Το vima365.gr είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.Απλά γαρ εστί της αλήθειας επη

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης απελευθερώνει και «κρατεί» τ’ Άγραφα, για λογαριασμό τού ελεύθερου ελληνισμού (1822-1823)

  Toυ Δημήτρη Κ. Αγγελή.

Β΄ ΜΕΡΟΣ (συνέχεια του από 7-1-2026 πρώτου μέρους).
Μάχη στο Σοβολάκο (Άγιο Βλάση), στα σύνορα Αγράφων – Βάλτου (17-1-1823).
Μετά την αποτυχημένη πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου απ’ τους Τούρκους
(Οκτώβρης – Δεκέμβρης 1822), στράτευμα 3.000 Οθωμανών, μ’ αρχηγούς τους Άγο
Μουχουρδάρη, Ισμαήλ – πασά Πλιάσσα και Χαντζή Μπένο, «μη δυνάμενο να διαβή τον
Άσπρον (Αχελώον) διευθύνθη να περάση διά των Αγράφων εις Λάρισσαν», ενώ καθ’ οδόν
«[…] εκδικούμενοι […] κατέκαιον και ελεηλάτουν τα εκείσε προσκυνημένα (ελληνικά) χωρία,
και παιδία και γυναίκας, και γέροντας, καίτοι προσκυνημένους φονεύοντες».
«Ακούραστος ο Καραϊσκάκης, νύχτα – ημέρα εις τα χιόνια, είχεν προσηλώσει τον νουν
του όλως διόλου εις το πολιορκητικόν στράτευμα το κατά του Μεσολογγίου», σημειώνει ο
Ν. Κασομούλης.
Ήταν τότε στο μοναστήρι της Τατάρνας, μπήκε στην εκκλησιά και προσευχήθηκε:
«-Τώρα θα σε ιδώ, Μαυρομάτα· αν νικήσουμε θα σε προσκυνώ για Παναγία, ειδέ… (τη
φοβέρισε)».
Στη συνέχεια «ο μέγας άνδρας ο Καραϊσκάκης, ο ίδιος επί κεφαλής των άλλων, ως αετός
σχίσας τα χιονισμένα βουνά», «συνάξας έως χιλίους στρατιώτας προκατέλαβε (την 16-1-
1823) την διάβασιν αυτών εις τον Άγιον Βλάσην» – Σοβολάκο ή Κορομηλιά (Ψηλόβραχος)
και τους περίμενε.
Συμπληρώνει ο Λάμπρος Κουτσονίκας ότι, ενώ ο Καραϊσκάκης ήταν στο Σοβολάκο, «[…]
πλησίον αυτού ευρίσκετο και εις ηγούμενος της μονής Τατάρνης, προς τον οποίον απετάνθη
ειπών, α ηγούμενε! μεγάλην επιθυμίαν έχω να αποκρούσω τους Οθωμανούς αυτούς, αλλά
δεν έχω πολεμοφόδια, ο δε ηγούμενος τω είπεν, ότι έχει αυτός τρία τέσσαρα κιβώτια εις εν
σπήλαιον πλησίον εκεί, προς τον οποίον αποτανθείς πάλιν ο Καραϊσκάκης τω είπε, στείλε
αμέσως να τα φέρης, και αμέσως διέταξε τους περί αυτόν στρατιώτας να ετοιμασθώσιν
[…]».
Δεν μπορούμε, ωστόσο, να αγνοήσουμε τούτο τον προβληματισμό:
Γιατί ο Καραϊσκάκης ενήργησε έτσι; Γιατί στράφηκε ενάντια στον Τούρκο; Γιατί δεν τους
άφησε να περάσουν απ’ τ’ Άγραφα στη Λάρισα;


