγελτικό (που κουράζει) είτε ανύπαρκτο (που κουράζει περσότερο).
Δεν αρθρώνει εναλλακτική πρόταση εξουσίας, (πως θα ’ταν δυνατό, άλλωστε!), αλλ’ αντανακλαστική αντίδραση.
Κ’ έτσι, το κενό δεν καλύπτεται – βαθαίνει! Σαν λάκκος που τον σκάβεις για να τον γεμίσεις, μα ξεχνάς το χώμα.
Εδώ ακριβώς ελλοχεύει ο κίνδυνος.
Όχι η αλλαγή – εκείνη είν’ «υγιής», σαν το μπάνιο το πρωί. Αλλ’ η μετάπτωση σε μία κατάσταση όπου η κοινωνία αποσύρεται συνολικώς απ’ την πίστη της στην πολιτική.
Όπου η δυσπιστία γίνεται κανόνας, και ο κυνισμός καθημερινότητα – δηλαδή, αυτό που λέμε: «Ελλάδα 2026».
Τότε, η «δημοκρατία» (κατ’ επίφασιν), δεν καταλύεται με πραξικόπημα. Διαβρώνεται εκ των έσω. Σιγηλά.
Ανεπαίσθητα!
Με την αδιαφορία. Με το «άσ’ το, τι να κάνουμε».
Με το ξεφύλλισμα και ξεφτίλισμα!
Ας ειπωθεί, λοιπόν, καθαρά —και ας το πάρουν «πρέφα» οι «βουλευτάδες»: η νέκρωσις της εξουσίας είναι πάντοτε προανάκρουσμα μιας βαθύτερης κρίσεως. Δεν αφορά πρόσωπα.
Αφορά θεμέλια!
Και τα θεμέλια, όταν σαπίζουν, δεν επισκευάζονται με ρητορική. Ούτε με δελτία Τύπου. Ούτε με συνεντεύξεις στους καναπέδες…
Αναδομούνται — ή Καταρρέουν!.—
Την ιστορία δεν τη νοιάζει αν εμείς νομίζαμε ότ’ ήμασταν αθάνατοι!
Καθ’ εξουσία που ξεχνάει το μέτρο της, βρίσκει το τέλος της —όχι στους αντιπάλους της, που είναι συνήθως, κι αυτοί γελοίοι!— αλλά στην ίδια της την αποσύνθεση.
Και τότε —μόνον τότε, στο φινάλε, με τα φώτα χαμηλωμένα— η κοινωνία, σαν αρχαίος χορός τραγωδίας που ’χει πιει κιόλας το κρασί του, ψιθυρίζει εκείνο που οι πολιτικοί δεν αντέχουν ν’ ακούσουν:
Ότι ο βασιλεύς δεν απέθανε σήμερα! Απέθανε προ πολλού!
Απλώς, κανείς δεν είχε το κουράγιο να τον βγάλει όξω!..
Χρῆστος Κατσέας, ἀρθρογραφῶν γιὰ τὸ vima365.gr
Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.