Το vima365.gr είναι μια έντιμη προσπάθεια, ανιδιοτελής, που αξίζει την στήριξή σας.Απλά γαρ εστί της αλήθειας επη

    Προσκεκλημένος  ο Ζωγράφος κ. Γιώργου Τζιόκα,

       Συνέντευξη  Χρήστος Κατσέας

Μέσα σ’ ένα τοπίο όπου η τέχνη παλεύει να κρατήσει τη φωνή της από τον θόρυβο του ευκαιριακού θεάματος, ο ζωγράφος Γιώργος Τζιόκας ξεχωρίζει ως σιωπηλός οδοιπόρος της εικαστικής αλήθειας. Ένας δημιουργός που δεν
αναλίσκεται στην εντύπωση, αλλά σμιλεύει το φως, τη μνήμη και το συναίσθημα, αποφεύγοντας έντεχνα την επιτήδευση και τη στείρα τεχνική δεξιοτεχνία.

Ο Γιώργος Τζιόκας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κατερίνη, όπου και απέκτησε τις πρώτες ζωγραφικές εντυπώσεις και παραστάσεις του. Η ενασχόλησή του με τη ζωγραφική ξεκίνησε από τα μαθητικά του χρόνια, ενώ η πρώτη του συμμετοχή σε έκθεση έργων τοποθετείται ήδη το 1972, στην γκαλερί του ξενοδοχείου Χίλτον.

Στη συνέχεια σπούδασε και εργάστηκε εντός και εκτός Ελλάδος, καλλιεργώντας σταδιακά μια προσωπική εικαστική γραφή.

Κατά τη μακρά πορεία του, συνεργάστηκε —μεταξύ άλλων— με τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Γιάννη Ρίτσο, ευρισκόμενος σε δημιουργικό διάλογο με τη νεοελληνική ποίηση και τη μουσική. Παράλληλα, ασχολήθηκε με σκηνογραφικές δημιουργίες στο Εθνικό Θέατρο, γεγονός που προσέδωσε σύνθετο χαρακτήρα στο καλλιτεχνικό του έργο.

Έχοντας πραγματοποιήσει εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, ο Τζιόκας διακρίνεται για τη σταθερή του προσήλωση στην αναζήτηση του αυθόρμητου και αληθινού στοιχείου της τέχνης.

Αντλεί έμπνευση απ’ τη φύση και τον τόπο του, καθώς και από την ανθρώπινη μορφή —ιδιαίτερα τη γυναικεία—, ενώ μεγάλο μέρος της δουλειάς του απηχεί την αγάπη του για την ποίηση, διατρανώνοντας τον δεσμό μεταξύ λόγου και εικόνας.

Σήμερα, ύστερα από μια πεντηκονταετία εντατικής δημιουργίας, εξακολουθεί να εκθέτει τα έργα του σε σημαντικούς εικαστικούς χώρους, φέρνοντας τη ζωγραφική τέχνη σε αδιάλειπτη συνομιλία με το κοινό και τιμώντας τη γενέτειρά του μέσα απ’ τη συνεχή επάνοδό του σ’ αυτήν.

 

— Κύριε Τζιόκα, σας καλωσορίζουμε στο «Vima365.gr»

*

Χ.Κ. — Κύριε Τζιόκα, η τέχνη σας αποπνέει μια σχεδόν —ας μου επιτραπεί— χριστιανική ευλάβεια προς το φως και τη σιωπή· κι όμως ζείτε σ’ έναν κόσμο βοής και χυδαιότητας. Πώς αντέχετε τον συμβιβασμό; Μήπως τελικά η τέχνη σήμερα δεν σώζει, παρά διακοσμεί;

Γ.Τ. — Γεννήθηκα σε μια εποχή (1947), που η θρησκεία, η ηθική και η τιμιότητα ήταν βασικές έννοιες σε κάθε οικογένεια. Αν και από μικρός είχα τις αμφιβολίες μου, πόσο συμβάδιζαν αυτές οι αξίες στα λόγια με τις πράξεις, ωστόσο βαθιά μέσα μου πέρασε η έννοια της ηθικής, ταυτισμένη με το φως!

Το φως είναι αυτό που μας δίνει δύναμη και κουράγιο να συνεχίζουμε. Η ζωγραφική δεν μπορεί παρά να είναι η τέχνη της σιωπής και του εσωτερικού διαλόγου, για να μπορεί ο ζωγράφος να δώσει ζωή σ’ ένα άδειο τελάρο.

Η τέχνη είναι αυθύπαρκτη έννοια, ανοίγοντας και δημιουργώντας τους δικούς της δρόμους. Οι κοινωνίες ακολουθούν. Ακόμα και διακοσμητική να είναι η τέχνη, είναι πολύ περισσότερο από την ανυπαρξία της.

Η χυδαιότητα και η οχλαγωγία υπήρχαν πάντα, με μερικές φωτεινές περιόδους, κατά τις οποίες οι
κοινωνίες στρέφονταν σε πιο πνευματικές αναζητήσεις —κι αυτό συνήθως μετά από μεγάλους πολέμους, αντιλαμβανόμενες την ασημαντότητα του «Εγώ!»

 


Χ.Κ. — Η γενέθλια πόλη, η Κατερίνη, απ’ όπου αντλήσατε τις πρώτες εμπειρίες και εικόνες, φέρει ρόλο μητρώας γης στην αισθητική σας διαμόρφωση;

   

Γ.Ζ. — Σίγουρα, οι πρώτες εικόνες, συνδεδεμένες με τα φυσικά πρόσωπα που διαμόρφωσαν τη γνώση μας για τον κόσμο και τη ζωή, παραμένουν αναλλοίωτες και δεν μπορεί παρά να μας επηρεάζουν και να μας καθορίζουν.

Άλλωστε, όσο απομακρυνόμαστε απ’ τα παιδικά μας χρόνια, τόσο πιο συχνά γυρίζουμε σ’ αυτά, για ν’ αντλήσουμε δύναμη και έμπνευση.

Χ.Κ. — Μιλάτε για «Αλήθεια στην Τέχνη». Μα ποια αλήθεια; Του βλέμματος; Της ψυχής; Ή μήπως εκείνης της παλιάς «ιερής αυταπάτης» που τόσο μισεί ο σύγχρονος κοινός νους;

   

Γ.Ζ. — Είναι πολύ δύσκολο να οριοθετήσουμε αντικειμενικά την Αλήθεια· ο καθένας την αντιλαμβάνεται με τον δικό του τρόπο.

Αλήθεια για τον δημιουργό, τον ζωγράφο, είναι η όποια έμφυτη γνώση του δόθηκε και το όραμα που έχει. Ωστόσο, η αυταπάτη, η «ιερή» αυτή έννοια, συχνά μας σώζει από τον συναισθηματικό λαβύρινθο και τις δαιδαλώδεις διαδρομές του μυαλού μας.

Χρειάζεται μεγάλη δύναμη για να αντέξουμε αυτό που ορίζεται ως πραγματικότητα· γι’ αυτό και συχνά καταφεύγουμε στη συλλογική αποδοχή.


Χ.Κ. — Ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της Τέχνης στην Ελλάδα του σήμερα: η ασχετοσύνη, η κρατική αδιαφορία, η αγορά που μετράει μηνύματα και πωλήσεις; Ή μήπως, το ίδιο το κοινό, πού «σέβεται» με απάθεια και «στηρίζει» με μία κοινοποίηση στα κοινωνικά δίκτυα;

   

Γ.Ζ. — Εχθρός της τέχνης, με συγκεκριμένη μορφή, δεν νομίζω πως υπάρχει. Ο μόνος εχθρός είναι ο ίδιος ο εαυτός της, όταν εν ονόματι της ελευθερίας της σκέψης παραβλέπει την αισθητική, το ηθικό και το ωραίο.

Το κράτος-πολιτεία είναι πάντα απόν, έτσι κι αλλιώς, και συχνά μάλιστα βρίσκεται απέναντι.

Ευτυχώς, κάποιοι (ματαιόδοξοι) Μαικήνες διαφύλαξαν τα μεγάλα έργα αιώνες τώρα, κι έτσι μπορούμε να τα απολαμβάνουμε.

Ωστόσο, η ευθύνη πέφτει πάλι στον θεατή (λαό), να δεχτεί ή να μη δεχτεί την όποια μορφή τέχνης. Ίσως δεν θα υπήρχε ο Παρθενώνας, αν δεν υπήρχε ένα κοινό έτοιμο να τον δεχτεί.

Χρειάστηκε να περάσουν είκοσι χρόνια, για να καταλάβουμε και να αποδεχτούμε την «Γκερνίκα» του Πικάσο.

Σήμερα, μέσα από τα άπειρα κοινωνικά δίκτυα, μπορούμε να έχουμε τη γνώση.

Χρέος μας είναι να επιλέξουμε.


Χ.Κ. — Έχετε συνεργασθεί με «ιερά τέρατα» του νεοελληνικού πνεύματος, όπως τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Μάνο Χατζιδάκι. – Ποια σπέρματα αθανασίας ενέσπειραν στη δική σας τέχνη οι συνομιλίες και οι συναντήσεις μ’ αυτούς τους κορυφαίους δημιουργούς;

Γ.Ζ. — Είχα την τύχη να ζήσω τη μεγάλη πνευματική και καλλιτεχνική ανάταση της Ελλάδας, την εικοσαετία 1960-1980, τότε που έγιναν σπουδαία πράγματα.

Η συνάντησή μου, τόσο με τον Μ. Χατζιδάκι όσο και με τον Ο. Ελύτη, μόνο τυχαία δεν ήταν. Απ’ τα παιδικά μου κιόλας χρόνια, ένιωθα μια μυστική σύνδεση μ’ αυτούς τους δύο μεγάλους δημιουργούς. «Το Χαμόγελο της Τζοκόντας» και το «Άξιον Εστί» προϋπήρχαν μέσα μου.

Ένιωθα τις μυστικές συλλαβές και τα κρυφά νοήματά τους, όταν πολλοί συμμαθητές μου μάλλον τα
αγνοούσαν.

Η ταύτιση μ’ αυτά τα δύο μεγάλα έργα καθόρισε τόσο την καλλιτεχνική μου πορεία όσο και την κοινωνική μου στάση.

Όταν αργότερα συνάντησα για πρώτη φορά τον Μ. Χατζιδάκι, τον Νοέμβριο του 1974, ήταν σαν να μου χαρίστηκε ο κόσμος όλος.

Η γνώση που αποκόμισα, ο τρόπος που με δέχτηκε και η φιλία με την οποία με περιέβαλε, μ’ ακολούθησαν σ’ όλη μου τη διαδρομή.

Με τον Ελύτη τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Απόμακρος και σχεδόν απροσπέλαστος, μου επέτρεψε τελικά να μπω στον προσωπικό του κόσμο χάρη στην επιμονή μου.

Τον επισκέφτηκα στο σπίτι του, Σκουφά 23 στο Κολωνάκι, και αφού τον έπεισα με την ολοκληρωμένη άποψη που είχα για το «Άξιον Εστί», πήρα τη συγκατάθεσή του για να το μεταφέρω στον μουσαμά.
Ακριβή μου παρακαταθήκη παραμένουν τα λόγια του: «…είσαι ο μόνος που κατάφερε να διαβάσει την πεμπτουσία της σκέψης μου».

Με τον Οδυσσέα Ελύτη στα εγκαίνια έκθεσης στο ξενοδοχείο Hilton Αθηνών

Χ.Κ. — Αναφέρεσθε στην «τέχνη του αυθορμήτου», στον κίνδυνο του επιτηδευμένου. Μα πόσο μπορεί να σταθεί σήμερα ο αυθορμητισμός, όταν το μάτι του θεατή έχει διαφθαρεί απ’ το photoshop και το design;

Η αυθεντικότητα μπορεί να επιβιώσει χωρίς να κραυγάζει;

Γ.Ζ. — Ανέκαθεν ο αυθορμητισμός στην τέχνη ήταν η μεγάλη της δύναμη. Το επιτηδευμένο είναι προορισμένο να χαθεί, αφού φέρει το σπέρμα του επίκαιρου.

Φυσικά, κάθε δημιουργία είναι σεβαστή, και ο θεατής είναι αυτός που θα κρίνει. Το αυθεντικό, ακόμη και χωρίς να είναι κραυγαλέο, αργά ή γρήγορα θα βγει στην επιφάνεια.

Καμιά φορά, η αποδοχή ακόμα και από έναν μόνο θεατή είναι ικανή να δώσει στον καλλιτέχνη τη δύναμη να συνεχίσει.

Το καλοκαίρι του ΄80, στο Φεστιβάλ του Ολύμπου στην Κατερίνη, προβάλλονταν τα έργα μου από το «Άξιον Εστί» σε μια μεγάλη οθόνη μπροστά σε 5.000 θεατές.

Μόλις τελείωσε η συναυλία και έσβησαν οι προβολείς, ένα ζευγάρι Γάλλων έψαχνε μανιωδώς να με βρει για να με
συγχαρεί.

Ένιωσα τόσο μεγάλη τιμή, που αυθόρμητα είπα πως και μόνο γι’ αυτό το ζευγάρι αξίζει τον κόπο να συνεχίσω να ζωγραφίζω.

Χ.Κ. — Ο πίνακας σήμερα, στην Ελλάδα, είναι εμπόρευμα ή δαυλός; Κι ο καλλιτέχνης – μαχόμενος ή διακοσμητής; Ή και τα δύο ταυτοχρόνως, όπως ο κλόουν που αιμορραγεί κάτω απ’ το φτιασίδωμά του;

Γ.Ζ. — Αν και ανήκω σε μια γενιά ζωγράφων, στην οποία ακόμα υπήρχαν κανόνες και όρια, δεν έπαψα να παρακολουθώ και να μελετώ τα σύγχρονα ρεύματα.

Η ζωγραφική πάντα έβρισκε τον τρόπο να αναγεννάται, να καθορίζει εν πολλοίς την αισθητική της κάθε εποχής και ταυτόχρονα να την εκφράζει.

Σήμερα, μέσα σε μια γενικευμένη απαξίωση, αν και είναι πολύ δύσκολο η τέχνη να διαμορφώσει μια κοινή γλώσσα, ωστόσο αυτή είναι πάλι που θα δώσει το νέο όραμα στις κοινωνίες.

Το γεγονός ότι ο πίνακας αποτελεί και επενδυτικό αντικείμενο διαχρονικά δεν μειώνει σε τίποτα την αξία του, δεδομένου ότι ο ζωγράφος έχει τη δυνατότητα να δημιουργήσει έναν
συγκεκριμένο αριθμό έργων και μόνον αυτά.


Χ.Κ. — Σε συνεντεύξεις μιλάτε περί μοναξιάς του δημιουργού και της υποχρεώσεως ν’ ακολουθήσει αυτός τον δικό του δύσκολο δρόμο. – Μεποιον τρόπο προτείνετε σ’ έναν νέο καλλιτέχνη ν’ αντιμετωπίσει τις πλάνες και τα εμπόδια μιας κοινωνίας συχνά αμήχανης ή απροετοίμαστης για να δεχθεί το πρωτότυπο και το διαφορετικό;

Γ.Ζ. — Πάντα πίστευα και πιστεύω πως ο καλλιτέχνης έχει να ακολουθήσει δύο παράλληλους δρόμους. Ο ένας είναι αυτός της προσωπικής εξέλιξης και ολοκλήρωσης, και ο άλλος αυτό που έχει να δώσει στον κόσμο.

Το να κοινωνήσει σήμερα το έργο του ο καλλιτέχνης είναι εξίσου δύσκολο με την εποχή που η πληροφόρηση γινόταν διά ζώσης.

Η υπερπληροφόρηση απομακρύνει τον θεατή από την αναζήτηση.

Έτσι, η μόνη διέξοδος για τον νέο δημιουργό είναι η πίστη σ’ αυτό που κάνει, απαλλαγμένος από το άγχος της αναγνωρισιμότητας· κι αν είναι να ’ρθει, θε να ’ρθει…

Χ.Κ. — Το «ὁ καθείς ἐφ’ ᾧ ἐτάχθη» το επικαλείστε σαν απόλυτο. Σας ρωτώ: μπορεί, πράγματι, ένας δημιουργός να παραμένει πιστός σ’ έναν προορισμό, όταν η εποχή του αρνείται την Αποστολή; Ή μήπως γίνεται ο ζωγράφος, τελικά, προδότης της τέχνης του —για να σώσει τον εαυτό του;

Γ.Ζ. — Απόλυτος είναι μόνο ο θάνατος. Πιστεύω όμως στο «ὁ καθείς ἐφ’ ᾧ ἐτάχθη», αφού εγώ, στη μακρά μου πορεία των πενήντα χρόνων, δεν έκανα τίποτε περισσότερο από το να ακολουθώ κάθε φορά αυτό που μου προσφερόταν.

Πάντα κάτι γινόταν, ώστε να πάω από δω και όχι από κει. Όλα γίνονταν για μένα χωρίς εμένα· κάτι σαν προδιαγεγραμμένο ταξίδι πάνω σε ράγες.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν έχουμε ευθύνη στην επιλογή. Συχνά προσπαθούμε να πετύχουμε πράγματα, κι ακόμη κι αν τα κάνουμε όλα σωστά, όταν φτάνουμε στο διά ταύτα, συμβαίνει κάτι και είμαστε πάλι στην
αρχή.


Χ.Κ. — Ζούμε σ’ ένα εκπαιδευτικό σύστημα που παράγει υπάκουους, αλλά όχι ελεύθερους· χρήσιμους, αλλά όχι ευαίσθητους. Μπορεί, κατά τη γνώμη σας, να υπάρξει Παιδεία χωρίς Τέχνη; Και Τέχνη χωρίς Παιδεία;

 

 Γ.Ζ. — Τέχνη και Παιδεία είναι έννοιες αλληλένδετες, και δεν μπορεί να υπάρξει η μία χωρίς την άλλη. Πάντα στους κρατούντες δεν άρεσε ο λαός να μορφώνεται.

Υπάρχουν κοινωνίες που επένδυσαν τόσο στην Παιδεία όσο και στην Τέχνη – και είναι πολύ καλύτερα. Εμείς, εδώ, δυστυχώς, δεν είναι ότι έχουμε ένα κακό εκπαιδευτικό σύστημα· δεν έχουμε καν σύστημα. Όσο για την Τέχνη —αν σκεφτεί κανείς ότι, μόλις λίγα χρόνια πριν, ο καλλιτέχνης— ειδικά ο ζωγράφος —ήταν ένας αξύριστος, περιθωριακός τύπος που «δεν έκανε τίποτα»…

Όταν κάποτε η φίλη μου, η Νίκη, είπε στη μάννα της: «Ο Γιώργος είναι ζωγράφος», εκείνη απάντησε: «Καλά, ζωγράφος… αλλά τι δουλειά κάνει;»

Ευτυχώς, αργότερα, ο Νταλί, ο Πικάσο και ο Γουόρχολ αποκατέστησαν την εικόνα του.

 

Χ.Κ. — Η ανάγνωση —όπως και η τέχνη— συνιστά χρέος του Ανθρώπου ή προνόμιο της ελευθερίας.

   

Γ.Ζ. — Αλίμονο, αν ήταν προνόμιο μόνο της ελευθερίας! Όλοι έχουμε υποχρέωση στην αναζήτηση της γνώσης και της αισθητικής, ανεξάρτητα από τις βουλές των κρατούντων. Άλλωστε, αυτό είναι και το ουσιαστικό μας όπλο.

Χ.Κ. — Ποιο είναι το βάθος του νοήματος που αποδίδετε στον αέναο και αδυσώπητο κύκλο του χρόνου· υπάρχει;

   

Γ.Ζ. — Ο χρόνος είναι ενιαίος, αδιαίρετος και συνεχής. Επειδή είναι δύσκολο όλο αυτό να το κατανοήσουμε, χωρίσαμε και οριοθετήσαμε διάφορες περιόδους στα μέτρα μας, για να μπορούμε να πορευτούμε.

Ίσως αυτή η αδυναμία κατανόησης να είναι και η σωτηρία μας. Η αέναη κίνηση του σύμπαντος και η αλληλουχία των κρυφών νοημάτων συντελείται, έτσι κι αλλιώς, χωρίς εμάς.

Εγκαίνια της έκθεσης στη Βέρνη

Χ.Κ. — Η Τέχνη∙ πράξη αθώα ή χειρονομία πολιτική που σφραγίζει συνειδήσεις; Είναι, λοιπόν, η τέχνη μια αθώα έκφραση της ανθρώπινης ψυχής – ή μήπως μια πολιτική πράξη, μια μορφή αντίστασης ή χειραγώγησης; Μπορεί τ’ ωραίο να σταθεί αποκομμένο απ’ το δίκαιο, κ’ η αισθητική απ’ την ευθύνη;

Το ερώτημα παραμένει φλέγον, ιδίως σε εποχές κοινωνικής αναταραχής, όπου ο καλλιτέχνης καλείται να διαλέξει: θα μείνει σιωπηλός παρατηρητής, ή θα υψώσει τη μορφή του ως σημείο νοήματος και πράξης;

   

Γ.Ζ. — Αν εξαιρέσουμε αυτό που λέμε «στρατευμένη τέχνη», όπου συνειδητά παίρνει θέση, η τέχνη δεν μπορεί παρά να είναι η αθώα και αυθόρμητη έκφραση των συναισθημάτων του καλλιτέχνη.

Ωστόσο, δεν παύει κι αυτή να εμπεριέχει μια μορφή πολιτικής πράξης, αφού με το έργο του ο καλλιτέχνης προτείνει.

Η «Κραυγή» του Μουνχ, λόγου χάρη, είναι τόσο επιδραστική, που φτάνει στα όρια της οικουμενικότητας.

Συνεπώς, έχει ευθύνη και υποχρέωση ο καλλιτέχνης να πάρει θέση και να δώσει το δικό του στίγμα —μακριά από ιδεολογίες, ιδεοληψίες και όλα τα συναφή.

Χ.Κ. — Τέλος, κύριε Τζιόκα: αν είχατε να ζωγραφίσετε σήμερα τον Έλληνα —τον πραγματικό, όχι τον ιδεατό—, πώς θα τον αποδίδατε; Με τι χρώματα; Και με ποιο βλέμμα; Αυτό του δημιουργού ή του προφήτη;

   

Γ.Ζ. — Βαριά και επικίνδυνη η έννοια της προφητείας. Είχα διαβάσει κάποτε πως «…πᾶς προφήτης μετὰ Χριστόν ἐστί…», και το θυμάμαι ακόμα.
Μπορούμε, ίσως, να προβλέψουμε κάποια πράγματα, ανάλογα με τη γνώση μας και τα δεδομένα – αλλά μέχρι εκεί.

Ρεαλιστικά κοιτώντας σήμερα τον Έλληνα, δε νομίζω πως διαφέρει και πολύ από εκείνον άλλων εποχών.
Μπορεί να μοιάζει λίγο απών απ’ το παγκόσμιο γίγνεσθαι· όμως, διαχρονικά, δεν έπαψε να δημιουργεί και να αναζητεί.

Η έμφυτη ανάγκη του να τα προφτάσει όλα, εδώ και τώρα, γίνεται συχνά τροχοπέδη στη συλλογική μας εξέλιξη.

Ωστόσο, θα μπορούσε να έχει τη μορφή του Φοίνικα, αφού έχει την ικανότητα να αναγεννάται. Από τον Πλάτωνα, μέχρι τον Καζαντζάκη —κι από εκεί μέχρι τον Ελύτη—, ο Έλληνας υπήρξε πάντοτε σηματοδότης μιας μακράς πορείας προς τη γνώση.

Χ.Κ. — Σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας!…

   Χρῆστος Κατσέας ἐπὶ τοῦ «Vima365.gr»

  • Επιμέλεια : Φιλιππος Κρακωστας

===============================================================================

Mικρο Βιογραφικο

Ο Ζωγράφος και το έργο του

Ο Γ. Τζιόκας γεννήθηκε στην Κατερίνη το 1947. Μετά το Γυμνάσιο, και κατά τη διάρκεια της θητείας του ως έφεδρος αξιωματικός, παρουσίασε την πρώτη ολοκληρωμένη του δουλειά στη Βυρώνεια Σερρών, το 1969. Αμέσως μετά τον στρατό εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου και ζει μέχρι σήμερα.

Τον Δεκέμβριο του 1972 εκθέτει για πρώτη φορά στο αθηναϊκό κοινό, απ» το οποίο και γίνεται αμέσως αποδεκτός.

Λάτρης τόσο της μουσικής του όσο και του ίδιου του Μ. Χατζιδάκι, αφιέρωσε σχεδόν τρία χρόνια μελετώντας και ζωγραφίζοντας «Το Χαμόγελο της Τζοκόντας», το οποίο παρουσίασε στην Γκαλερί του «Χίλτον» τον Απρίλιο του 1975, με την αποδοχή του ίδιου του συνθέτη, με τον οποίο διατήρησε φιλική σχέση μέχρι το τέλος.

Στη συνέχεια εργάστηκε στο Εθνικό Θέατρο, για δύο χρόνια, στο Σκηνογραφικό Τμήμα, όπου και γνώρισε τον Οδυσσέα Ελύτη.

Αφιέρωσε τα επόμενα τρία χρόνια στη ζωγραφική απόδοση του «Άξιον Εστί», με τη σύμφωνη γνώμη του ποιητή και τον συνεχή διάλογο μαζί του, για τη μορφή του έργου.

Η ολοκλήρωση αυτής της εργασίας συνέπεσε με τη βράβευση του Ελύτη με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, και η έκθεσή της στο κοινό έγινε —και πάλι— στο «Χίλτον», με την παρουσία του ποιητή, τον Φεβρουάριο του 1980.

Την ίδια περίοδο, ολοκλήρωσε την παρακολούθηση των μαθημάτων στην École des Beaux-Arts του Παρισιού, στο εργαστήριο του καθηγητή Germiniani.

Ακολούθησε μια σειρά εκθέσεων στη Γερμανία, την Ελβετία, την Αυστρία, το Παρίσι, και σε πολλές πόλεις της Ελλάδος.

Τα τελευταία χρόνια, και μέχρι σήμερα, ο Γ. Τζιόκας —παράλληλα με το κύριο έργο του, τη ζωγραφική— εργάζεται στο Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ίδρυμα Ψυχικής Υγείας (Ε.Π.Ι.Ψ.Υ.), όπου προσφέρει τις υπηρεσίες και την πείρα του στο εργαστήριο ζωγραφικής, για τη θεραπευτική αγωγή ατόμων με ειδικές ανάγκες (Α.Μ.Ε.Α.).

Οι βασικοί σταθμοί στο έργο του:
1984 – «ΡΟΖ ΓΥΝΑΙΚΕΣ», Γκαλερί «ΖΥΓΟΣ».

1987 – «ΤΑ ΚΑΠΕΛΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ», Γκαλερί «ΖΥΓΟΣ».
1992 – «ΚΟΡΕΣ ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΩΡΑΙΕΣ», Γκαλερί «ΖΥΓΟΣ».
1999 – «ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ», Γκαλερί «ΖΥΓΟΣ».
2009 – «Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΣΤΑΘΜΩΝ», Πνευματικό Κέντρο Κατερίνης.
2018 – «ΟΙ ΝΥΦΕΣ ΜΕ ΤΑ ΚΟΚΚΙΝΑ», Γκαλερί «TRIIART HUB».

Όπως είναι προφανές, το ζωγραφικό έργο του Γ. Τζιόκα εξελίχθηκε μέσα από ολοκληρωμένους θεματικούς κύκλους, με άξονα πάντα τη γυναίκα ως πρωταρχικό στοιχείο έμπνευσης —σε όλες τις εκφάνσεις της— με αποκορύφωμα την έννοια της Μάνας!
Έργα του ζωγράφου υπάρχουν σε πολλές ιδιωτικές συλλογές, στην Ευρώπη και την Αμερική, καθώς και αρκετά στο Μουσείο Βορρέ – (Παιανία).

Είπαν για το Γ.ΤΖΙΟΚΑ:
– Οδ. Ελύτης: «ο Γ. Τζ. είναι ο μόνος που συνέλαβε την πεμπτουσία της σκέψης μου.».

– Μ. Χατζιδάκις: «Είναι περίεργο, αλλά ο Γ. Τζ. συνέλαβε πολλά από τα στοιχεία της Τζοκόντας μου.».

– Πην. Ευαγγέλου, Δρ. Φιλοσοφικής Κοινωνιολογίας: «Ο Γ. Τζ. είναι όντως ζωγράφος.

Το έργο του είναι τόσο εικαστικό, ώστε οποιαδήποτε επεξήγηση μάλλον περιορίζει τη γοητεία του, παρά την ορίζει —γιατί κάθε πίνακας είναι πρόκληση απόλαυσης και στοχασμού.».

– Ντόρα Ηλιοπούλου-Ρογκάν, Δρ. Ιστορικός της Τέχνης-Τεχνοκριτικός:
«Αντίθετα προς κάθε πεζή περιγραφή, τα έργα του Τζιόκα εντυπώνονται όχι μόνο στο οπτικό μας πεδίο, αλλά και στον ψυχισμό μας, για να μας προικίσουν —κάθε φορά— με πλούσιες βιωματικές εμπειρίες.

Κυρίως, όμως, μας μηνύουν έναν δημιουργό, ο οποίος, σεβόμενος απόλυτα τον εαυτό του και την τέχνη του, ενσαρκώθηκε πλήρως και ταυτίστηκε με το έργο του, δίχως ποτέ να αναλωθεί σε έτοιμες και δανεικές λύσεις.».

Χρῆστος Κατσέας ἐπὶ τοῦ «Vima365.gr»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.

Με Μια Ματιά