Ιδού η απάντηση:
Η δράση του αυτή είχε βάση και απόρροια τα ισχύοντα «καπάκια», δηλαδή την,
υπογραφείσα μεταξύ του Καραϊσκάκη και του Χουρσίτ πασά της Θεσσαλίας,
προαναφερόμενη συμφωνία – συνθήκη, που έλεγε:
«Τούρκοι εις τα Άγραφα να μη εμβαίνουν», «οι Τούρκοι να μην περάσουν πεια μέσα από
το σύνορο τ’ Αγραφιώτικο» και ο Καραϊσκάκης «να φυλάξει από τα βουνά να μην
εισχωρούν εις αυτά οι λησταί ή άλλο σώμα άτακτον».
Αβίαστα, λοιπόν, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα, ότι ο Καραϊσκάκης με πρόσχημα τη
νομιμότητα, που εκπορεύθηκε απ’ τα προαναφερόμενα «καπάκια» (τα οποία τήρησε
απολύτως τυπολατρικά και υποκριτικά), βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία και τους χτύπησε
ανελέητα, θεωρώντας τους, όχι μόνον Τούρκους, μη έχοντες νόμιμο δικαίωμα εισόδου στ’
Άγραφα, αλλά και «ληστές» και «σώμα άτακτον», πλιατσικολόγους, άρπαγες και
λαφυραγωγούς, δηλαδή.
Να πως εξελίχτηκαν τα πράγματα.
Αρχικά, «ο Άγος (Μουχουρδάρης) εστοχάσθη ότι (ο Καραϊσκάκης) το κάμνει διά χρήματα

(δηλαδή την απαγόρευση της εισόδου, στ’ Άγραφα)· του επρόσφεραν και πεντακόσιαις
χιλιάδαις γρόσια ¨και αξιώματα¨ να αφήση την θέσιν» (το δρόμο ανοιχτό).
Εκείνος όμως, σύμφωνα με την καταγεγραμμένη αφήγηση του αυτόπτη συμπολεμιστή
του στη μάχη, Ζαχαρία Ι. Στουρνάρα, απάντησε:
«-Για τους εχθρούς μου δεν έχουμε δρόμους, έχουμε βόλια και μπαρούτι. Δεν θέλουμε
αξιώματα μόνο πατρίδα…θέλουμε».
Ύστερα ο Καραϊσκάκης συγκέντρωσε τα παλληκάρια του και τους είπε:
«-Ο εχθρός ως αύριον καταφθάνει και πρέπει τώρα να προσευχηθούμε όλοι και να
τάξομε από ένα κεράκι στον Άγιο Αντώνιο που γιορτάζει αύριο να μας βοηθήσει να
νικήσουμε. Να γεμίσουμε τα καρυοφύλλια με μπαλαρμά (μπάλες – σφαίρες), θα βαράτε
τους γαλονάδες (αξιωματικούς – διμοιρίτες) και να προσέχετε, βόλι να μην πάει χαμένο. Και
πρωί – πρωί κάντε το σταυρό σας και όλοι στη θέση τους και μεγάλη προσοχή όπως
είπαμε».
«Οι Τούρκοι αφού ματαίως εζήτησαν διά λόγου να τον πείσωσι να τους αφήση
ελευθέραν την διάβασιν, επεχείρησαν και διά της βίας». «Αφού δεν εδέχθη καμμίαν από
τας προτάσεις αυτάς, οι Τούρκοι εκινήθησαν», την 17-1-1823.
«Συγκροτηθείσης λοιπόν μάχης, υπερίσχυσαν οι εχθροί και έτρεψαν εις φυγήν το
μεγαλήτερον μέρος της στρατιάς του Καραϊσκάκη· αυτός όμως με εκατόν πεντήκοντα
στρατιώτας περίπου οχυρωθείς εις τινα δυνατήν θέσιν (σπηλιά) ανθίστατο εις την ορμήν
των εχθρών.
-Εδώ να αποθάνομεν όλοι, όσοι εμείναμεν! Λέγει ο αρχηγός.
Οι δε τραπέντες εις φυγήν Έλληνες βλέποντες ότι δεν ήτον ο Καραϊσκάκης μαζί των εις
την φυγήν εστράφησαν οπίσω με σκοπόν να δώσωσι βοήθειαν εις αυτόν […έτσι] οι εχθροί
ετράπησαν εις φυγήν […] εκπηδήσαντες και οι περί τον Καραϊσκάκην ερρίφθησας εις τους
εχθρούς και τους κατεδίωξαν ικανόν διάστημα φονεύσαντες υπέρ διακοσίους».
Στη συνέχεια εκατοντάδες πνίγηκαν στον Αχελώο, προσπαθώντας να τον περάσουν,
καταδιωκόμενοι απ΄ τους Έλληνες· συνολικά «δισχίλιοι και πεντακόσιοι έλλειψαν από τον
κατάλογον των Πασσάδων», σημειώνει ο Λ. Κουτσονίκας.
«Η νίκη του Αϊβλάση ήταν από τα πρώτα κατορθώματα του Καραϊσκάκη και μεγάλωσε τ’
όνομά του», «του Σοβολάκου ο πόλεμος ψήλωσε του Καραϊσκάκη τ’ όνομα και τόκαμε από
τα πρώτα στους Ρουμελιώτες Καπεταναίους».
Μάλιστα αναφέρεται απ’ τον Δ. Φωτιάδη και τον Ι. Βλαχογιάννη, ως εδραιωμένο
ιστορικό γεγονός, ότι, προηγήθηκε μονομαχία μεταξύ του Καραϊσκάκη και του, εκ των
συναρχηγών της τούρκικης στρατιάς, Χαντζή Μπένου, με νικητή τον Καραϊσκάκη, που την
περιγράφουν, ως εξής:
«Ο Χατζή Μπένος, που είτανε πραγματικό παληκάρι κι είχε γίνει θεριό με την προσβολή
που τους έκανε ο Καραϊσκάκης ονομάζοντάς τους κιοτήδες (δειλούς), φωνάζει στους
Έλληνες:
-Σταθείτε στα ταμπούρια σας, Γκιαούριδες! (άπιστοι) Μην κουνηθείτε! Πριχού (πριν)
ανάψει ο πόλεμος και πέσουνε κουφάρια, θέλω κάτι να σας πω. Πού είσαι, Καραϊσκάκη, γιε
της καλόγριας;
-Νάμαι, Χατζή Μπένο, του απαντάει ο Καραϊσκάκης βγαίνοντας όξω από τη σπηλιά. Τι με
θες, ωρέ γιε της τουρκάλας; ¨Υιέ της τούρκας, έκραξεν ο ήρως¨.
-Καραϊσκάκη, ποιους ονόμασες κιοτήδες;
-Εσένα και τους άλλους που είναι μαζί σου.
-Αμ σαν είσαι εσύ παληκάρι, έλα να χτυπηθούμε οι δυο μας.
-Καρτέρα με, Χατζή Μπένο!
-Σε καρτερώ, Γκιαούρη!
Πηδάει κάτω ο Καραϊσκάκης και προχωράει ο Τούρκος. Πρώτος τράβηξε ο Χατζή
Μπένος, μ’ αστόχησε. Βροντάει κι ο σισανές του Καραϊσκάκη, ¨βόλι φλογερόν κατά του
Τούρκου ρίπτει, βόλι θανάτου¨ και τρώει κατακούτελα το βόλι ο Χατζή Μπένος. Πέφτει

βαρύς στο χώμα και Τούρκοι κι Έλληνες ορμάνε».
Θα ήταν παράλειψή μας, βεβαίως, εάν δεν παρουσιάζαμε εδώ και την άποψη που θέλει
τον Χατζή Μπένο να πυροβόλησε και σκότωσε ο Ζ. Ι. Στουρνάρας.
Να πως διηγείται αυτή την καταστροφή των Τούρκων, ο σύγχρονος Γεώργιος
Βουλπιώτης:
«Ο ποταμός ήταν κατεβασμένος και απέραντος (αδιάβατος) […] αποφάσισαν με τρεις
χιλιάδας να ανοίξουν δρόμον διά των Αγράφων, να περάσουν εις τα Τρίκαλα […] αλλ’ ο
Καραϊσκάκης ειδοποιηθείς προτήτερα το κίνημα των Τούρκων, επήρεν εξακοσίους από τα
Άγραφα και ήλθεν εις του Σοβολάκου […] εκαρτέρεσεν τους Τούρκους, τους επολέμησεν και
τους ωπισθοδρόμησεν κακήν κακώς […], νικημένοι […] επνίγησαν υπέρ τους επτακοσίους
[…], πολλοί από τους πεζούς επιάνονταν από ταις ουραίς των αλόγων διά να βοηθηθούν την
ανάβασιν του ποταμού, και οι καβαλαραίοι τους εκτυπούσαν με τα γιαταγάνια εις τας
χείρας διά να μην πνιγούν και αυτοί». «Μάλιστα 800, όλοι μαζί δεθέντες, ένας τον άλλον,
να μη τους σύρη και πνιγούν, ο ποταμός, τους πήρεν όλους μαζί δεμένους, πεσόντες εις
μίαν στροφήν του ρεύματος».
Ύστερα, αναφέρει ο Κασομούλης, «νικητής και τροπαιούχος ο Καραϊσκάκης επιστρέφει
εις την θέσιν του» και ότι «[…] πλέον με την νίκην του, ως θριαμβευτής, εχαίρετο (πέτυχε –
κέρδισε) προσωπικώς την υπόληψιν των οπλαρχηγών και του Διευθυντού της Δυτικής
Ελλάδος, οι δε Τούρκοι από τον φόβον των άρχισαν να τον κολακεύουν.
Άνθρωπος των περιστάσεων δεν έχασεν καιρόν· αμέσως έστειλεν και εζήτησε
πολεμοφόδια από την (ελληνική) Διοίκησιν.
Η φήμη διέσπειρεν παντού αμέσως ότι, όταν ήλθεν η ώρα, ο Καραϊσκάκης έρριξεν το
προσωπείον (της ψευτοσυνθήκης – «καπάκια» – της δήθεν υποταγής του στους Τούρκους),
και προσωπικώς κινδυνεύσας αφάνισεν τους εχθρούς».

Αρχηγός των όπλων των Αγράφων, με διαταγή της ελληνικής κυβέρνησης (1823).
Τούτη την εποχή (Φεβρουάριος 1823 και αμέσως μετά την, προαναφερόμενη, ηρωική
του νίκη), έλαβε την επόμενη αναβάθμισή του και στην ουσία την πρώτη του μεγάλη,
επίσημη και εθνική «βαθμολογική» αναγνώριση και έπαινο, αφού για πρώτη φορά:
«Αι διαταγαί του Διευθυντού της κυβερνήσεως (του Διευθυντή της Γερουσίας της
Δυτικής Ελλάδος Αλ. Μαυροκορδάτου) τον διόριζαν να αρχηγεύει εις τα Άγραφα, να
προσέχη και να κάμη το χρέος του, και τα λοιπά», αναγνωρίσθηκε δηλαδή, ως ο
αδιαμφισβήτητος αρχηγός των Αγράφων, βεβαιώνει ο Κασομούλης· ενώ ο Γαζής αναγράφει ότι «το β΄ έτος του πολέμου απεκατέστη Αρχηγός πληρεξούσιος της επαρχίας των Αγράφων» και ο Κόκκινος δηλώνει ότι «τον είχεν αναγνωρίσει ως αρχηγόν των όπλων των Αγράφων η ελληνική κυβέρνησις».

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, «εστήριξεν («στεφάνωσε» – στερέωσε) τον εαυτόν του με την
εθνικήν (ελληνική – κυβερνητική) ευχήν. Ολίγον τον έμελεν αν είχεν (το τούρκικο)
μπουγιουρντί διά τα Άγραφα», αναφέρει ο Ν. Κασομούλης.
Επομένως, απ’ τον Φεβρουάριο κ.έ. του 1823 άρχισε ο Καραϊσκάκης να διαφεντεύει στα
ελεύθερα Άγραφα, ως γενικός αρχηγός των όπλων των Αγράφων, ως αρματολάρχης και
τοποτηρητής της ελληνικής κυβέρνησης, με επίσημη – εθνική διαταγή της Γερουσίας της
Δυτικής Ελλάδος, της οποίας, προφανώς, ανέμενε νεώτερες εντολές, επικουρίες και το
αιτηθέν (ως άνω) πολεμικό υλικό, δηλώνοντας, μάλιστα, δύο μήνες μετά, την 20-4-1823,
πως:
«-Έχομεν και στράτευμα και άλλας δυνάμεις, όταν μας διορίση (διατάξει) το Έθνος, να
βαρέσωμεν».
Εκπληκτικό. Τι είπε; «-Όταν μας διορίσει το Έθνος, […θα] βαρέσωμεν».
Δηλαδή; Μίλησε για το ελληνικό έθνος, το 1823. Ελληνικό έθνος. Όταν θα ελάμβανε την
εντολή του έθνους, θα «βαρούσε».
Γνώριζε, λοιπόν, από τότε πολύ καλά, ποιος ήταν και για ποιον εμάχετο.
Υπηρετούσε το ελληνικό έθνος, την ελληνική κοινωνία.
Λίγο αργότερα (12-6-1823) ο Καραϊσκάκης προήχθη και στην ελληνική στρατιωτική
ιεραρχία, λαμβάνοντας, κατόπιν σχετικής απόφασης «του Εκτελεστικού περί στρατιωτικών
προαγωγών», το βαθμό του Στρατηγού.

Συνεχίζεται και τελειώνει στο επόμενο άρθρο.

f/b: Δημήτρης Αγγελής

Για το vima365 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά