Στα Βουρλά, στον Γενί Μαχαλά εδώ ήταν το αρχοντικό των παππούδων μου. Προφανώς χάθηκε στην Καταστροφή και τώρα στην θέση του είναι ένα απλό οίκημα, παλιό κι έρημο. Η θέση του σπιτιού ΜΟΥ πάντως είναι ετούτη.
Έχω πολλές φορές σταθεί εκεί και συλλογίζομαι… Χρόνια τώρα ….
Φέτος ζήτησα από έναν Τούρκο συνοδοιπόρο να μου βγάλει μία φωτογραφία . Του εξήγησα τι την ήθελα..
Μου έβγαλε την πρώτη και μετά μου έκανε νόημα να ακουμπήσω το σπίτι με το χέρι μου. Του είπα πως δεν είναι αυτό το σπίτι, αλλά εδώ ήταν το δικό μου και τότε έπεσε σαν κεραυνός στο κεφάλι μου η κουβέντα του, γιατί ο άνθρωπος το σπίτι του το έχει εκκλησιά, Έλληνας είναι η Τούρκος:
«Ακούμπα το! Αυτό θα είναι πάντα το σπίτι σου»

Και στο μυαλό μου ακούστηκε πάλι ο Γιώργος Σεφέρης να απαγγέλει το αγαπημένο μου «Το σπίτι δίπλα στην θάλασσα»……
Και το ακούμπησα. Και μίλησα με τον παππού μου τον Μανώλη και την μεγάλη μου γιαγιά την Μαρία!
Γιατί. «……. τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.»
———————-
Γιώργος Σεφέρης
Το σπίτι δίπλα στην θάλασσα
Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.
Έτυχε να ‘ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι, χαλασμοί, ξενιτεμοί·
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.
Μη μου μιλάς για τ’ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της·
δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα·
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ’ εκείνους που έμειναν μ’ εκείνους που έφυγαν
μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.
Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω· ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ’ ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να ‘ρθει, πως τον στολίζουν
μ’ άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να ‘ρθει να μ’ αποχαιρετήσει·
ή, μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ’ τη σκάλα.
Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.
——————————–
Για μένα αυτή η στιγμή ήταν μία Θεία Κοινωνία !
Μάνος Κιλημάντζος
Βουρλιώτης 2ης γενιάς
Το σχόλιο σας θα δημοσιευθεί αφου εγκριθεί πρώτα απο τον διαχειριστή για την αποφυγή υβριστικού η προσβλητικού περιεχομένου.