Η υστερομινωική σαρκοφάγος της Αγίας Τριάδας Ηρακλείου
Η σαρκοφάγος της Αγίας Τριάδας Μεσαράς Ηρακλείου (σχετικά κοντά στην Φαιστό) είναι γραπτή ασβεστολιθική λάρνακα-σαρκοφάγος μήκους 137 εκ. Πωρολίθινο τέχνεργο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού – χρονολογείται στο 1370 – 1320 π.Χ. (Υστερομινωική ΙΙΙ).
ΠΗΓΗ https://hellenictheologyandplatonicphilosophy.wordpress.com/%CE%AD
Η Αγία Τριάδα υπήρξε αναμφίβολα διοικητικό κέντρο ενταγμένο στο ανακτορικό διοικητικό δίκτυο, η εκεί έπαυλη εκεί που κτίστηκε κατά τη ΜΜ ΙΙΙ και τροποποιήθηκε κατά την ΥΜ ΙΑ υιοθετώντας πολλά κνωσιακά στοιχεία. Το νεκροταφείο της Αγίας Τριάδας [ΑΚΘ 5] βρίσκεται στο δυτικό άκρο του λόφου όπου βρίσκεται το ανάκτορο της Φαιστού, 100 μ. ΒΑ της νέο-ανακτορικής έπαυλης της Αγίας Τριάδας. Η χρήση του φαίνεται πως καλύπτει σχεδόν όλη τη μινωική εποχή. Απέχει περίπου 2 χμ. από το ανάκτορο της Φαιστού και ενδέχεται να χρησίμευσε ως νεκροταφείο και των δυο οικισμών.
Επίσης σε συγκεκριμένες περιόδους, λειτουργούσε ως τελετουργικό κέντρο. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τη χρήση του από δυο σημαντικά κέντρα, δικαιολογεί τη μακρότατη χρήση του. Αν και δεν έχει ολοκληρωθεί η ανασκαφή του, μέχρι στιγμής περιλαμβάνει κατάλοιπα πέντε τουλάχιστον τάφων και ταφικών κτηρίων. Τα πρωιμότερα από αυτά είναι δυο κυκλικοί/θολωτοί τάφοι, που βρίσκονται στους πρόποδες του λόφου προς τα βόρεια. Πρόκειται για τους Θολωτούς τάφους Α’ και Β’, που φαίνεται ότι κατασκευάστηκαν στην ΠΜ II, ενώ στο τέλος της Προ-ανακτορικής περιόδου σειρά προθαλάμων προστέθηκε στη ΝΑ τους πλευρά. Την ίδια περίοδο ένας περίβολος μήκους 13.65μ. προστέθηκε στη Δ πλευρά του Θολωτού τάφου Α’.
Τόσο οι κυκλικοί τάφοι, όσο και ο τοίχος συνέχισαν να χρησιμοποιούνται και κατά την Παλαιο-ανακτορική περίοδο. Νότια του θολωτού Α’, σε ψηλότερο σημείο στην πλαγιά του λόφου, βρίσκεται το Νότιο Κτίριο που κατασκευάστηκε στη MM ΙΑ περίοδο, ενώ νότια του θολωτού Β’, στο ψηλότερο σημείο του νεκροταφείου, βρίσκεται ο τάφος 5 [ΑΚΤ 17] που φαίνεται ότι κατασκευάστηκε στη Νέο-ανακτορική περίοδο. Ανάμεσα σε αυτόν και στο Θολωτό Β’, βρίσκεται ο τάφος-οικία (τάφος 4) της ΥΜ IIIA που περιείχε την περίφημη σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδας.[1]
Το παλαιό νεκροταφείο στην Αγία Τριάδα φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε κι αυτό επιλεκτικά κατά τα νέο-ανακτορικά χρόνια, ίσως από την εκεί διαμένουσα αριστοκρατική ομάδα, ίσως όμως και από εκείνη της γειτονικής Φαιστού. Ταφές φαίνεται πως έγιναν μόνο στο κτήριο 5, καθώς και μια μεμονωμένη ταφή σε πρόσκτισμα του θολωτού Β’ [ΑΚΤ 15]. Το κτίριο 5 είναι ένα κτίριο επίσης με έντονα χαρακτηριστικά ταφικής λατρείας. [2]
Ο οικιόσχημος Τάφος 4 ή, όπως είναι γνωστός, «Τάφος της Γραπτής Σαρκοφάγου» στην Αγία Τριάδα [ΑΚΤ 16], που είναι κατασκευασμένη αρχές της ΥΜ ΙΙΙΑ2[3] είναι μα υπέργεια κατασκευή, τετράγωνης κάτοψης, με έκκεντρη θύρα στη ΒΑ της πλευρά. Οι τοίχοι της κατασκευής είναι ιδιαίτερα παχύς (3,85 Χ 4,10 μ.), κατάλληλοι να αντέξουν το βάρος ενός υπερκείμενου ορόφου, ενώ ο εσωτερικός ωφέλιμος χώρος σχετικά μικρός (1,95 Χ 2,39 μ.).
Το δάπεδο είχε διαμορφωθεί πάνω στο φυσικό βράχο. Κατά την ανασκαφή, είχε παρατηρηθεί πως στην ανώτερη επιφάνεια των τοίχων είχε διαμορφωθεί περιχείλωμα, προφανώς για τη στήριξη ξύλινων δοκών, γεγονός που, από τη βέβαιη στέγαση του χώρου με δώμα, καθιστά πιθανή την ύπαρξη ανωδομής από ελαφρά υλικά, πιθανότατα ωμοπλίνθους.
Έχει διατυπωθεί άλλωστε η άποψη πως το κτήριο που αναπαριστάται στη λήκυθο-σαρκοφάγο απεικονίζει τον ίδιο τον τάφο που την περιείχε. Στο εσωτερικό του τάφου είχαν τοποθετηθεί δυο σαρκοφάγοι.
Η πρώτη, πήλινη, είχε τοποθετηθεί σε λαξευμένο στο δάπεδο λάκκο, που είχε ανοιχτεί ακριβώς απέναντι από τη θύρα. Ο ανασκαφέας πίστευε πως είχε χρησιμοποιηθεί ως οστεοθήκη. Αν και δεν υφίσταται οστεολογικό υλικό που να τεκμηριώνει μια τέτοια υπόθεση, το γεγονός πως ήταν τοποθετημένες σε ρηχό λάκκο, από τον οποίο κα εξείχε το σαμαρωτό πώμα της σαρκοφάγου, ίσως αποτελεί ένδειξη για μια τέτοια ερμηνεία.
Η δεύτερη σαρκοφάγος, λίθινη, επιχρισμένη με λευκό κονίαμα και διακοσμημένη με γραπτές παραστάσεις, είχε τοποθετηθεί επί του δαπέδου, σε παράλληλη διάταξη με το λάκκο και είναι αυτή στην οποία ο τάφος οφείλει το όνομά του. Η σαρκοφάγος περιείχε τμήματα από 2 κρανία.[4]
Στον «Τάφο της Γραπτής Σαρκοφάγου» στην Αγία Τριάδα [ΑΚΤ 16] έχει βρεθεί ένα απροσδιόριστης χρήσης ραβδόσχημο αντικείμενο, πιθανώς εργαλείο, με ελεφάντινη λαβή.[5]
Ο La Rosa (2000) θεωρεί πως o νεκρός της λίθινης σαρκοφάγου είχε δεχτεί ως δώρο από τη βασίλισσα Tiyi (ή Taia, Tiy, Tiye) τον από στεατίτη σκαραβαίο μαζί με την δέλτο της – που τοποθετήθηκε στο γειτονικό Τάφο 5, στον «τάφο των χρυσών αντικειμένων» [ΑΚΤ 17]. [6]
Σχετικά με τη χρονολόγηση του αντικειμένου βλ. Soles 1992, 124. Oι Platon – Pini 1984 την αναφέρουν ως ελεφάντινη κομβιόσχημη με 6 αιγυπτιακά ιερογλυφικά.
Βέβαια να επισημάνουμε πως η Φαιστός πιθανώς σχετίζεται με το αποκρυπτογραφημένο στις πινακίδες όνομα «pa-i-to» και η Αγία Τριάδα πιθανώς με το «da-wo» (Βennet 1985, 247). Ωστόσο, ο Bennet έχει προτείνει την πιθανότητα το τοπωνύμιο «pa-i-to» να μεταφέρθηκε από τη Φαιστό στην Αγία Τριάδα κατά την ΥΜ ΙΙΙ, (1992, 97, σημ. 96). Οι πολιτικές σχέσεις μεταξύ των δυο κέντρων της Μεσσαράς είναι ασαφείς και είναι πιθανόν να υπήρχε ένας ενιαίος έλεγχος από μία μόνο αριστοκρατική ομάδα και τα δυο νεκροταφεία να αντιπροσωπεύουν δυο διαφορετικές φατρίες μιας ενιαίας πολιτικής ενότητας. [7]
Η ύπαρξη αυτών των Αιγυπτιακών δώρων στον «τάφο των χρυσών αντικειμένων» της Αγίας Τριάδας Μεσσαράς Ηρακλείου – εκ μέρους της Αιγύπτιας βασίλισσας Tiyi – εξηγεί ποιας καταγωγής είναι οι ερυθρού χρώματος δέρματος άνθρωποι (μουσικοί και ιερείς) που αναπαρίστανται επί της γραπτής σαρκοφάγου της Αγίας Τριάδας να παίρνουν μέρος στην λατρεία των Θεών και των νεκρών μαζί με τους Κρήτες ιερείς και ιέρειες!
Απόλυτα λογικά βέβαια καθώς οι Θεοί όλων των λαών, όλων των ανθρώπων, στον βαθμό που αυτοί ήταν ή είναι ένθεοι, στον βαθμό δηλ. που ανέρχονταν ή ανέρχονται όντως προς τους Θεούς και τα νοητά, είναι οι ίδιοι. Όμως οι άνθρωποι τους κατανοούν διαφορετικά, βλέπουν μια πλευρά του θείου λόγω αφενός διαφορετικού τρόπου μέθεξης αφετέρου λόγω πολλαπλών οντικών πτώσεως – βλ. Ησιόδεια γένη.
Έτσι ο κάθε λαός ή άνθρωπος – στην «χ» χρονική στιγμή ή Κοσμολογική περίοδο – έχει Θεό ή Θεούς ανάλογα με το αν “βλέπει” μόνο την υπερούσια & αμέθεκτη Ενάδα/Αγαθότητα/Θεό των υπερούσιων, μεθεκτών & αυτοτελών Ενάδων/Αγαθοτήτων/Θεών (την Ενάδα των Ενάδων, το Ένα ή Αγαθό : τον πρώτο Θεό) ή μόνο τις υπερούσιες, μεθεκτές αυτοτελείς Ενάδες/Αγαθότητες/Θεούς ή τον νου της εκάστοτε Ενάδας/Αγαθοτητας/Θεότητας ως οντική μονάδα της εκάστοτε θείας βαθμίδας και του εκάστοτε θείου πλήθους – π.χ. τον αμέθεκτο, νοητικό δημιουργό και πατέρα Ζεύς ως μονάδα τόσο των υπερκόσμιων όσο και των εγκόσμιων Θεών-, δίχως να βλέπει το πλήθος των Θεών, Αρχαγγέλων, Αγγέλων, Δαιμόνων, Ηρώων, υποσελήνιων αρχόντων ή Κοσμοκρατόρων, υλικών αρχόντων και ψυχών (άχραντες & ανθρώπινες) που δημιουργούνται από αυτή και συντάσσονται κάτω από αυτήν.
Εξ ου και οι παλαιοί Έλληνες τιμούσαν & θεράπευαν τους Θεούς μέσω και των παραδόσεων άλλων λαών. Επί παραδείγματι ο Πυθαγόρας, ο Πλωτίνος, ο Απόλλώνιος ο Τυανέας, ο τελευταίος νόμιμος Ιεροφάντης του Ελευσίνιου ναού Νεστόριος ο Ευμολπίδης, ο Ιάμβλιχος, ο Συριανός, ο Πλούταρχος ο Αθηναίος(ο νεότερος), η Ασκληπιγένια – κόρη του Πλουτάρχου του Αθηναίου, ο Ιουλιανός – και κυρίως ο Πρόκλος (ο σχολάρχης της Πλατωνικής Ακαδημίας και τελευταίος Δαδούχος & Ιεροφάντης των Ελλήνων) που όχι μόνον συνέγραψε – όπως και ο δάσκαλός του Συριανός- κείμενο περί θεολογικής ταυτίσεως Χαλδαϊκών Χρησμών, Ορφέως, Πυθαγόρα και Πλάτωνα αλλά όπως λέγει ο βιογράφος, μαθητής του και σχολάρχης της Πλατωνικής ακαδημίας Μαρίνος Νεαπόλεως :
«Τις καστείες τις οποίες πραγματοποιούσαν προς τη Μητέρα των Θεών οι Ρωμαίοι και πρότερα οι Φρύγες, τις τηρούσε και τις δυσοίωνες μέρες για τους Αιγύπτιους τις πρόσεχε περισσότερο και από εκείνους τους ίδιους, και νήστευε κάποιες προσωπικές ημέρες εξ επιφανείας.
Γιατί την τελευταία ημέρα κάθε μήνα ούτε κάν προδειπνούσε, όπως ακριβώς και την πρώτη ημέρα κάθε μήνα την εόρταζε με λαμπρότητα και ιερότητα, και για τις σημαντικές για όλους, για να το πούμε έτσι, κατά τα πάτρια έκαστου εορτές ενθέσμως δρούσε, και δεν χρησιμοποιούσε όπως άλλοι, ως πρόφαση για κάποια ανάπαυλα ή και για κάποια κατάχρηση του σώματος, αλλά για εντυχίες μέσα στην νύχτα και ύμνους και τα παρόμοια.
Το φανερώνει και η πραγματεία με τους ύμνους του , η οποία περιέχει εγκώμια όχι μόνον των τιμηθέντων Θεών παρά των Ελλήνων, αλλά εξυμνεί και τον Μάρνα τον Γαζαίο και τον Ασκληπιό τον Λεοντούχο, τον Ασκαλωνίτη και τον Θυανδρίτη, έναν άλλο πολυτιμημένο από τους Άραβες Θεό, και την Ίσιδα που ακόμα λατρεύεται στις Φίλες, και γενικά όλους τους άλλους. Γιατί είχε πολύ πρόχειρο και πάντοτε έλεγε ο θεοσεβέστατος άνδρας πως ο φιλόσοφος δεν πρέπει να είναι θεραπευτής μόνο μίας πόλεως ούτε των πάτριων μερικών, αλλά ιερέας από κοινού όλου του κόσμου Ιεροφάντης.»
Μάλιστα ο Ιάμβλιχος στο «Περί Μυστηρίων, 7.4.29 – 7.4.41» έργο του, απαντώντας στην ερώτηση του Πορφύριου περί της προτιμήσεως τόσο των άφθεγκτων όσο και των βάρβαρων ονομάτων των θεών, λέγει πως :
«Υπάρχει για αυτό μυστικός λόγος. Επειδή, δηλαδή, οι Θεοί υπέδειξαν ότι η διάλεκτος των ιερών εθνών, όπως των Ασσυρίων και των Αιγυπτίων, είναι ιεροπρεπής, για αυτό θεωρούμε ότι τις λεκτικές επαφές πρέπει να τις επιδιώκουμε στην συγγενική με τους Θεούς γλώσσα. Και επειδή αυτός ο τρόπος της ομιλίας είναι πρωταρχικός και παλαιότερος, και κυρίως επειδή όσοι έμαθαν τα πρώτα ονόματα των Θεών μας τα έχουν παραδώσει αφού τα ανέμιξαν με την δική τους γλώσσα, με την ιδέα ότι είναι αυτή οικεία και κατάλληλη για τα ονόματα, για αυτό διατηρούμε εδώ πάντα αμετάβλητο τον νόμο της παράδοσης. Γιατί, αν κάτι άλλο ταιριάζει στους Θεούς, σίγουρα το αιώνιο και αμετάβλητο είναι συγγενικό με αυτούς».
Και συνεχίζει – πιο κάτω – ο Ιάμβλιχος λέγοντας στον Πορφύριο :
«δικαιολογημένα έχει προτιμηθεί η γλώσσα των ιερών εθνών αντί αυτών των άλλων ανθρώπων. Γιατί τα ονόματα δεν διατηρούν σε κάθε περίπτωση το ίδιο νόημα, όταν μεταφράζονται, αλλά υπάρχουν κάποιοι ιδιωματισμοί σε κάθε έθνος, οι οποίοι δεν μπορούν να δηλωθούν σε άλλο έθνος μέσω της ομιλίας. Έπειτα, ακόμα και αν είναι δυνατόν να τα μεθερμηνεύσουμε, ωστόσο δεν διατηρούν την ίδια δύναμη. Τα βαρβαρικά, μάλιστα, ονόματα έχουν πολλή έμφαση και πολλή συντομία, και μετέχουν λιγότερο στην αμφιβολία, στην ποικιλία και στο πλήθος των λέξεων που τα εκφράζουν. Για όλους αυτούς τους, λοιπόν, τους λόγους αυτά ταιριάζουν στα ανώτερα όντα. Βγάλε, λοιπόν, από τη μέση τις σκέψεις που απομακρύνονται από την αλήθεια, ότι ο Θεός που προσκαλείται είναι Αιγύπτιος ή μιλά την αιγυπτιακή γλώσσα. Αντιθέτως μάθε το εξής, ότι, επειδή στους Αιγύπτιους πρώτους έλαχε η μετουσία στους Θεούς, οι Θεοί χαίρονται, όταν προσκαλούνται με τους θεσμούς των Αιγυπτίων. Ούτε, πάλι, όλα αυτά είναι τεχνάσματα μάγων. Γιατί πως αυτά που είναι στον μέγιστο βαθμό συνενωμένα με τους Θεούς και μας συνδέουν με αυτούς και σχεδόν έχουν τις ίδιες δυνάμεις με τα κρείττονα γένη, θα μπορούσαν να ήταν δημιουργήματα της φαντασίας, αυτά χωρίς τα οποία δεν γίνεται κανένα ιερατικό έργο ;[8] Ούτε όμως αυτά γίνονται προκαλύμματα των δικών μας παθών μέσω των λέξεων που αποδίδονται στο θείο. Γιατί ξεκινώντας όχι από όσα τυχόν εμείς πάθαμε αλλά, αντιθέτως, από όσα είναι οικεία στους Θεούς, έτσι προσφέρουμε τις κατάλληλες για αυτούς λέξεις σύμφωνα με τη φύση. Ούτε κάνουμε για το θείο σκέψεις αντίθετες από την κατάσταση στην οποία το ίδιο πραγματικά βρίσκεται. Αλλά όπως έχει από την φύση του και όπως έχουν λάβει τη σχετική με αυτό αλήθεια εκείνοι που πρώτοι καθιέρωσαν τους νόμους της ιερείς αγιστείας, έτσι παραμένουμε σε αυτούς. Γιατί περισσότερο από κάθε άλλο ιεροπρεπές νόμιμο, σε αυτούς ταιριάζει η αμεταβλησία. Και πρέπει τα λόγια των παλαιών προσευχών να διατηρούνται, σαν ιερά άσυλα, ίδια και απαράλλαχτα, χωρίς να αλλάζουμε κάτι από αυτές ούτε να προσθέτουμε σε αυτές κάτι από αλλού.»
Κεφάλας Δ. Ευστάθιος (Αμφικτύων) – 16/1/2014
**** (οι φωτο. από το ταφικό συγκρότημα της Αγίας Τριάδας προέρχονται από την διδακτορική διατριβή/μελέτη «Πρακτικές ταφής κατά την νέο-ανακτορική, τελική ανακτορική και μετά-ανακτορική περίοδο στην Κεντρική Κρήτη» του κ. Γεώργιου Ν. Ευαγγέλου).
[1] Βλ. Γεώργιου Ν. Ευαγγέλου «Πρακτικές ταφής κατά την νέο-ανακτορική, τελική ανακτορική και μετά-ανακτορική περίοδο στην Κεντρική Κρήτη», σελ. 77.
[2] Βλ. Γεώργιου Ν. Ευαγγέλου «Πρακτικές ταφής κατά την νέο-ανακτορική, τελική ανακτορική και μετά-ανακτορική περίοδο στην Κεντρική Κρήτη», σελ. 83.
[3] Η χρονολόγηση του τάφου, αρχικά βασιζόμενη στη γραπτή λάρνακα, ετοποθετείτο στην περίοδο ακριβώς πριν την τελική καταστροφή του ανακτόρου της Κνωσού. Αργότερα, ο La Rosa χρονολόγησε με ακρίβεια τον τάφο σε αρχική φάση της ΥΜ ΙΙΙΑ2, βάσει της κεραμικής που βρέθηκε μέσα στους τοίχους του τάφου (LaRosa 1990, 280 κεξ.).
[4] Βλ. Γεώργιου Ν. Ευαγγέλου «Πρακτικές ταφής κατά την νέο-ανακτορική, τελική ανακτορική και μετά-ανακτορική περίοδο στην Κεντρική Κρήτη», σελ. 259-260.
[5] Βλ. Γεώργιου Ν. Ευαγγέλου «Πρακτικές ταφής κατά την νέο-ανακτορική, τελική ανακτορική και μετά-ανακτορική περίοδο στην Κεντρική Κρήτη», σελ. 291.
[6] Βλ. Γεώργιου Ν. Ευαγγέλου «Πρακτικές ταφής κατά την νέο-ανακτορική, τελική ανακτορική και μετά-ανακτορική περίοδο στην Κεντρική Κρήτη», σελ. 320, σχόλιο 1344 και σελ. 419.
[7] Βλ. Γεώργιου Ν. Ευαγγέλου «Πρακτικές ταφής κατά την νέο-ανακτορική, τελική ανακτορική και μετά-ανακτορική περίοδο στην Κεντρική Κρήτη», σελ. 332, σχόλιο 1377.
[8] Στο ίδιο κείμενο και λίγο ποιο πάνω («Περί Μυστηρίων, 7.4.24 – 7.4.27») ο Ιάμβλιχος λέγει πως :
«διαφυλάσσουμε στην ψυχή μας ολοκληρωμένη τη μυστική και απόρρητη εικόνα των Θεών, και μέσω των ονομάτων ανυψωνόμαστε ως ψυχή προς τους θεούς , αφού δε ανέβουμε, συνδεόμαστε κατά το δυνατόν με τους Θεούς.»
Myst 7.4.24 ` to Myst 7.4.27 Καὶ ἔτι ἀθρόαν τὴν μυστικὴν καὶ ἀπόρρητον εἰκόνα τῶν θεῶν ἐν τῇ ψυχῇ διαφυλάττομεν, καὶ τὴν ψυχὴν δι᾽ αὐτῶν ἀνάγομεν ἐπὶ τοὺς θεούς, καὶ ἀναχθεῖσαν κατὰ τὸ δυνατὸν τοῖς θεοῖς συνάπτομεν.




































