Το vima365.gr είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.Απλά γαρ εστί της αλήθειας επη

Συνέντευξη του κ. Δημήτρη Καραγιάννη στον Χρήστο Κατσέα και στο «Vima365.gr»
Δημήτρης Καραγιάννης: — [Εμένα πάντως η «πατριαρχία» ως καθεστωτική αντίληψη μου έμαθε τι να μην είμαι…]

Από τον Χρήστο Κατσέα

Ο Δημήτρης Καραγιάννης έρχεται στο προσκήνιο της ποιητικής δημιουργίας με την πρόσφατη κυκλοφορία της συλλογής του «Μικρές Λέξεις», (εκδόσεις Ιωλκός, 2024), η οποία λειτουργεί ως το πρώτο του επίσημο βήμα στον χώρο της ποιητικής έκφρασης.

Η συλλογή, «Μικρές Λέξεις», προβάλλει από τη συνειδητή ανάγκη να εκφραστούν τα βαθύτερα νοήματα με μια λιτότητα που δεν παραδίδεται στην υπερβολή των εντυπωσιακών λέξεων.

Η δύναμη των «μικρών λέξεων» έγκειται στη συνειδητή απόφαση να εκφραστεί το αληθινό με τρόπο άμεσο,
χωρίς φτιασίδια και περίπλοκες φράσεις.

Η ποίηση αποτελεί πάντοτε ένα μέσο για να εισχωρήσουμε στην εσωτερική ζωή του δημιουργού, αποκαλύπτοντας
τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις ανησυχίες του.

Μέσ’ απ’ το έργο του Δημήτρη, ανοίγεται μπροστά μας ένας κόσμος γεμάτος λεπτές αποχρώσεις και διακριτικά συναισθήματα, που καθρεφτίζουν την ευαισθησία και τη στοχαστική του φύση. Είναι μία ποιητική απόπειρα που μας καλεί να εξερευνήσουμε το βάθος της προσωπικής έκφρασής μας.

* * *

Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον Δημήτρη, μέσα απ’ τον γραπτό του λόγο, και συγκεκριμένα μέσα απ’ τα ποιήματά του.

Η ποιητική συλλογή αποτελεί ένα «διακριτικό παράθυρο» που ανοίγει τον προσωπικό του κόσμο. Γιατί, όμως,
επιθυμούμε να εισχωρήσουμε σ’ αυτόν τον κόσμο;  Διότι μέσα του, θ’ ανακαλύψουμε κάτι που μας ανήκει απόλυτα!

Δημήτρη, σ’ ευχαριστώ! Έχω την αίσθηση —κ’ η αίσθησή μου είναι υπέρμετρα πειθαρχημένη— ότι ο χρόνος μαζί σου θα μας φέρει καινούργια «πράματα»!

* * *

Χ. Κ. — Τι σ’ ενέπνευσε να δημιουργήσεις αυτή τη συλλογή ποιημάτων και πώς προέκυψε ο τίτλος «Μικρές Λέξεις»;
 Δ. Κ. — Αρχικά Χρήστο, να σε ευχαριστήσω προσωπικά για αυτή τη συνέντευξη, καθώς και το μέσο που μας φιλοξενεί, δίνοντας την ευκαιρία έκφρασης μιας νέας φωνής. Οι «Μικρές Λέξεις» γεννήθηκαν πρώτα ως τίτλος
και έπειτα ως έργο. Προέκυψαν από μια συζήτηση με μία πολύ κοντινή μου συνεργάτιδα, όταν έτυχε να διαβάσει κάτι που είχα αφήσει στο σημειωματάριο, πάνω στο γραφείο μου. Σχολίασε, λοιπόν, ότι «επιλέγω κάποιες μικρές λέξεις που κάνουν όλη τη διαφορά».

Το κράτησα, και όταν αποφάσισα να δοκιμάσω να οργανώσω το πρώτο μου έργο, το έκανα με αυτό το σκεπτικό. Οι «Μικρές Λέξεις», ως συλλογή, είναι μια ανθολογία από ένα σύνολο γραφής είκοσι ετών.

Χ. Κ. — Η συγγραφή, ως μια ανώτερη εκδήλωση της εσωτερικής ανάγκης του ανθρώπου να μορφοποιήσει τα άρρητα και να δώσει λόγο στα άλογα, συχνά πυροδοτείται από βαθύτερες ψυχικές ή πνευματικές διεργασίες.

Υπό το πρίσμα αυτό: Ποιο ερέθισμα ή ποια σύμπτωση «άναψε» εντός σου την ενασχόληση με τη συγγραφή, καθιστώντας τη μέσο έκφρασης;

  Δ. Κ. — Η εφηβεία! Ξύπνησα ένα πρωί και απλά άρχισα να γράφω. Μου βγήκε. Δεν το σκέφτηκα ούτε το ζύγισα πολύ εκείνη τη στιγμή. Απλά έγραφα ό,τι έβγαινε από μέσα μου. Αργότερα πήρε μορφή και υπόσταση, βάθυνε κιόλας, παράλληλα με την εμπειρία που αποκτούσα, κυρίως τη βιωματική.

Χ. Κ. — Πώς η μουσική, ως πηγή έμπνευσης, έχει επηρεάσει τη σύνθεση και τη δομή του έργου σου;

 Δ. Κ. — Για μένα, η μουσική είναι καταλυτικός παράγοντας. Όχι μόνο ως πηγή έμπνευσης αλλά ως βασική συνιστώσα σε όλη τη ζωή μου. Σαφώς, λοιπόν, έχει επηρεάσει και τη σύνθεση και τη δομή μέρους του έργου μου.
Συνδέοντας και την προηγούμενη ερώτηση, θα σου πω ότι έπαιξε και ρόλο να κάνω την αρχή. Έχω πρώιμα γραπτά, που οι στίχοι είναι «πατημένοι» πάνω σε γνωστές μελωδίες που άκουγα στο ραδιόφωνο.

Αργότερα, δημιουργούσα εγώ μελωδίες πάνω στις οποίες γραφόντουσαν στίχοι, οπότε κάποια ποιήματα έχουν ξεκινήσει στο μυαλό μου ως τραγούδια.

Φαίνεται, νομίζω, στη λυρικότητα που έχουν κάποια. Προσωπικά προτιμώ τα πιο «ηλεκτρικά» ακούσματα.

Με ακουμπάνε πιο πολύ εσωτερικά. Αλλά αυτό έχει να κάνει με την ενορχήστρωση. Η μουσική είναι μία, οπότε δεν εγκλωβίζω την ακοή μου σε συγκεκριμένα είδη.

Έχω αδυναμίες σε κάποια πράγματα και απεχθάνομαι κάποια άλλα. Προσπαθώ, σε κάθε περίπτωση, να έχω τα αυτιά μου ανοιχτά.

Χ. Κ. — Πώς αντιμετωπίζεις την ετυμολογία των λέξεων και τις έννοιές τους; Όπου στον σύγχρονο κόσμο, συχνά οι λέξεις χρησιμοποιούνται επιφανειακά και χωρίς βάθος;

 Δ. Κ. — Οι λέξεις και οι έννοιες υπάρχουν μόνο εντός ενός πλαισίου. Εκτός αυτού, καθίστανται κενές. Ως φιλοσοφικό «παιδί» του Ντεριντά και της αποδόμησης, το αντιμετωπίζω κριτικά. Δυστυχώς, η μαζική γραφή επί παντός επιστητού σε πολλαπλά μέσα και η άκριτη χρήση των εννοιών καταλήγουν στο να χάνουν τα νοήματα την αξία τους.

Κερδίζει η διόγκωση της κατανάλωσης ψηφιακού περιεχομένου και όχι η συμπύκνωση της ουσίας. Το πρώτο είναι εύκολο, το δεύτερο πολύ δυσκολότερο.

Χ. Κ. — Ποια είν’ η θέση του Συγγραφέα – Ποιητή στην καθημερινή ζωή; Είν’ απαραίτητο το έργο να συμβαδίζει με τη ζωή του;

   Δ. Κ. — Για μένα, όχι. Ο δημιουργός ζει σε αυτόν τον κόσμο, λαμβάνει τα ερεθίσματα, νιώθει, σκέφτεται και τα μετασχηματίζει σε λόγο. Δεν είναι απαραίτητο ότι το έργο αφορά τον ίδιο και τη ρουτίνα του· σίγουρα όμως επηρεάζεται από το περιβάλλον του και τα γεγονότα σε αυτό.

Χ. Κ. — Το γράψιμο, ως πηγή εξωτερικεύσεως και δημιουργίας, αναπάντεχα συνδέεται με το ερώτημα της σκοπιμότητας και της επιθυμίας της αναγνώρισης. Σ’ έναν κόσμο όπου η επικοινωνία συχνά κατακλύζεται απ’ τη μαζικότητα και την αμεσότητα, ίσως η αληθινή αξία της γραφής να βρίσκεται στην απλότητα του αυθεντικού δημιουργού που γράφει όχι για την προβολή του, αλλά για την προσωπική ανάγκη να εκφραστεί. Θα έγραφες έστω κι αν μόνο δύο μάτια ήσαν ικανά ν’ αναγνώσουν τα λόγια σου; —Τα δικά σου, μοναδικά μάτια!

   Δ. Κ. —Όχι. Κατηγορηματικά. Στα είκοσι πέντε χρόνια που έγραφα μέχρι να εκδοθεί η πρώτη μου συλλογή, το γεγονός ότι έγραφα το ήξεραν τέσσερις πολύ δικοί μου άνθρωποι. Οπότε, δεν το έκανα ούτε για να ικανοποιήσω το Εγώ μου, ούτε για να αναδείξω την αυτάρεσκη εικόνα ενός εσωτερικού ναρκισσισμού.

Το έκανα γιατί δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά· βγήκε από μέσα μου. Όταν μια ιδέα ή ένα συναίσθημα ωριμάσει, πρέπει να βγει από μέσα μου.

Σε διαφορετική περίπτωση, σκάω. Είναι ίσως μια εσωτερική ψυχαναλυτική διαδικασία που με βοηθάει να πηγαίνω τον εαυτό μου παρακάτω. Αν το αποτέλεσμα δημοσιευθεί και αγγίξει, εκφράσει, εμπνεύσει το κοινό, τόσο το καλύτερο. Δεν υπάρχει κάτι πιο τιμητικό για έναν δημιουργό.

Χ. Κ. — Η γραφή, και ιδίως η Ποίηση, δεν αποτελεί απλώς μια μορφή έκφρασης ή δημιουργίας· φέρει μέσα της έναν βαθύτατο ιδεολογικό και κοινωνικό χαρακτήρα, ικανό να επηρεάσει, να κινητοποιήσει και ν’ αφυπνίσει. Η καλλιτεχνική πράξη, ακόμη κι όταν φαίνεται αποκομμένη απ’ τα πολιτικά συμφραζόμενα, αναπόφευκτα διαλέγεται με την πραγματικότητα και την εξουσία, άλλοτε αμφισβητώντας την κι άλλοτε ερμηνεύοντάς την. Ακόμα κ’ η πιο απλή πράξη, το να γράφει κανείς δίχως άλλο σκοπό πέρα απ’ τη διαχείριση του χρόνου, καθισμένος ήρεμα στο γραφείο του, χωρίς καμιά πρόθεση ή συγκεκριμένο στόχο, εμπεριέχει έναν βαθύ πολιτικό χαρακτήρα, κρυμμένο πίσω απ’ τη φαινομενική «αδράνεια».

Σε μία ιδιαίτερη στιγμή, είχα διατυπώσει την εξής άποψη: «Η συγγραφή, και ιδίως η Ποίηση, συνιστά πολιτική πράξη, ακόμη και ο Ρομαντικός Λόγος!». Τη θέση αυτή υπερασπίζομαι με όλη τη δύναμη της ψυχής και του πνεύματός μου!.. Συμμερίζεσαι αυτήν την οπτική ή τάσσεσαι εναντίον της;

 

  Δ. Κ. — Συντάσσομαι με αυτή την άποψη. Κάθε καλλιτέχνης, ως αποκύημα της ίδιας της κοινωνίας, είναι και ο ίδιος «ζώον πολιτικόν» και εντάσσεται, δημοσιεύοντας το έργο του, στον διάλογο.

Η θέση που θα πάρει με αυτό συνιστά πολιτική πράξη στο δεδομένο ιστορικό πλαίσιο. Αυτό που ξεχωρίζει τους μεγάλους καλλιτέχνες είναι το υπερβατικό στοιχείο, το οποίο καθιστά το έργο επίκαιρο και πανανθρώπινο, ανεξάρτητα από τη συγκυρία.

Χ. Κ. — Η συγγραφή, ως πράξη δημιουργίας, ενέχει ένα βαθύ φιλοσοφικό και καλλιτεχνικό νόημα. Πρόκειται για μια διαδικασία που ενοποιεί την έμπνευση με την τέχνη του λόγου, εκφράζοντας τον ψυχικό και διανοητικό κόσμο του ανθρώπου μέσα απ’ τον γραπτό λόγο.
Ωστόσο, αναφύεται ένα ερώτημα: αποτελεί άραγε έναν χώρο ανοιχτό σ’ όλους όσους το επιθυμούν, ή συνιστά ένα ιερό και ανεπίδεκτης προσέγγισης έργο, απρόσιτο για ’μας τους «θνητούς»;

    Δ. Κ. — Η ελιτίστικη προσέγγιση στην Τέχνη δεν με εκφράζει. Θεωρώ ότι η Τέχνη είναι ένα πεδίο ελεύθερο (όχι ελευθεριακό!) και δημοκρατικό!. Ο καθένας μπορεί να εκφραστεί με τον τρόπο του, και το έργο του καθενός θα το κρίνει η Ιστορία.

Χ. Κ. — Η ποίηση, ως έκφραση της βαθύτερης ανθρώπινης εμπειρίας, έχει τη δύναμη να διαπεράσει τις «επιφάνειες» του κόσμου και να αναδείξει τις κρυμμένες αλήθειες. Μέσ’ απ’ τους στίχους της, αναζητούμε όχι μόνο τ’ ωραίο αλλά και το ουσιαστικό, το οποίο ενυπάρχει στη φύση μας.

Αντιμετωπίζοντας τη σύγχρονη πραγματικότητα, η ποίηση ίσως αποτελεί το μόνο μέσο για την ανάδειξη των πιο βαθιών κ’ ευγενικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου, που συχνά κρύβονται κάτω απ’ τις επιρροές της κοινωνίας και του χρόνου. Είν’ άραγε ικανή η ποίησις να φανερώσει τα ενδόμυχα και υψηλότερα συστατικά της ανθρώπινης
φύσεως, εις τούτο το πεδίον της διαρκούς ανατροπής και αλλοιώσεως, όπου βιούμε;
   Δ. Κ. — Η ποίηση, ως είδος και ως έκφραση, είναι πιο ευαίσθητη και διαχρονικά ψηλαφίζει τα δεινά της ανθρώπινης φύσης.

Όποιος έχει τα αισθητικά και αισθητηριακά κριτήρια να αντιληφθεί τον «ποιητή», μπορεί και να καταλάβει τα βαθύτερα νοήματα, ανεξάρτητα από τη «φάση» που βρισκόμαστε.

Χ. Κ. — Η λογοτεχνία, ως μορφή τέχνης κ’ έκφρασης του ανθρώπινου πνεύματος, ενέχει πολλαπλές τάσεις και ρεύματα. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, ποια είναι τα ρεύματα που καθοδηγούν τη δική σου λογοτεχνική κοσμοθεωρία και σε ποιο βαθμό τα ενστερνίζεσαι ή τα συνδυάζεις με τη δική σου δημιουργική έκφραση;
   Δ. Κ. — Δεν έχω κάποια συγγραφική πυξίδα που να ακολουθώ, εκτός από την εσωτερική. Έχω πολλές και διαφορετικές επιρροές, τόσο από την ελληνική όσο και από την ξένη λογοτεχνία, αλλά όχι ως ακόλουθος ή συνεχιστής κάποιου ρεύματος.

Χ. Κ. — Η σχέση μεταξύ παιδείας και ηθικής συγκρότησης της κοινωνίας αποτελεί διαχρονικά ένα απ’ τα πλέον ακανθώδη ζητήματα φιλοσοφικού και πολιτικού στοχασμού. Υπό το πρίσμα αυτό, η θέση των κλασικών
κειμένων και της ποίησης στην εκπαίδευση εγείρει ερωτήματα όχι μόνο για την αξία τους στην πνευματική καλλιέργεια των φοιτητών, αλλά και για την επιρροή τους στην κοινωνική ηθική και τις πολιτικές δομές.
Έχοντας σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, διαθέτεις γνώση τόσο των εκπαιδευτικών πολιτικών όσο και του «φοιτητικού κινήματος» και των θεσμικών του πλαισίων.
Πιστεύεις ότι η Ποίηση και γενικότερα τα Κλασικά Κείμενα —που παραμένουν συχνά στην αφάνεια— έχουν επαρκή χώρο στην πνευματική καλλιέργεια των φοιτητών;

Και αν ναι, πώς ερμηνεύεις τότε το φαινόμενο της διαφθοράς, που διεισδύει σ’ όλους τους τομείς της κοινωνίας μας; —Οὐ μὴν ἀλλὰ· η παιδεία δεν αποτελεί μέσο ηθικής και πνευματικής ανύψωσης, αλλά έχει μετατραπεί σ’ εμπόρευμα προσφερόμενο προς Βρώση;

 Δ. Κ. — Εκτιμώ ότι η εκπαίδευση έχει μετατραπεί σε εμπόρευμα. Η Παιδεία είναι κάτι το καθολικότερο και δεν μπορεί να ενταχθεί στο σύστημα που περιγράφεις.

Με αυτή τη λογική, τα Κλασικά κείμενα μπορούν να διδαχθούν από όλους, αλλά την Παιδεία που απορρέει από αυτά θα τη λάβουν εκείνοι που θα εμβαθύνουν και θα ασχοληθούν με το να συνδέσουν τα πολιτισμικά στοιχεία που τα συγκροτούν. Δύσκολη συζήτηση, που δεν μπορούμε να την κάνουμε στο πλαίσιο μιας συνέντευξης.

Χ. Κ. — Αν είχες τη δυνατότητα να γυρίσεις τον χρόνο πίσω, θα επέλεγες και πάλι την Πολιτική Επιστήμη; Ή μήπως, θα κατευθυνόσουν προς άλλες, πιο «αυστηρές» επιστήμες, όπως η Φιλοσοφία ή η Φιλολογία;

   Δ. Κ. — Ναι, ανήκω εκεί, τόσο στην αντίληψη όσο και στον τρόπο σκέψης. Η Πολιτική Επιστήμη έχει ένα πολύ ευρύ πεδίο, που άπτεται και άλλων αντικειμένων των Ανθρωπιστικών Επιστημών. Δεν έχει απόλυτο πλαίσιο, ούτε κανονιστικούς παράγοντες ή σταθερές, σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς.
Έχει, όμως, μεθοδολογία και συγκρότηση, που είναι και το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα. Άρα, μπορεί να αντιλαμβάνεται και να αναλύει, σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, τον ρου των γεγονότων. Μου ταιριάζει πιο πολύ αυτό.

Χ. Κ. — Η ιστορία παρέχει πλείστα όσα παραδείγματα, με μεγάλους συγγραφείς, που όμως όταν ήρθε η βράβευση την αρνήθηκαν μετά βδελυγμίας!

Ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, με τη χαρακτηριστική του «αντικομφορμιστική» στάση – αρνήθηκε το βραβείο Νόμπελ (το ΄64),
υποστηρίζοντας ότι: «Ένας συγγραφέας δεν πρέπει να γίνει θεσμός».
Εσύ σε μια ενδεχόμενη αναγνώριση του έργου σου, θα υπερασπισθείς έναν έπαινο;

    Δ. Κ. — Δεν το έχω σκεφτεί. Αν έρθει εκείνη η ώρα, θα το δω τότε…

Χ. Κ. — Αναμφίβολα, η ποίηση δεν ανήκει στις εμπορικές κατηγορίες βιβλίων, και η οικονομική ανταμοιβή για τον ποιητή είναι αβέβαιη.
Ωστόσο, είναι θεμιτό να επιδιώκει αμοιβή, ή μήπως το έργο του αποτελεί, πρωτίστως, ανιδιοτελή προσφορά στον Άνθρωπο;

Σ’ αυτό το δίλημμα, θα έπαιρνες τη θέση του Σωκράτη ή των Σοφιστών;

  Δ. Κ. — Για μένα, η απάντηση βρίσκεται στο ποίημα του Charles Bukowski: «So you want to be a writer». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Αν το κάνεις για τα χρήματα ή τη φήμη, μην το κάνεις καθόλου…»

Χ. Κ. — Η έκδοση ενός πνευματικού έργου αποτελεί αναμφίβολα μια απ’ τις πλέον σύνθετες διαδικασίες του δημιουργικού γίγνεσθαι, καθώς συνιστά τη σύζευξη του καλλιτεχνικού οράματος με τις απαιτήσεις του
εκδοτικού κόσμου.

Πόσο δύσκολη ή εύκολη αποδείχθηκε η αναζήτηση εκδοτικού στεγάσματος διά την πραγμάτωση της έκδοσης του έργου σου, με βάση τις συνθήκες και τις απαιτήσεις του εκδοτικού χώρου;
 Δ. Κ. — Ο τρόπος που αποφάσισα να επιχειρήσω την πρώτη μου έκδοση έδωσε την απάντηση. Οργάνωσα το έργο, τεκμηριώνοντάς το με το σκεπτικό μου, και το έστειλα σε τέσσερις εκδοτικούς οίκους που εξειδικεύονται στην ποίηση, έχοντας προαποφασίσει ότι θα το δώσω στον πρώτο που θα ανταποκριθεί.

Οι εκδόσεις «Ιωλκός» με εμπιστεύτηκαν πρώτοι· μίλησα με τον εκδότη και είδα ότι είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος, και έτσι προχωρήσαμε.

Χ. Κ. — Η Ανάγνωση είναι Δικαίωμα ή Υποχρέωση για την Καλλιέργεια του Πνεύματος;

  Δ. Κ. — Είναι ανατροφοδοτούμενο αυτό. Έχεις δικαίωμα να κατέχεις το «εργαλείο» και πρόσβαση σε αυτό, και αν το έχεις, είναι «υποχρέωσή» σου να μην το σπαταλάς και να το εξασκείς.

Χ. Κ. — Η γενιά του ΄30, ως κομβική στιγμή στην εξέλιξη της ελληνικής λογοτεχνίας, ανέδειξε τον συνδυασμό του παραδοσιακού και του μοντέρνου, επηρεάζοντας διαχρονικά την αισθητική και τη θεματολογία του ελληνικού λόγου. Ωστόσο, κατά πόσον η γόνιμη ώθηση αυτής της περιόδου σηματοδότησε το πέρας της ουσιαστικής λογοτεχνικής παραγωγής στη χώρα μας. Θεωρείς ότι, με την καταληκτική πνοή της γενιάς του ΄30, επήλθε και το τέλος της «αυθεντικής» λογοτεχνικής δημιουργίας στην Ελλάδα;

Ή μήπως ψήγματα αυτής της πνευματικής κληρονομιάς εξακολουθούν ν’ ανιχνεύονται και στη σύγχρονη εποχή;

   Δ. Κ. — Δεν βλέπω κάποια ιστορική συνέχεια, τουλάχιστον γραμμική. Βέβαια, δεν είμαι και ειδικός. Όμως, επειδή αυτή η εξαιρετική γενιά άφησε τεράστια πνευματική παρακαταθήκη, θεωρώ ότι όλοι οι μετέπειτα Έλληνες δημιουργοί έχουν επηρεαστεί και ενσωματώσει στοιχεία. Είναι δύσκολο να ξεπεράσεις τον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Γκάτσο, τον Εγγονόπουλο και τις μουσικές του Χατζηδάκι και του Θεοδωράκη, ή τον Στρατή Μυριβίλη, τον Βενέζη και τον Καραγάτση.

Στην περίπτωσή μου, τη μεγαλύτερη επίδραση είχε ο Καββαδίας και οι μουσικές του Θάνου Μικρούτσικου, ο Ρίτσος και ο Γκάτσος.

Χ. Κ. — Καθ’ όλη τη διάρκεια της πνευματικής πορείας ενός ανθρώπου, οι εμπειρίες κ’ οι αναγνώσεις δύνανται να διαμορφώσουν καθοριστικά την εξέλιξη της σκέψης και της καλλιέργειάς του. Υπήρξε κάποιο κομβικό γεγονός ή μια σταθερή «τομή» στη διαδρομή σου, που να έχει επηρεάσει καταλυτικά τις επιλογές σου ως προς τη μελέτη των βιβλίων, διαμορφώνοντας την πνευματική σου κατεύθυνση και συνεισφέροντας στην ωρίμανσή σου;

   Δ. Κ. — Ειλικρινά, δεν ξέρω, Χρήστο. Ήθελα πάντα να καταλάβω τον κόσμο σε μια εσωτερική αναζήτηση της αλήθειας. Αν κάποιος ανέφερε κάτι από κάποιον συγγραφέα που δεν ήξερα, πήγαινα μετά να το ψάξω και να το διαβάσω.

Αν προέκυπτε κάτι διαβάζοντας που μου δημιουργούσε άλλες απορίες ή αναζητήσεις, συνέχιζα το ταξίδι. Αυτή η διαδικασία, ίσως, με οδήγησε στην όποια ωρίμανση, όπως την αναφέρεις.

Χ. Κ. — Ο Θάνατος και ο Χρόνος συνιστούν για σένα αντικείμενο τρόμου και υπαρξιακής αγωνίας; Ή μήπως έχουν εισχωρήσει και ενσωματωθεί στην προσωπική σου ποιητική μυθολογία, ως σύμβολα ή ως σημεία αναγνώρισης του ορίου της —φαινομενικά— φθαρτής ύπαρξης;

 Δ. Κ. — Χωρίς τον κύκλο της ζωής ή το πεπερασμένο του χρόνου που έχουμε σε αυτή τη Γη, η ανάγκη έκφρασης ίσως να μην υπήρχε. Η φθαρτή μας φύση μας οδηγεί σε συνειδητοποιήσεις, άρα και στην ανάγκη να αποτυπωθεί η σκέψη μας.

Για μένα, ο θάνατος είναι μια πραγματικότητα που δεν ξέρεις πότε θα έρθει. Και επειδή δεν ξέρεις τι χρόνος σου απομένει, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να εκμεταλλευτείς αυτόν που έχεις διαθέσιμο αυτή τη στιγμή.
Έχω μια «Επικούρεια» θεώρηση σε αυτό: δεν γίνεται να φοβάμαι κάτι το οποίο είναι αντίθετο προς την κατάσταση της ύπαρξής μου.

Εκεί που υπάρχω, δεν υπάρχει ο Θάνατος, και εκεί που υπάρχει ο Θάνατος, δεν υπάρχω εγώ…

Χ. Κ. — Ο κάθε συγγραφέας αναζητά και καταθέτει τη δική του αλήθεια. Η ποίηση ορίζεται δύσκολα —ως φιλοσοφικό κατηγόρημα, (κατά τη γνώμη μου)— καθώς, ο καθένας δίνει έναν δικό του ορισμό.

Εσύ, πώς θα όριζες την ποίηση;

   Δ. Κ. — Αποφεύγω τους ορισμούς. Ένας από τους λόγους που καθυστέρησα να πάρω την απόφαση να επιχειρήσω κάποια έκδοση ήταν οι βαρύγδουποι ορισμοί και η αποδοχή τους για τον εαυτό μου. Ας εκφράσει ο καθένας τον εαυτό του με το έργο του, και ο χρόνος θα δείξει.

Χ. Κ. — Πόσο ελεύθερος είσαι μέσα στον κόσμο του λόγου και της γραφής; Πόσο υποτάσσεται η συγγραφική πράξη στη σκλαβιά των συμβάσεων;

Ή, αντιθέτως, αποτελεί μια αδιαπραγμάτευτη έξοδο προς την απόλυτη Ελευθερία;

 Δ. Κ. — Αν εγκλωβίσεις το Πνεύμα σε συμβάσεις, πώς θα εμπνεύσει τους υπόλοιπους να πάνε παρακάτω; Αναρωτιέμαι… Πώς θα επιτελέσει τον ρόλο που ανέφερες νωρίτερα, τον επαναστατικό;

Τροφή για σκέψη όλων μας. Οι φόρμες είναι εκεί για να βοηθούν την κατηγοριοποίηση, όχι την έκφραση.

Χ. Κ. — Παρόλο που η βία κατά των γυναικών φαίνεται να είναι πιο έντονη και ορατή σήμερα, αναρωτιέται κανείς αν η μορφή της έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου ή αν οι θεμελιώδεις αιτίες καταπίεσης παραμένουν αμετάβλητες, ακλόνητες και αναλλοίωτες, διατηρώντας το στίγμα τους στην κοινωνία;

Σ’ έχει επηρεάσει όλο αυτό στον τρόπο που γράφεις;

  Δ. Κ. — Θα σου πω κάτι, για πρώτη φορά δημόσια, που αφορά το έργο μου.
Συγκλονισμένος από την έμφυλη βία των τελευταίων ετών, μου βγήκαν κάποιοι στίχοι που, στην ουσία, με δεύτερη ματιά ήταν δύο διαφορετικά ποιήματα.

Το ένα μιλούσε για τη σχέση τη δική μου με τις γυναίκες, το άλλο για αυτό που δεν μου άρεσε να βλέπω ως πραγματικότητα απέναντι στις γυναίκες.

Το πρώτο, όταν το συνειδητοποίησα, το τελείωσα σε δέκα – δεκαπέντε λεπτά. Το δεύτερο έχει μείνει μισό εδώ και τρία χρόνια, γιατί κάθε φορά που πάω να το συνεχίσω θυμώνω και μου βγαίνει υβριστικά επιθετικό.

Δεν μπορώ να διανοηθώ πώς κάποιοι θεωρούν εμπράγματο δικαίωμά τους την όποια ασεβή ή βίαιη συμπεριφορά απέναντι στις γυναίκες. Είναι σαν να μη σέβονται την ίδια τους τη μάνα! Δεν ξέρω αν απαντάει σαφώς στην ερώτησή σου.

Είναι τεράστιο ζήτημα… Εμένα πάντως η «πατριαρχία» ως καθεστωτική αντίληψη μου έμαθε τι να μην είμαι: ο γιος, αδελφός, σύντροφος και πατέρας.

Χ. Κ. — Η έννοια της τεχνητής «νοημοσύνης» έχει αναδειχθεί σ’ ένα απ’ τα πιο αμφιλεγόμενα και σύνθετα πεδία της σύγχρονης τεχνολογίας και επιστήμης. Με την ταχεία εξέλιξή της και την ενσωμάτωσή της σε πλήθος τομέων της ανθρώπινης δραστηριότητας.

Πιστεύεις ότι δύναται ν’ αποκτήσει αυτονομία, αποκοπτόμενη απ’ την ανθρώπινη εποπτεία και καθοδήγηση;
   Δ. Κ. — Είναι μια δυστοπική προοπτική που την έχουμε δει να ξεδιπλώνεται στον κινηματογράφο. Τεχνολογικά μιλώντας, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ξεφύγει της ανθρώπινης εποπτείας, γιατί κατέχει την υπολογιστική ισχύ να ξεπεράσει τις ανθρώπινες δυνατότητες επεξεργασίας πληροφοριών.

Πλην όμως, δεν κατέχει τη συναισθηματική νοημοσύνη να αξιολογήσει τις συνθήκες και να αντιληφθεί τις λεπτές διαφορές στα συναισθήματα όπως εμείς.

Εκεί κρύβεται η πιθανότητα της ήττας μας… να απωλέσουμε τη συναισθηματική μας φύση και να γίνουμε εμείς οι μηχανές.

Χ. Κ. — Δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ: πώς είναι δυνατόν τα τελευταία χρόνια, αναγνωρίσιμα πρόσωπα —που βρίσκονται παντού— να καταφέρνουν μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, να γράφουν ολόκληρους τόμους; Μήπως έχουν βρει κάποιον τρόπο να λύσουν το «πρόβλημα» του χρόνου, ξεπερνώντας τα όρια των συνηθισμένων
ανθρωπίνων δυνατοτήτων;

Φυσικά, θα πρόκειται για «καλογραμμένα και στοχαστικά κείμενα». Ποια είναι η γνώμη σου;

   Δ. Κ. — Δεν ξέρω. Μάλλον έχουν περισσότερο χρόνο και υποστηρίζονται από περισσότερους ανθρώπους σε επίπεδο επιμέλειας… Δεν μπορώ να το κρίνω όμως.

Χ. Κ. — Και μία τελευταία ερώτηση: Το συρτάρι σου είναι γεμάτο; Να περιμένουμε νέες δημιουργίες από εσένα;

   Δ. Κ. — Πολύ σύντομα, εντός του έτους, θα δείτε και άλλα πράγματα από εμένα…

Χ. Κ. — Σ’ ευχαριστώ, Δημήτρη!
* * *

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα: Ο Δημήτρης Καραγιάννης γεννήθηκε το
1981 και μεγάλωσε στη Νεάπολη Εξαρχείων. Από το 1989 ζει στην Αγία
Παρασκευή. Σπούδασε στη Σχολή Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών
Επιστημών του Πανεπιστημίου της Αθήνας, από όπου έλαβε Master στην
Πολιτική Επιστήμη το 2006. Εργάζεται στον τομέα της Επικοινωνίας και της
Διαφήμισης εδώ και 17 χρόνια.

Χρῆστος Κατσέας ἐπὶ τοῦ «vima365.gr»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά