S.O.S Απεμπλουτισμένο ουράνιο
Αυξημένη ανησυχία του με αφορμή την πρόσφατη αποκάλυψη της ΔΟΑΕ σχετικά με την αποθήκευση μεγάλων ποσοτήτων απεμπλουτισμένου ουρανίου στο Ισφαχάν.
Η βασική αιτία της κλιμάκωσης της ρήξης μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ, όπως αναφερόταν μέσα στον Φεβρουάριο, ήταν η διαχείριση από τις ΗΠΑ του απεμπλουτισμένου ουρανίου του Ιράν. Όμως, με τα σημερινά δεδομένα και καθώς η σύγκρουση συνεχίζεται, η αιτία της κλιμάκωσης φαίνεται πλέον να συνδέεται με την απαλλαγή από το υφιστάμενο καθεστώς στο Ιράν.
Η διατήρηση σημαντικών ποσοτήτων απεμπλουτισμένου ουρανίου, σε επίπεδα που θα μπορούσαν ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν για στρατιωτικούς σκοπούς, αναδεικνύει τον συνεχώς αυξανόμενο κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον, ιδιαίτερα σε περίπτωση που το υλικό χρησιμοποιηθεί ή διαχυθεί ακούσια στην ατμόσφαιρα και στον υδροφόρο ορίζοντα.
Ουράνιο: φυσικά και ραδιολογικά χαρακτηριστικά
Το ουράνιο (U) είναι ένα φυσικό ραδιενεργό χημικό στοιχείο με μεταλλική, αργυρόχρωμη όψη και ιδιαίτερα μεγάλη πυκνότητα. Ανήκει στα βαρέα μέταλλα και παρουσιάζει ειδικό βάρος περίπου 19 g/cm³, γεγονός που το καθιστά σημαντικά βαρύτερο ακόμη και από τον μόλυβδο. Παρά το ότι είναι ραδιενεργό, κατατάσσεται στα υλικά χαμηλής ειδικής ραδιενέργειας.
Στη φύση απαντάται ως μίγμα τριών κυρίως ισοτόπων: U-238, U-235 και U-234. Το U-238 αποτελεί τη συντριπτική πλειονότητα της μάζας του φυσικού ουρανίου, ενώ τα υπόλοιπα ισότοπα βρίσκονται σε πολύ μικρότερες αναλογίες. Κάθε ισότοπο χαρακτηρίζεται από διαφορετικό χρόνο ημιζωής – δηλαδή το χρόνο που απαιτείται για να μειωθεί η ραδιενέργειά του στο μισό – και διαφορετικό επίπεδο εκπεμπόμενης ακτινοβολίας. Η συνολική ραδιενέργεια που προέρχεται αποκλειστικά από τη διάσπαση αυτών των ισοτόπων είναι σχετικά περιορισμένη.
| Ισότοπο | Σχετική Αφθονία κατά Βάρος | Χρόνος ημιζωής (χρόνια) | Ειδική Δραστηριότητα (Bq mg⁻¹) |
| U-238 | 99,28% | 4.510.000.000 | 12,4 |
| U-235 | 0,72% | 710.000.000 | 80 |
| U-234 | 0,0057% | 247.000 | 231.000 |
Παρατηρούμε ότι τα κύρια ισότοπα του ουρανίου, τόσο το U-238 όσο και το U-235, έχουν εξαιρετικά μεγάλο χρόνο ημιζωής (4,51 δισεκατομμύρια και 710 εκατομμύρια χρόνια αντίστοιχα). Αυτό σημαίνει όταν ένα από αυτά τα ισότοπα απελευθερώνεται στην ατμόσφαιρα παραμένει ενεργό για τεράστια χρονικά διαστήματα, δημιουργώντας μόνιμη παρουσία στην ατμόσφαιρα. Για παράδειγμα, αν είχαμε 100 γραμμάρια U-235, για να μειωθεί η ραδιενέργειά του στο μισό, δηλαδή στα 50 γραμμάρια, θα χρειάζονταν περίπου 710 εκατομμύρια χρόνια. Αυτό δείχνει πόσο αργά διασπώνται αυτά τα ισότοπα και πόσο μακροχρόνιος είναι ο κίνδυνος που δημιουργούν. Σε χώρες όπου η χρήση ουρανίου είναι εντατική, όπως το Ιράν, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις στην ατμόσφαιρα, με σοβαρές συνέπειες για την υγεία και το περιβάλλον.
Το ουράνιο είναι διαδεδομένο στο περιβάλλον σε ίχνη: εντοπίζεται σε πετρώματα, εδάφη, νερά, αέρα και σε φυτικούς και ζωικούς οργανισμούς. Μικρές ποσότητες μπορούν να μεταφέρονται μέσω της σκόνης της ατμόσφαιρας, να εναποτίθενται στο έδαφος και στα υδάτινα σώματα και στη συνέχεια να εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα. Χημικά είναι ιδιαίτερα δραστικό και γι’ αυτό δεν απαντάται συνήθως σε καθαρή μεταλλική μορφή αλλά ως οξείδια ή άλλες ενώσεις, των οποίων η διαλυτότητα επηρεάζει τη μετακίνησή του στο περιβάλλον και την πιθανή τοξικότητά του
Απεμπλουτισμένο ουράνιο: ορισμός και βασικά χαρακτηριστικά
Για ορισμένες εφαρμογές πυρηνικής ενέργειας, όπως η παραγωγή καυσίμου για αντιδραστήρες ή η χρήση σε στρατιωτικά συστήματα, απαιτείται αύξηση της συγκέντρωσης του ισοτόπου U-235 μέσω της διαδικασίας του εμπλουτισμού. Κατά τον εμπλουτισμό, το ποσοστό του U-235 αυξάνεται σημαντικά σε σχέση με τη φυσική του αναλογία. Ως παραπροϊόν της διαδικασίας παραμένει ένα υλικό στο οποίο το U-235 έχει αφαιρεθεί σε μεγάλο βαθμό.
Το υλικό αυτό ονομάζεται απεμπλουτισμένο ουράνιο (DU) και αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από U-238, ενώ περιέχει πολύ μικρότερες ποσότητες U-235 και U-234 σε σύγκριση με το φυσικό ουράνιο. Επισήμως, χαρακτηρίζεται ως ουράνιο στο οποίο η περιεκτικότητα σε U-235 είναι χαμηλότερη από τη φυσική τιμή του.
Λόγω της μειωμένης παρουσίας των πιο ραδιενεργών ισοτόπων, το απεμπλουτισμένο ουράνιο εμφανίζει μικρότερη ειδική ραδιενέργεια, δηλαδή η ραδιενέργεια που υπάρχει ανά μονάδα μάζας ενός ραδιενεργού υλικού, σε σχέση με το φυσικό. Συγκεκριμένα, η ειδική του δραστηριότητα ανέρχεται σε 14,8 Bq/mg έναντι των 25,4 Bq/mg του φυσικού, γεγονός που το καθιστά περίπου 40% λιγότερο ραδιενεργό. Η μείωση αυτή ενισχύεται περαιτέρω από τη χημική επεξεργασία του υλικού, κατά την οποία αφαιρούνται τα περισσότερα προϊόντα διάσπασης, καθιστώντας το λιγότερο ραδιολογικά ενεργό ανά μονάδα μάζας. Παρά τη χαμηλότερη ραδιενέργεια, οι φυσικές του ιδιότητες παραμένουν εντυπωσιακές, με κυριότερη την εξαιρετικά υψηλή πυκνότητα των 19,1 g/cm3, η οποία είναι περίπου 70% μεγαλύτερη από εκείνη του μολύβδου. Αυτός ο συνδυασμός υψηλής πυκνότητας και μηχανικής αντοχής το καθιστά πολύτιμο σε ειδικές τεχνολογικές και στρατιωτικές εφαρμογές, όπως στην κατασκευή αντιβάρων, θωρακίσεων και βλημάτων με μεγάλη διατρητική ικανότητα.
Χρήσεις του απεμπλουτισμένου ουρανίου
Το απεμπλουτισμένο ουράνιο (DU) χρησιμοποιείται κυρίως για στρατιωτικούς σκοπούς, εξαιτίας της πολύ υψηλής πυκνότητας και της σκληρότητάς του, ιδιοτήτων που το καθιστούν ιδιαίτερα αποτελεσματικό ως υλικό διάτρησης θωράκισης. Συγκεκριμένα, αξιοποιείται στην κατασκευή διατρητικών πυρομαχικών και διεισδυτικών βλημάτων που προορίζονται να πλήττουν θωρακισμένους στόχους, όπως άρματα μάχης και οχυρωμένες κατασκευές. Κατά την πρόσκρουση, τα βλήματα μπορεί να θρυμματίζονται και να παράγουν λεπτά σωματίδια οξειδίων ουρανίου.
Επίσης το απεμπλουτισμένο ουράνιο (DU) χρησιμοποιείται σε αεροσκάφη και ελικόπτερα ως βαρίδι ισορροπίας (balance weights) σε κινούμενα τμήματα, όπως ailerons, rudders, elevators και έλικες. Η εξαιρετικά υψηλή πυκνότητα του DU το καθιστά ιδανικό για την ισορροπία των επιφανειών ελέγχου, μειώνοντας τις δυνάμεις που απαιτούνται για τη λειτουργία τους. Τα βαρίδια DU επικαλύπτονται με κάδμιο για να περιορίσουν την ακτινοβολία και τον χημικό κίνδυνο, καθιστώντας τα ασφαλή για κανονική χρήση, εφόσον η επίστρωση παραμένει ακέραιη. Η κύρια προσοχή απαιτείται μόνο σε περίπτωση βλάβης ή φθοράς της επικάλυψης, για την αποφυγή εισπνοής ή κατάποσης σωματιδίων ουρανίου. Αυτή η χρήση αναδεικνύει μια ακόμη εξειδικευμένη, μη στρατιωτική λειτουργία του DU στη μηχανική εφαρμογή αεροσκαφών.

Μη στρατιωτικές χρήσεις του απεμπλουτισμένου ουρανίου
Εκτός από τη στρατιωτική του χρήση, το απεμπλουτισμένο ουράνιο (DU) αξιοποιείται και σε ορισμένες ιατρικές και βιομηχανικές εφαρμογές, κυρίως λόγω της υψηλής πυκνότητάς του, που το καθιστά εξαιρετικό υλικό για θωράκιση και κατεύθυνση ακτινοβολίας. Στον ιατρικό τομέα, χρησιμοποιείται σε συσκευές τηλεθεραπείας και βραχυθεραπείας, σε αυτοθωρακισμένες συσκευές ακτινοβόλησης (self-shielded irradiators), καθώς και σε ειδικές εφαρμογές όπως το gamma knife και οι blood/tissue irradiators, όπου βοηθά στη συγκέντρωση και περιορισμό της ακτινοβολίας. Στον βιομηχανικό τομέα, το DU χρησιμοποιείται σε συσκευές βιομηχανικής ακτινογραφίας, μετρητικές συσκευές (measurement gauges) και well logging devices για θωράκιση πηγών ακτινοβολίας, εξασφαλίζοντας την ασφάλεια εργαζομένων και περιβάλλοντος. Οι εφαρμογές αυτές παραμένουν περιορισμένες και εξειδικευμένες λόγω της ραδιενέργειας και της χημικής τοξικότητας του υλικού.
Διεθνείς ανησυχίες για τον έλεγχο του εμπλουτισμού
Η τεχνολογία του εμπλουτισμού έχει διττό χαρακτήρα: μπορεί να εξυπηρετεί ειρηνικές ενεργειακές και ιατρικές χρήσεις, αλλά ταυτόχρονα παρέχει τη δυνατότητα παραγωγής υλικού κατάλληλου για πυρηνικά όπλα. Για τον λόγο αυτό αποτελεί αντικείμενο αυστηρής διεθνούς επιτήρησης.
Ενδεικτικά, οι πυρηνικές εγκαταστάσεις εμπλουτισμού στο Ιράν, όπως στη Νατάνζ και στο Φόρντο, καθώς και οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας στο Ισφαχάν, έχουν αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς προσοχής λόγω των υψηλών επιπέδων εμπλουτισμού που έχουν αναφερθεί.
Τον έλεγχο της συμμόρφωσης των κρατών αναλαμβάνει η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας, η οποία πραγματοποιεί επιθεωρήσεις και παρακολουθεί τις πυρηνικές δραστηριότητες παγκοσμίως, στο πλαίσιο των συμφωνιών μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων.

Επιπτώσεις του Απεμπλουτισμένου Ουρανίου στην υγεία
Το απεμπλουτισμένο ουράνιο εισέρχεται στον ανθρώπινο οργανισμό κυρίως μέσω της εισπνοής αερολυμάτων που δημιουργούνται όταν τα βλήματα DU χτυπούν στόχο, καθώς και μέσω κατάποσης τροφής, νερού ή εδάφους που περιέχει DU. Μικρότερα σωματίδια DU μπορούν να φτάσουν στις κυψελίδες των πνευμόνων και να απορροφηθούν στην κυκλοφορία του αίματος, ενώ τα μεγαλύτερα παγιδεύονται στο άνω αναπνευστικό σύστημα και καταπίνονται. Το ουράνιο συγκεντρώνεται κυρίως στα νεφρά, αλλά μικρότερα ποσοστά παραμένουν στα οστά και σε άλλους μαλακούς ιστούς, ενώ το μεγαλύτερο μέρος αποβάλλεται γρήγορα με τα ούρα ή τα κόπρανα.
Αν και το DU είναι λιγότερο ραδιενεργό από το φυσικό ουράνιο, η κύρια πηγή κινδύνου προέρχεται από την εισπνοή των αερολυμάτων, ειδικά σε περιοχές κοντά σε στόχους πρόσκρουσης. Η εξωτερική ακτινοβολία από άθικτα βλήματα DU είναι σχετικά χαμηλή και συνήθως δεν προκαλεί άμεσες επιπτώσεις, αλλά ο χειρισμός τους θα πρέπει να περιορίζεται και να χρησιμοποιείται προστατευτική ενδυμασία. Εκτός από την ακτινοβολία, το DU είναι χημικά τοξικό, με κύρια επίδραση στα νεφρά, ιδιαίτερα όταν οι ενώσεις του είναι πιο διαλυτές και απορροφώνται εύκολα από τον οργανισμό.
Μακροχρόνια, τα θραύσματα DU στο έδαφος διαβρώνονται και μετατρέπονται σε διαλυτά οξείδια, τα οποία μπορούν να μεταναστεύσουν σε υπόγεια και επιφανειακά ύδατα, εισχωρώντας ενδεχομένως στην τροφική αλυσίδα μέσω φυτών και ζώων.
Συνολικά, ο κίνδυνος αυξάνεται σε περιπτώσεις εισπνοής αερολυμάτων κοντά σε περιοχές πρόσκρουσης ή κατά λάθος κατάποσης σκόνης ή θραυσμάτων. Μακροπρόθεσμα, η έκθεση μέσω του νερού και της τροφικής αλυσίδας είναι δυνατή αλλά περιορισμένη, καθιστώντας την παρακολούθηση των πηγών νερού και η αποφυγή άμεσου χειρισμού των βλημάτων DU σημαντικά μέτρα προστασίας.
Ιστορική Αναδρομή με αναφορές του ΠΑΚΟΕ για τη Χρήση Ουρανίου και Πυρηνικών Όπλων στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια
Απρίλιος 1999
– Τοξικές Ουσίες από τους Βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας
Η περιβαλλοντική και υγειονομική διάσταση της χρήσης ουρανίου και απεμπλουτισμένου ουρανίου δεν αποτελεί πρόσφατο αντικείμενο ανησυχίας. Ήδη από το 1999, κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών στη Γιουγκοσλαβία, το ΠΑΚΟΕ είχε επισημάνει δημόσια τους σοβαρούς κινδύνους που προέκυπταν από την απελευθέρωση τοξικών και ραδιενεργών ρύπων στην ατμόσφαιρα της ευρύτερης περιοχής των Βαλκανίων. Οι συνεχείς εκρήξεις σε διυλιστήρια, χημικές βιομηχανίες και θερμοηλεκτρικούς σταθμούς παρήγαγαν μεγάλα νέφη καπνού και ρύπων, τα οποία μεταφέρονταν σε μεγάλες αποστάσεις μέσω των αερίων μαζών και των βροχοπτώσεων, φτάνοντας και στον ελλαδικό χώρο.
Οι μετρήσεις και οι επιστημονικές εκτιμήσεις της εποχής κατέγραφαν αυξημένη τοξικότητα των βροχοπτώσεων και φαινόμενα όξινης βροχής, με χαμηλό pH και υψηλές συγκεντρώσεις θειικών και νιτρικών ιόντων. Τονιζόταν ότι τέτοιου τύπου ρύποι μπορούν να μεταφερθούν ακόμη και σε αποστάσεις άνω των 2.000 χιλιομέτρων, προκαλώντας εκτεταμένες διασυνοριακές επιπτώσεις. Οι συνέπειες αφορούσαν την υποβάθμιση των δασικών οικοσυστημάτων, την αύξηση της οξύτητας των επιφανειακών υδάτων, τη διατάραξη της χημικής ισορροπίας των εδαφών και τη σταδιακή είσοδο επιβλαβών ουσιών στην τροφική αλυσίδα. Παράλληλα, επισημαινόταν η φθορά δομικών υλικών και ιστορικών μνημείων, όπως τα μάρμαρα του Παρθενώνα, καθώς και οι πιθανές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία μέσω της εισπνοής ή της κατάποσης ρυπογόνων σωματιδίων.
– Το Σύνδρομο του Κόλπου και οι Βόμβες με Ουράνιο
Το ΠΑΚΟΕ επισήμαινε ότι η χρήση πυρομαχικών που περιέχουν απεμπλουτισμένο ουράνιο από το ΝΑΤΟ. Η υψηλή πυκνότητα του υλικού το καθιστά αποτελεσματικό σε διατρητικά βλήματα και αντιαρματικά συστήματα, όμως κατά την πρόσκρουση δημιουργείται λεπτόκοκκη σκόνη ουρανίου, η οποία μπορεί να παραμείνει στο περιβάλλον για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα σωματίδια αυτά είναι δυνατόν να μεταφερθούν με τον άνεμο, να επικαθίσουν στο έδαφος και στις καλλιέργειες και τελικά να εισέλθουν στον ανθρώπινο οργανισμό μέσω της αναπνοής ή της τροφής, συνδυάζοντας τόσο ραδιολογική έκθεση όσο και χημική τοξικότητα βαρέως μετάλλου.
Οι ανησυχίες ενισχύονταν από την προηγούμενη εμπειρία του Πόλεμου του Κόλπου, όπου είχαν καταγραφεί αυξημένα περιστατικά καρκίνων και συγγενών ανωμαλιών σε στρατιώτες και άμαχους πληθυσμούς, φαινόμενο που έγινε γνωστό ως «Σύνδρομο του Κόλπου». Η πιθανή συσχέτιση των επιπτώσεων αυτών με την έκθεση σε απεμπλουτισμένο ουράνιο οδήγησε σε έντονο προβληματισμό για τις μακροπρόθεσμες συνέπειες της χρήσης του και στα Βαλκάνια.

Νοέμβριος 1999 – Πυρηνικά Όπλα και Ατυχήματα στην Ελλάδα
Το ΠΑΚΟΕ αποκάλυψε ότι η Ελλάδα φιλοξενούσε πυρηνικά όπλα ήδη από τη δεκαετία του 1950. Τα πυρηνικά φυλάσσονταν σε στρατιωτικές βάσεις υπό τον αυστηρό έλεγχο του Αμερικανικού Πενταγώνου, ενώ οι ελληνικές αρχές είχαν ελάχιστη ενημέρωση για την ακριβή φύση και τις συνέπειες αυτών των όπλων. Ατυχήματα, όπως αυτό στην ιαπωνική μονάδα Τακαϊμούρα, απέδειξαν ότι η χαλαρή τήρηση των κανόνων ασφαλείας μπορεί να εκθέσει ανθρώπους και περιβάλλον σε σοβαρές ραδιενεργές διαρροές, με μακροχρόνιες επιπτώσεις για την υγεία και το οικοσύστημα.
Το ΠΑΚΟΕ εδώ και δεκαετίες κρούει τον κώδωνα για τις συνέπειες των ραδιενεργών και τοξικών ουσιών στην υγεία και το περιβάλλον. Και από τότε; Τι έχουν κάνει οι αρμόδιοι για να προστατεύσουν τον πολίτη; Υπάρχει κάποια συστηματική παρακολούθηση των επικίνδυνων υλικών, έλεγχος της τροφικής αλυσίδας, ενημέρωση των πολιτών; Ή μήπως η ανησυχία περιορίζεται σε συσκέψεις χωρίς αποτέλεσμα;
Είκοσι επτά χρόνια προειδοποιήσεων, μελετών και δημοσιευμάτων… και ακόμα περιμένουμε να δούμε ποια είναι η «ενεργή» προστασία μας. Αναρωτιέται κανείς άραγε αν η δημόσια υγεία και το περιβάλλον βρίσκονται όντως ψηλά στην ατζέντα τους;

ΑΠΟ ΤΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΚΟΕ