Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης απελευθερώνει τ’ Άγραφα
Απο τον Δημήτρη Αγγελή. Συγγραφέας – Αντιστράτηγος (ε.α.) ΕΛ. – ΑΣ.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης απελευθερώνει και «κρατεί» τ’ Άγραφα, για λογαριασμό τού ελεύθερου ελληνισμού (1822-1823)
Α΄ ΜΕΡΟΣ
Η εκδίωξη των Τουρκαλβανών απ’ τ’ Άγραφα.
Την 22-2-1822 πραγματοποιήθηκε στο Βραχώρι (Αγρίνιο) συνέλευση στρατιωτικών
και προκρίτων «των επαρχιών της ελευθέρας Δυτικής Ελλάδος», με σκοπό «[…] το βδελυρόν
όνομα του ραγιά πλέον εις την πατρίδα να μην ακούεται».
Η συνέλευση αποφάσισε την αναγνώριση ενός μόνον στρατηγού της Δυτικής
Ελλάδος, του Γιωργάκη Βαρνακιώτη ή Νικολού, την απονομή του βαθμού του χιλιάρχου σε
όλους τους λοιπούς αρματολούς – οπλαρχηγούς μαζί και του Καραϊσκάκη και την αποστολή
τού αρματολού των Αγράφων, Γιαννάκη Ράγκου, στ’ ΄Αγραφα (ο οποίος τα «κατείχε» ως
αρματολός τα έτη 1818-1822, κατόπιν ανάθεσής τους απ’ τον Αλή), με προφανή στόχο την
απελευθέρωσή τους.
«[…] εκλέχθησαν και ωνομάσθησαν τα ακόλουθα αξιώματα: Ο κύριος Γεωργάκης
Νικολού, στρατηγός της Δυτικής Ελλάδος […και] οι Κύριοι […] Γεωργάκης Καραϊσκάκης […]
Χιλίαρχοι της Δυτικής Ελλάδος».
«Τραβήξανε μαζί (Ράγκος και Καραϊσκάκης), με την διαταγή και της Γερουσίας της
Δυτ. Ελλάδος για την επαρχία των Αγράφων, […] ο Ράγκος είχε τον Καραϊσκάκη για
υποταχτικό του. Άρχισε αμέσως πόλεμος δυνατός απάνου στ’ Άγραφα με τους Αρβανιτάδες,
που τριγυρίζανε κι’ αρπάζαν».
Τούτη την εποχή (Ιούλιος 1822) εκστράτευσε «ο υψιπετής αετός Καραϊσκάκης με
μόνον 30 και ένα σαλπιγκτήν […] με σπουδήν να καταλάβουν τ’ Άγραφα (και) ευτύχησαν να
διώξουν τους εχθρούς εν ροπή οφθαλμού από όλα τα μέρη», αναφέρει ο Ν. Κασομούλης
και συνεχίζει:
«Ο Ράγκος και αυτός (ο Καραϊσκάκης), διά ιδιαιτέρους λόγους περί κατοχής των
Αγράφων, εσυγχύσθησαν, μόλις τελείωσαν τον πόλεμον με τους Τούρκους, και άρχισαν να
μάχωνται διά την πίτταν».
Να τι σχετικό καταγράφουν ο Β. Σφυρόερας, Ι. Γιαννόπουλος και Γ. Βλαχογιάννης:
Ο Καραϊσκάκης «[…] έδιωξε τον προστατευόμενο του Μαυροκορδάτου» απ’ τ’
Άγραφα, «[…] τον έδιωξε με τα όπλα […]».
«Ως πολεμικός άνδρας ο Ράγκος έδειξε κατόπι πως δεν έφτανε στα νύχια τον
Καραϊσκάκη.
Μόλις άρχισε ο πόλεμος με τους Αρβανιτάδες και μάλωσαν οι δυό τους άσχημα.
Ο (αρματολός των Αγράφων) Ράγκος αναγκάσθηκε να αφήση τ’ Άγραφα, αν και είχε
πάει εκεί με σώμα δυνατό δικό του.
Έμεινε λοιπόν ο Καραϊσκάκης μοναχός (ξεσήκωσε τους Αγραφιώτες) κι’ άρχισε με χέρι
δυνατό το ξεκαθάρισμα του τόπου από τους Αρβανίτες.
Γλήγορα τους έριξε στον κάμπο το Θεσσαλικό, κατέβηκε κι’ ο ίδιος κάτου, κ’ έδωσε
τέτοιον τρόμο στον εχθρό, που έκαμε τ’ Άγραφα […] απάτητα πεια σε Τούρκικο ποδάρι […]
Θα ήτανε και τρελή κάθε ιδέα να προχωρήση ο Καραϊσκάκης στον κάμπο αναλαβαίνοντας
μοναχός του, χωρίς καμμιάν οργάνωση κρατική από πίσω του, χωρίς αποθήκες
πολεμοφοδίων, χωρίς ιππικό τέλος, ενώ ήτανε και πολύ πως είχε ελευθερώσει τ’ Άγραφα
και τάκαμε σαν ένα προπύργιο προχωρεμένο του γενικού αγώνα […].
Το πολεμικό μέτωπο ο Καραϊσκάκης το είχε σπρώξει σαν προχωρημένη σφήνα μέσα
στην καρδιά του κέντρου των Τουρκικών στρατοπέδων».
Κατόπιν αυτών των εξελίξεων ο Αλ. Μαυροκορδάτος οδηγήθηκε στην απόφαση να
διατάξει τον Ράγκο να εγκαταλείψει τ’ Άγραφα, ο δε ο Ράγκος εγγράφως παραπονιέται, την
11-6-1823, προς την «Υπερτάτη Διοίκηση», ότι ο Καραϊσκάκης «οικειοποιείται το εκεί
τζιφλίκι μου (Άγραφα) και υποστατικά μου, γιδοπρόβατά μου και λοιπά κτήματά μου,
κινητά και ακίνητα, τα οποία τα κατακρατεί και έως την σήμερον· όμως να μου δώση έναν
δρόμον (διαταγή – οδηγία) η Διοίκησις διά το βιος μου, ολουφέδες μου (μισθούς μου), οπού
τα στερούμαι διά την ευπείθειάν μου».
Άρα, απ’ τον Φεβρουάριο κ.έ. του 1822 ο Καραϊσκάκης, αφενός κατόρθωσε και
ξεσήκωσε τους Αγραφιώτες, ελευθέρωσε τ’ Άγραφα, «έκαμε τ’ Άγραφα απάτητα πεια σε
Τούρκικο ποδάρι […] κι’ άρχισε με χέρι δυνατό» να τα διοικεί, για λογαριασμό του
ελεύθερου ελληνισμού, αφετέρου, επειδή δεν ήταν προετοιμασμένος και εφοδιασμένος
για εκτεταμένη, περαιτέρω εξεγερτική, απελευθερωτική προσπάθεια, αρκέστηκε σε όσα
είχε πετύχει μέχρι εκείνη τη στιγμή, εξασφαλίζοντας τις απελεύθερες περιοχές, και,
προφανώς, ανέμενε τη νεώτερη εθνική προσταγή (τις επικουρίες και τα εφόδια) για δράση
και υποστήριξη της εξέγερσης του βορειότερου ελληνισμού.

Ως αρματολός (Καπιτάνος) των Αγράφων, με τούρκικο μπουγιουρντί (ορισμό)
(1822-1823). Τα καπάκια του 1822.
Στο μεταξύ οι Τούρκοι (προφανέστατα σ’ απάντηση της, ως άνω, πολεμικής δράσης
του Καραϊσκάκη) άρχισαν να διαπράττουν βαρβαρότητες – ωμότητες κατά αόπλων και
αμάχων Ελλήνων (σφαγές, αιχμαλωσίες, λεηλασίες) και συνέλαβαν δέκα χιλιάδες
«Μεγαλοβλαχίτες βοσκούς μετά των ποιμένων των» λίγο πριν «ανέλθωσιν από τας
πεδιάδας της Θεσσαλίας εις τας θερινάς αυτών βοσκάς», στα βουνά.
Οπότε, όπως καταγράφει ο F.C.H.L. Pouqueville, στα μέσα του 1822, «ο Καραΐσκος
εκδικήθη (για) τους χριστιανούς. Επιπεσών κατά σώματος Τούρκων Κονιάρων, οίτινες
εβάδιζον άδοντες άσματα δι’ ων παρεκάλουν Αλλάχ και Μωάμεθ (και τους) κατέκοψε […].
Καίων ακολούθως την μικράν πόλιν της Καρδίτσης, ήτις είναι η πρωτεύουσα των
αρχαίων τούτων φυλών του Ικονίου, τοιούτον διέσπειρε τρόμον ανά τας όχθας του Πηνειού,
ώστε ο σερασκέρης της Λαρίσσης, Τζελαντίν πασάς, ως μόνον μέσον καθησυχάσεως των
πνευμάτων εύρε την ανακωχήν», ζητώντας ο πασάς να κάνουν «καπάκια» – συνθήκη και
προτείνοντας την άμεση απελευθέρωση των, ως άνω, «Βλάχων νομάδων, την απόδοση εις
αυτούς των ποιμνίων των, και την πλήρη ελευθερία τού να ανέλθωσιν εις τα θερινά αυτών
βοσκήματα.
Η συνθήκη αύτη, λίαν επικερδής, επεκυρώθη και τα Άγραφα εσχημάτισαν ούτω
στρατιωτικήν αυτονομίαν».
Έτσι, αν και κατ’ αρχάς, ο Καραϊσκάκης «συνέλαβε την ιδέαν τού να μεταβή και
κατασταθή αυτοχειροτόνητος καπιτάνος εις Άγραφα διά της ιδίας αυτού δυνάμεως»,
αμέσως μετά, πέτυχε και τη μεγάλη «προαγωγή» του.
«Ο Καπετάν Γεώργιος Καραϊσκάκης πολιτευόμενος τους Οθωμανούς έλαβε παρ΄
αυτών την καπετανείαν των Αγράφων», ως «στρατιωτικήν αυτονομίαν», δηλαδή ο Χουρσίτ,
«Πασσάς της Θεσσαλίας παρά του οποίου εξαρτάτο η Καπετανία του», τον διόρισε με
μπουγιουρντί («ορισμός διά διαταγής» – επίσημη αναγνώριση) αρματολό των Αγράφων
(Καπιτάνος των Αγράφων 1822 – 1823), «όστις θέλει επιτροπεύει και προστατεύει την
επαρχίαν», «έχει και τον μουρασιλέν (γραπτό διορισμό) από τον πρώτον βεζύρην της
Θεσσαλίας να είνε καπετάνος των Αγράφων, να προφυλάττη την επαρχίαν ταύτην» και «να
κάμουν τα χρέη των», με την παρακάτω συμφωνία:
«Τούρκος από το ποτάμι Σαλαμβριάς (Πηνειός) και εδώθε εις Ασπροπόταμον και
Άγραφα να μη διαβαίνη, τα δε χαράτζια και λοιπά δικαιώματα βασιλικά (σουλτανικά) να τα
συνάζωμεν ημείς (Καραϊσκάκης με τους δικούς του Έλληνες) και να τα στέλνουμε» στους
Τούρκους.
Καταγράφει σχετικά ο Κασομούλης:
«Αι διαπραγματεύσεις ετελείωσαν αναμεταξύ Ρούμελη βαλισί (Χουρσίτ πασά) και
Καραϊσκάκη, και συνεννοηθέντες ο (Τούρκος απεσταλμένος) Σούλτζιας Κόρτζας, (και ο)
Καραϊσκάκης […] απέρασαν εις το χωριό Βουνέσι (Μορφοβούνι των Αγράφων Καρδίτσας)
και ανταμώθηκαν και έδεσαν στερεότερα τας συμφωνίας των προς ησυχίαν του λαού,
ούτως:
Ο μεν Σούλτζιας να ενεργή ώστε να μη βαρύνουν τα στρατόπεδα τους κατοίκους […να
μην εισέρχονται Τούρκοι στρατιώτες στ΄ ΄Αγραφα, και ο Καραϊσκάκης και οι συν αυτώ] να
φυλάξουν από τα βουνά να μην εισχωρούν εις αυτά οι λησταί ή άλλο σώμα άτακτον.
Αν όμως ήθελον αποφασίσει ή ο Ρούμελης (Τούρκος αρχιστράτηγος – Σουλτάνος) ή η
Διοίκησις των Ελλήνων να κάμη γενικήν εκστρατείαν κατά του ενός ή του άλλου μέρους,
τότε να κάμουν τα χρέη των, και ο μεν ως Τούρκος, και οι δε ως Έλληνες».
Ο Καραϊσκάκης λοιπόν διοικούσε τ΄ Άγραφα ως πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης,
αφού γνωρίζουμε ότι «ο τίτλος Καπιτάνος εις την Ρούμελην […] σήμαινεν αρχηγός της
επαρχίας. Λέγοντας Καπιτάνον, αμέσως εννοούσες τον βαστώντα τας ηνίας της
κυβερνήσεως, και ότι ουδένας άλλος ηδύνατο να λεχθή Καπιτάνος, ή να φέρη σφραγίδα
Καπιτάνου και να σφραγίζη διορισμούς, και λοιπά».
«Κατ΄ αυτόν τον τρόπον ο Καραϊσκάκης άρχισεν να βάνη την ευταξίαν, διοργάνωσεν
την δημογεροντίαν των Αγράφων (με έδρα το Νεοχώρι της Νευρόπολης – Καρδίτσας),
εσύστησεν τράπεζαν οικονομικήν των εσόδων και εξόδων· επίτροπον εις την ληψοδοσίαν
(οικονομικών-εμπορίου) είχεν διορισμένον τον λογιώτατον Κερασοβίτην, όστις εχαίρετο
όλην την υπόληψιν της επαρχίας και την εμπιστοσύνην του […και ο Καραϊσκάκης] ήξευρεν
το έσοδον και έξοδον του Αρματολικιού».
Τότε, προφανώς, με σκοπό την εξυπηρέτηση – διευκόλυνση του εμπορίου οργάνωσε
και το «παζάρι» του Μουζακίου, για το οποίο αναφέρει το 1895, ο, διερχόμενος απ’ το
σημείο, Γ. Ν. Χατζή Ζωγίδης:
«[…] διά του στενού του Μουζακίου, εκείθεν […] εις κοιλάδα μικράν, εν η υπάρχει
θέσις καλουμένη «παζάρι του Καραϊσκάκη», ένθα ετελείτο η εβδομαδιαία αγορά […]
συσταθείσα υπό του Καραϊσκάκη, κατά την σωζομένην παράδοσιν».
«Ο Καραϊσκάκης διαπραγματεύθη («καπάκια») προσωρινώς με τους Τούρκους να
αρχηγεύη τα Άγραφα, Τούρκοι εις τα Άγραφα να μη εμβαίνουν, και τα δικαιώματα
(χαράτσια) να τα στέλνη ο ίδιος προς αυτούς», «οι Τούρκοι να μην περάσουν πεια μέσα από
το σύνορο τ’ Αγραφιώτικο, κι’ ο Καραϊσκάκης να μη βγή απ’ αυτό», έχοντας «διαλέξει για
πρωτοχώρι, όπου έμεινε, τη Μεγάλη Καστανιά […] απ’ όπου αγνάντευε άγρυπνος τον κάμπο
το Θεσσαλικό. Πριν από την Καστανιά ήταν εκεί το χωριό Ζαγλόπι».
Σημειώνεται ότι το «καπάκι» αυτό, μαζί με τον Καραϊσκάκη, το υπέγραψαν ο
αρματολός του Ασπροποτάμου (Τρικάλων) Νικόλας Στορνάρης, ο καπετάνιος του Κλεινοβού
(Καλαμπάκας) Γρηγόρης Λιακατάς και ο καπετάνιος των Χασίων (σύνορα ν. Τρικάλων –
Γρεβενών) Νάσιος Μάνταλος, ενώ δεν καταβλήθηκε προσπάθεια απόκρυψής του, αντίθετα
το ανακοίνωσαν δημόσια αμέσως. Μάλιστα ο Καραϊσκάκης ενημέρωσε, σχετικά και με
επιστολή του, τον αρματολό των Σαλώνων, Πανουργιά.
Συνεπώς, απ’ τα μέσα του 1822 κ.έ., ο Καραϊσκάκης διοικεί τ’ Άγραφα ως
αρματολός, με τούρκικο μπουγιουρντί, ύστερα απ’ την υπογραφή της ψευτοσυνθήκης –
«καπάκι» με τους Τούρκους, έχοντας ωστόσο φροντίσει να εξασφαλίσει (εκτός απ’ το
προφανές, το απελεύθερο των Αγράφων και το ασκλάβωτο των Αγραφιωτών) και κάτι
άλλο, πολύ ιδιαίτερο και εξαιρετικό, τη δυνατότητα ο ίδιος «να σπάσει» την προσωρινή
συνθήκη, όποτε «η Διοίκησις των Ελλήνων κάμη γενικήν εκστρατείαν κατά […των Τούρκων,
δικαιούμενος με τα παλληκάρια του] τότε να κάμουν τα χρέη των […] ως Έλληνες». Δηλαδή;
α) Με το «καπάκι», «οικονομεί – πολιτεύεται» διαχειρίζεται την κατάσταση, κερδίζει
χρόνο, υποκρίνεται το φίλο, ξεγελά τον Τούρκο και εξασφαλίζει τον τόπο και τους
πληθυσμούς.
β) Αναμένει – προσμένει τον κατάλληλο χρόνο, την απόφαση και την εντολή με την
οποία «η Διοίκησις των Ελλήνων (θα) κάμη γενικήν εκστρατείαν κατά […]» των Τούρκων και
γ) Απερίφραστα δηλώνει ότι «ως Έλληνας» μαζί με τους πολεμιστές του, «[…] τότε
(θα) κάμουν τα χρέη των [..] ως Έλληνες». Φανερώνει έτσι, ότι γνωρίζει τη διαφορετικότητά
του και την ξεχωριστή ιδιαιτερότητά του, ως Έλληνας. Ήταν Έλληνας!
Ιδιαίτερη σημασία, εν προκειμένω, έχουν τα αναφερόμενα απ’ τον Ακαδημαϊκό
Διονύσιο Κόκκινο, πως ο Καραϊσκάκης «[…] εξηκολούθησε […] τηρών αλληλογραφίαν με
τους παράγοντας της διοικήσεως της Δυτ. Ελλάδος ως άνθρωπος ιδικός των […] και
γράμματα ελάμβανεν από τους εις το Μεσολόγγι (Έλληνες) αρχηγούς […]. Και όσον μεν διά
τους Τούρκους ποτέ δεν είχε παύσει να τους θεωρή εχθρούς, παρά την συνθήκην του διά το
αρματολίκι […]».
Παράλληλα και αμέσως (αρχές Αυγούστου του 1822), άρχισε την, απ’ τ’ Άγραφα,
αποστολή πολεμιστών του προς ενίσχυση των μαχόμενων Ελλήνων. Συγκεκριμένα:
Αρχές Αυγούστου του 1822 έστειλε στρατιώτες του στη Βόνιτσα και στην από 17-8-
1822 επιστολή, απάντησαν στον Καραϊσκάκη «[…] ότι οι στρατιώται σου φθάνοντας
επολέμησαν εις Κατούνα και εκυνήγησαν τους εχθρούς πιάσαντες δύο ζωντανούς». Τον
Οκτώβριο του 1822 έστειλε 100 παλληκάρια του για ενίσχυση του πολιορκούμενου
Μεσολογγίου (πρώτη πολιορκία), «[…] εκατο σιντροφι του καραγιςκακι απο τα αγραφα
ηλθον ης το ουρδι (στρατόπεδο, στο Μεσολόγγι)». Ύστερα «[…] έπεμψεν γράμματα
[…Νοέμβριος 1822] εις τον (αρματολό των Σαλώνων) Πανουριάν […] αν χρειάζονται
στρατιωτικήν βοήθειαν να τους πέμψη κ.τ.λ.» και «εις όλας σχεδόν τας εις την Δυτικήν
Ελλάδα γενομένας Ελληνικάς εκστρατείας έστειλεν ανάλογον δύναμιν», ενώ «μετέβη εις
Προυσόν με τριακόσιους περίπου στρατιώτας, τους έστειλε να συναγωνισθώσι με τον
Μάρκον Μπότσαρην εις Καρπενήσιον […κατά] την μάχην ταύτην (Κεφαλόβρυσο Αύγουστος
1823)», τέλος «[…] έδωσε βοήθεια πρόθυμη κατά τη μάχη της Άμπλιανης (Φωκίδας), 14
Ιουλ. 1824».
Συνεχίζεται.
f/b: Δημήτρης Αγγελής
Για το vima365